• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Περιεχόμενα

Τετ 25 Ιαν 2012

La Proie

Τετ 28 Δεκ 2011

En Familie - Μια Οικογένεια

Τετ 30 Νοε 2011

Carlos - η τηλεταινία

Τετ 12 Οκτ 2011

Troll Hunter - Κυνηγός Τρολ

Τετ 31 Αυγ 2011

Flores Negras - Μαύρα Λουλούδια

Cineυρωπαϊκόν


Τρί 17 Ιαν 2006

ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ




Κάθε έγκλημα είναι ένα παιχνίδι. Ένας άτυπος καταμερισμός ρόλων που πρέπει να ολοκληρωθεί στην εντέλεια, μια υπόθεση στρατηγικής, μια ηδονική διαδικασία παραβατικότητας. Προσεγγίζοντας το μοντέλο του «τέλειου εγκλήματος», ο θύτης βρίσκεται τελικά σε ανταγωνισμό με τον εαυτό του. Εξ ου και ο Τόμας ντε Κουίνσι θεώρησε το φόνο ως μια από τις Καλές Τέχνες –για την ακρίβεια, πρόκειται για ένα είδος «καλλιτεχνικού παιγνίου». Πάμε παρακάτω.

Κάθε παιχνίδι είναι ένα έγκλημα –γιατί όχι; Ορίζοντας τους κανόνες του παιχνιδιού, περιχαράσσοντας τις γραμμές εντός των οποίων αυτό θα λάβει χώρα, παραβιάζουμε τα εδάφη της πραγματικότητας: από αυτή τη σκοπιά, το παιχνίδι περιλαμβάνει μια εγγενή ανηθικότητα, η μάλλον μια αδιαφορία για την ηθική ιεράρχηση της πραγματικότητας που καταπατά.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, κάθε «καλλιτεχνικό παίγνιο» είναι εξ ορισμού ανήθικο. Εάν, λοιπόν, ο Godard έκανε λόγο για την ηθική του τράβελινγκ και των λοιπών σκηνοθετικών επιλογών, δεν αναφερόταν παρά στο εξής: το μόνο πραγματικό ζήτημα ηθικής στο σινεμά είναι η διαχείριση της ανηθικότητας, και οι μωρές παρθένες απλώς εθελοτυφλούν. Καλά θα έκαναν να παραδειγματιστούν από την αυτογνωσία του Παναγιωτόπουλου στο «Βαριετέ», αλλά και –με εντελώς διαφορετικό τρόπο- από τα « Παράξενα παιχνίδια» του Michael Haneke.

Ως μετρ της αμφισημίας, ο προβοκάτορας και φιλο-τρομοκράτης σκηνοθέτης ορίζει με τον τίτλο κατά πρώτο και κύριο λόγο την ίδια την ταινία –το εντελώς προσωπικό του παιχνίδι. Γιατί όμως «παράξενο»; Μα, διότι ο Haneke κινηματογραφεί ένα έγκλημα / παιχνίδι (μιλήσαμε ήδη για τη ταύτισή τους) στην κινούμενη άμμο μετατοπιζόμενων κανόνων και χωρίς το λογικό υποστύλωμα του κινήτρου: ο σαδιστικός εγκλεισμός που επιβάλλουν δυο καλοβαλμένοι νεαροί αστοί σε μια τριμελή «αγία αστική οικογένεια» μοιάζει εκ πρώτης όψεως με άλυτο μυστήριο. Ας δούμε τέσσερις πιθανές και λογικοφανείς εκδοχές:

Α) Η ακραία, προκλητική και συχνά αντιφατική συμπεριφορά των δύο νέων ανάγεται σε μια ψυχοπαθολογία. Ο Haneke μοιάζει αδιάφορος για αυτή την ερμηνεία.

