• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22315
  • Αριθμός συν/τών: 759967
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


The Magnificent Seven (1960)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Και οι 7 Ηταν Υπέροχοι
- Γνωστό και ως:
Και οι Επτά Ηταν Υπέροχοι
Και οι 7 Ησαν Υπέροχοι

Γουέστερν | 128' | Κατάλληλο, επιθυμητή γονική συναίνεση
Πρεμιέρα στην Ελλάδα: Παρ 17 Φεβ 1961
Ημερομηνία κυκλοφορίας DVD: 8/8/2001
Ημερομηνία κυκλοφορίας BluRay: 18/5/2010
Χρώμα: Έγχρωμο
Ήχος: Mono
Γλώσσα: Αγγλικά - Ισπανικά
Δημοτικότητα: 0.27 %
Αξιολόγηση: 8.15/108.15/108.15/108.15/108.15/108.15/108.15/108.15/108.15/10   (8.15/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Μέση (Συμφωνία ψήφων μεταξύ 50 και 75%)




- Υπότιτλος:

Ήταν επτά και πολεμούσαν σαν εφτακόσιοι.

 

- Κριτική από το Cine.gr:


“Can you believe that? We’re gonna go on for six or eight weeks with these guys…”

Αυτό έλεγε το βλέμμα του John Sturges μετά την ολοκλήρωση του γυρίσματος της πρώτης σκηνής της ταινίας – η σκηνή που έφιπποι οι 6 από τους 7 διασχίζουν ένα ρέμα – κατά την διάρκεια της οποίας ο Steve McQueen έπαιζε για άλλη μία φορά με το καπέλο του, ο Charles Bronson ξεκούμπωνε το κουμπί του πουκαμίσου του και ίσιωνε το φουλάρι του και ο Brad Dexter ερμήνευε ίσως τρεις σκηνές από τον Άμλετ (!) σε μία προσπάθεια να οικειοποιηθούν το πλάνο, με στόχο πάντα την επισκίαση του αδιαφιλονίκητου πρωταγωνιστή Yul Brynner.

Σ ένα σετ πλημμυρισμένο από τεστοστερόνη και με διάχυτο έναν ανδρικό ανταγωνισμό που όμως καθόλου δεν εμπόδισε την αγαστή συνεργασία και τη σφυρηλάτηση φιλικών σχέσεων, ο Sturges, τελικός αποδέκτης της σκηνοθετικής ευθύνης, γυρίζει την αμερικανική εκδοχή του αριστουργήματος του Kurosawa, Seven Samurai.

Σε αντίθεση με ανάλογες προσπάθειες του παρελθόντος αλλά και του μέλλοντος, οι Υπέροχοι Επτά αποτελούν μία διασκευή άξια λόγου κυρίως γιατί ο σκηνοθέτης της κατάφερε να ενσωματώσει με επιτυχία στο western τους κώδικες τιμής που εξαίρονταν στην γιαπωνέζικη ταινία. Ο ίδιος ο Kurosawa δεν έκρυψε την ικανοποίησή του με το αποτέλεσμα του Magnificent Seven. Άλλωστε συχνά δήλωνε ότι οι επτά σαμουράι του ήταν προϊόν των επιρροών που είχε δεχθεί από το αμερικανικό western.

Η ταινία κατέληξε στα χέρια του Sturges μετά από περιπέτειες και αντιδικίες, πολλές από τις οποίες έφτασαν στις αίθουσες των δικαστηρίων. Ο πρώτος που οραματίστηκε την western εκδοχή των επτά σαμουράι και ενδιαφέρθηκε για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων της ταινίας ήταν ο Yul Brynner. Για ένα χρονικό διάστημα μάλιστα φλέρταρε και με την ιδέα να σκηνοθετήσει ο ίδιος το φιλμ. Αυτή θα μπορούσε να είναι μία ενδιαφέρουσα τροπή καθώς ο Brynner υπήρξε ένας εξαιρετικός φωτογράφος. Δυστυχώς η ιδέα δεν ευοδώθηκε. Το cut the long story short, η ταινία οδηγήθηκε τελικά στα χέρια ενός βετεράνου του είδους, του John Sturges.

