• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Cineντευξη


Τετ 22 Νοε 2006

Νίκος Παναγιωτόπουλος: «Το απόλυτο Σινεμά είναι ο Χοντρός και ο Λιγνός!»




Δεν είναι και λίγο να κάθεσαι απέναντι στον άνθρωπο που θεωρείς συγκαταλέγεις στους πνευματικούς σου μπαμπάδες και να συζητάς μαζί του επί μία ώρα και βάλε περί ανέμων και υδάτων. Όπως για την μετά 1975 Ελλάδα, που πρόλαβε να πολιτικοποιηθεί, να απο-πολιτικοποιηθεί, αλλά ποτέ δεν «αισθητικοποιήθηκε». Γι αυτό και η βράβευσή του πριν από κάποια χρόνια από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης συνυπάρχει με το παράδοξο, της μονίμως αμήχανης στάσης της κριτικής απέναντί στις ταινίες του.
«Δεν είναι καινούργιο φρούτο η έχθρα των κριτικών που μου αναφέρεις. Με τα Χρώματα της Ίριδος, για παράδειγμα, είχα καταφέρει να μπω στη λίστα με τις 10 χειρότερες ταινίες της χρονιάς! Άλλα πράγματα ήθελαν τότε οι κριτικοί, βλέπεις, γι αυτό και στην περίφημη “Γνώμη των 10”, το ταμπλό με τις βαθμολογίες ταινιών του περιοδικού Σύγχρονος Κινηματογράφος, έπαιρνα απ’ όλους... βουλίτσα, κακό δηλαδή».

Δεν ήθελα να κάνω λόγο για αδικία του «Πεθαίνοντας στην Αθήνα», αλλά σίγουρα για την πιο πρόχειρη αντιμετώπιση ταινίας σας από την ελληνική κριτική.
Κοίτα να δεις, οι ταινίες είναι καθρέφτες όπου ο καθένας βλέπει μέσα τον εαυτό του. Χωρίς τον θεατή δεν υπάρχει ταινία, από αυτόν ολοκληρώνεται και οδηγείται κάπου. Οπότε, ακόμα κι αυτοί που δε μπορούν μπουν μέσα στην ταινία ή να πραγματοποιήσουν κάποιο ταξίδι μαζί της, δίκιο έχουν κι αυτοί. Ως προς τη κριτική, τώρα, είναι αλήθεια ότι εδώ και καιρό έχει σταματήσει η διεξοδική και σε βάθος ανάλυση της ταινίας. Δεν υπάρχουν εξειδικευμένα έντυπα, ο κόσμος διαβάζει δημοσιογραφικές παρουσιάσεις και πασαλείμματα.

Στο βαθμό όμως που οι πάντες να στέκονται στο θέμα της ταινίας και κανένας να μην έχει προσέξει, ας πούμε την πονηριά της τελευταίας σκηνής και του «εκτός κάδρου» που αφήνει να εννοηθεί;
Συγκεκριμένα για κάποια σκηνή δε μπορώ, δε θέλω να μιλήσω, γιατί έτσι θα βοηθούσα το θεατή να τεμαχίσει την ταινία με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Από κει και πέρα, ανήκω στη μειοψηφία των κινηματογραφιστών που δεν τους ενδιαφέρουν οι ιστορίες. Αυτές είναι πάντα ένα πρόσχημα. Ας δούμε τη δημιουργική διαδικασία μιας άλλης τέχνης, της ζωγραφικής για παράδειγμα: κάποιος που ζωγραφίζει λουλούδια δεν ενδιαφέρεται για τα λουλούδια αλλά για τη ζωγραφική. Άρα κι ένας σκηνοθέτης που αφηγείται ιστορίες, δεν ενδιαφέρεται για τις ιστορίες αλλά για τον κινηματογράφο. Αν με ρωτήσεις, λοιπόν, ποιο είναι το θέμα του «Πεθαίνοντας στην Αθήνα», στην ουσία είναι το ίδιο το σινεμά.