Β) Η σχέση θύτης–θύμα είναι καθαρά διαλεκτική, άρα και οι ρόλοι μεταλλάξιμοι. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν ισχύει με τη λογική της «Ώρας του λύκου», όπου η μεταφορά των συνθηκών του Τρίτου Κόσμου στη Δύση εμφανίζεται ως «από μηχανής» επανάσταση: είναι σαφές ότι όλοι οι ήρωες προέρχονται από την ίδια τάξη. Ωστόσο, το παιχνίδι τίθεται σε λειτουργία από μια ισομερή αλληλεπίδραση των δυο «ομάδων», στο βαθμό που μόνο τα γάντια στα χέρια των δραστών υπενθυμίζουν το στοιχείο της προμελέτης.

Γ) Οι δυο φίλοι είναι ενεργούμενα μιας ψευδο-νιτσεϊκής θεωρίας, σύμφωνα με την οποία ο φόνος ενός «κατώτερου» ανθρώπινου όντος μπορεί να βιωθεί ως καθαρά αισθητική απόλαυση. Από αυτήν την άποψη, είναι ολοφάνερες οι ομοιότητες με το πρωταγωνιστικό ζευγάρι της χιτσκοκικής «Θηλιάς»: ομοφυλοφιλική συνενοχή –αμοραλισμός –αλαζονεία. Εντελώς διαφορετική, όμως, η δραματουργική διαχείριση.

Δ) πρόκειται για μη-ήρωες, για εξόφθαλμα «φτιαχτούς» χαρακτήρες που λειτουργούν μόνο ως σκηνοθετικά εργαλεία: ρόλος τους είναι να ακυρώσουν την ίδια την αφήγηση. Αυτή η επιλογή εγκαθιδρύει τα φιλμικά alter ego του Haneke και τον ταυτίζει με συμπεριφορές… ανεπίδεκτες ταύτισης.

Τι σημαίνει αυτή η επιλογή; Πέρα από την επιβεβαίωση της εξίσωσης «σκηνοθεσία = παιχνίδι = έγκλημα», το ότι ένα έγκλημα χωρίς κίνητρο μπορεί να αντιστοιχεί μόνο σε μια φόρμα που αυτοαναιρείται. Με άλλα λόγια, η αφήγηση (δεν) έχει (διαγράψει, αλλά) αποκολληθεί από την «αφηγηματική λογική», καταλήγοντας –χωρίς καμία υπερβολή- σε ένα μπρεχτικό θρίλερ! Ο μη-ήρωας κλείνει ξανά και ξανά το μάτι στην κάμερα και ο Haneke κραυγάζει «όλα είναι ψέματα!» με κάθε τρόπο, με αποκορύφωμα την επιτηδευμένα γελοία χρήση του τηλεκοντρόλ. Την ίδια στιγμή όμως επιδιώκει να σοκάρει και να σκανδαλίσει.

Το σοκ στοχεύει ευθέως στο προσφιλές target group του Haneke: τις μακάριες ινδικές αγελάδες… της Δύσης. Που «φοβούνται το φόβο» και περιχαρακώνονται σε ένα φρούριο που θα αποδειχτεί φυλακή τους. Που αμπαλάρουν το κενό με το περιτύλιγμα της κλασικής τέχνης (αυτό θα είναι και το κεντρικό θέμα της « Δασκάλας του Πιάνου», με το κενό να γίνεται ψυχική-συναισθηματική χωματερή). Από την τέχνη επιζητούν και το νανούρισμα, ειδικά από το σινεμά την ανώδυνη αναπαράσταση. Γι αυτό και ο Haneke αντιστρέφει την τελευταία και τη μετατρέπει σε καθρέφτη. Όσο για τα επανερχόμενα μοτίβα του, μόλις 9 χρόνια αργότερα θα βρουν την ωριμότερη εφαρμογή τους στον αριστουργηματικό, καφκικό «Κρυμμένο».

Βαθμολογία: 7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars (7.5/10)


 
 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.