Δηλώσατε βεβαίως ότι πρόκειται για ένα σοβαρό θέμα δοσμένο με μια ιλαρή φόρμα, και με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το πώς η ίδια η φόρμα γίνεται περιεχόμενο. Η ταινία ξεκινάει με μια σκηνή-κλειδί, όπου ο Ανδρέας εξηγεί ότι «η μορφή είναι πάντα κάτι παραπάνω από μορφή».
Αυτός ο συσχετισμός δεν έχει περάσει στη συνείδηση όχι των θεατών, αλλά ούτε καν των κριτικών. Οι περισσότεροι νομίζουν ότι σινεμά είναι ιστορία και χαρακτήρες, αυτά για μένα είναι αστεία πράγματα. Τι είναι ο χαρακτήρας σε ένα έργο τέχνης; Ο Δον Κιχώτης, για παράδειγμα, είναι κανένας χαρακτήρας που θα συναντήσεις στο δρόμο; Ή ο Γαργαντούας, ή ο χαρακτήρας στο Σωσία του Ντοστογιέφσκι, που συναντά τον όμοιό του στο δρόμο.
Η σκηνή που αναφέρεις προφανώς και αναλύει τις προθέσεις της ταινίας. Θα επανέρθω στη ζωγραφική γιατί, όπως εκεί ο ζωγράφος βάζει ένα κίτρινο δίπλα στο κόκκινο και απομακρύνεται για να τα κοιτάξει, και μετά αλλάζει μια άλλη λεπτομέρεια και ξανά το ίδιο, αυτό συμβαίνει και με τον τρόπο που εγώ κάνω σινεμά. Δεν παίρνω ένα νόημα δοσμένο εκ των προτέρων, έχω πολύ ασαφείς προθέσεις όταν ξεκινάω με μια ταινία.
Η δήλωσή μου περί επιπόλαιης φόρμας είναι σε μεγάλο βαθμό και μια ειρωνεία. Και γενικά η ματιά μου είναι αυτή ενός είρωνος. Σε αυτήν την ταινία, η ειρωνεία ήρθε να ισορροπήσει με μια περίεργη συγκίνηση, που βγαίνει από ... ψεύτικα πράγματα. Θέλω να πω, ούτως ή άλλως το σινεμά είναι ένα ψέμα και μια σύμβαση. Άλλη μια ειρωνεία σε αυτήν την ταινία είναι ότι όλοι μιλάνε για αλήθεια και κανείς δεν ξέρει τι είναι. Στο κάτω – κάτω, ακόμα κι ο Ιησούς αναρωτήθηκε «τι εστί αλήθεια;». Υπάρχει μια διάχυτη εντύπωση ότι η αποκατάσταση της αλήθειας θα έλυνε όλα τα προβλήματα, κοινωνικά, αισθητικά και δεν ξέρω εγώ τι άλλο. Μπούρδες, ένα ψέμα μπορεί να θεραπευθεί μόνο από ένα άλλο, όπως υπαινίσσομαι και στην ταινία.

Για ποιο λόγο ντουμπλάρατε τις φωνές των πρωταγωνιστών στις μουσικές σκηνές;
Όπως έχω πει, το «Πεθαίνοντας στην Αθήνα» ήθελα να είναι και μια αναφορά στο μιούζικαλ. Και μιούζικαλ σημαίνει τραγούδια ωραία τραγουδισμένα. Δε θα μπορούσα να βάλω ανθρώπους που δεν έχουν καλή φωνή να τραγουδήσουν. Άσε που δε νομίζω ότι φαίνεται, αν δεν το έλεγα εγώ λίγοι θα το καταλάβαιναν. Μη σου πω όμως ότι, όσο περισσότεροι το καταλάβουν, τόσο το καλύτερο. Θα μπορούσα να βάλω μέχρι και γυναικείες φωνές σε άντρες ηθοποιούς! Κι εδώ τελικά φαίνεται ότι ο κόσμος δε ζητάει την α-λήθεια, αλλά την αληθοφάνεια. Μόνο αν το σινεμά δεν είναι αληθοφανές μπορεί να μιλήσει σοβαρά τη πραγματικότητα.

Με ενδιαφέρει το πώς ενσωματώνονται οι σινεφίλ αναφορές, όπως το όνομα της Καμίλ.
Να ξεκαθαρίσουμε κάτι: με τρελαίνουν οι άνθρωποι που μισούν το Γκοντάρ και μου... προσάπτουν γκονταρισμό χωρίς να ξέρουν, τελικά, περί τίνος πρόκειται. Εδώ και στο Delivery έβρισκαν γκονταρικά στοιχεία, που αν εκείνη η ταινία είχε έναν πατέρα, ήταν ο Μπρεσόν.

Και ο Ντε Σίκα ίσως...
Ο ιταλικός νεορεαλισμός στο σύνολό του, για να το πούμε καλύτερα. Ως προς την Καμίλ, ναι, ίσως να είναι αναφορά στην Καμίλ της «Περιφρόνησης», την οποία θεωρώ μυθικό πρόσωπο στην ιστορία του σινεμά. Εδώ έκανα ολόκληρη ταινία πάνω στο πρόσωπο της Καμίλ, το Beautiful People. Ε, αυτή η αναφορά όλο και κάτι θα σημαίνει για τη σχέση της γυναίκας με τον Ανδρέα, αλλά κάτι όχι και τόσο ευανάγνωστο. Εξάλλου, αν οι ταινίες μου δεν έχουν μεγάλη επιτυχία στο κοινό, είναι εν μέρει διότι μου αρέσει να σβήνω τα ίχνη μου.



 
 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.