Ο Sturges γυρίζει μία ταινία που μπορεί να θεωρηθεί πρόδρομος των σκληρών και απέριττων spaghetti western του Λεόνε. Εγκαταλείπει τις μεγαλόπνοες φόρμες αφήγησης του John Ford και του Huston και εγκαινιάζει ένα νέο, ρεαλιστικό τρόπο αντιμετώπισης της αμφιλεγόμενης κοινωνίας της Άγριας Δύσης.

Έχοντας ένα εξαιρετικά σφιχτό σενάριο, των WALTER Newman και William Roberts, ως εργαλείο, ο σκηνοθέτης μας αφηγείται με απόλυτο ρεαλισμό την ιστορία των επτά μισθοφόρων που κλήθηκαν από τους κατοίκους ενός μεξικανικού χωριού προκειμένου να τους βοηθήσουν να αντιμετωπίσουν μία συμμορία κλεφτών που με επικεφαλής τον Calvera (κατά κόσμο Eli Wallach) ρήμαζε τις προμήθειες τους καταδικάζοντας σύσσωμο το χωριό σε αφανισμό.

Ο Sturges σκηνοθετεί μία ταινία δράσης και ηρωικών εξάρσεων χωρίς να παραμελεί την αγαπημένη του συνήθεια: να ρίχνει μία εξονυχιστική ματιά στις αθέατες πλευρές αυτής της κοινωνίας. Ο σκηνοθέτης διακρίνεται στην προσπάθειά του να αναλύσει την ψυχοσύνθεση 7 χαρακτήρων, να ερμηνεύσει τις αντιδράσεις τους, να τους δώσει παρελθόν, να τονίσει την έλλειψη προοπτικών και κυρίως να προβάλλει τους στενούς δεσμούς που προκύπτουν ανάμεσα σε ανθρώπους που αντικρίζουν καθημερινά τον θάνατο κατάματα. Με μία πραγματικά εντυπωσιακή οικονομία λόγου, καταφέρνει να σκιαγραφήσει και τους 7 με τέτοιο τρόπο ώστε όταν καλούνται να πάρουν την σημαντική απόφαση της επιστροφής ή μη στο χωριό – σκηνή κορύφωσης- ξέρουμε πολύ καλά τι θα κάνει ο καθένας και κυρίως για ποιο λόγο θα το κάνει. Τα κίνητρά τους μας είναι οικεία η ποιότητα του κάθε χαρακτήρα ανεξήγητα γνωστή. Είναι σαφές και αυταπόδεικτο ότι ο σκηνοθέτη θέλει να απομυθοποιήσει την γοητεία των «φτωχών και μόνων καουμπόηδων» που δεν εξαρτώνται από κανένα και βρίσκονται στην διάθεση οποιουδήποτε πληρώνει καλά (ή όχι και τόσο καλά). Φωτίζει σκληρά την αληθινή τους ζωή αυτήν που τους καταδικάζει στην αποξένωση και στη μοναξιά, που τους καταντά απόκληρους μίας κοινωνίας η οποία τους αναζητά όταν τους χρειάζεται, αρνείται όμως να τους ενσωματώσει ότι την χρειάζονται αυτοί.

Οι σκηνές δράσης είναι γυρισμένες εξαιρετικά, ιδιαίτερα δε οι σκηνές με τα άλογα, από έναν μαέστρο του είδους και ποτισμένες με την παιχνιδιάρικη διάθεση της διάσημης παρέας που έπαιζε ευχαρίστως με τα όπλα της ακόμη και στα διαλείμματα των γυρισμάτων.

7 + 1


Chris – The old man was right. Only the farmers won. We lost. We always lose.

Ερμηνευμένος από τον αρχικό εμπνευστή του όλου εγχειρήματος Yul Brynner, ο Chris αποτελεί τον χαρακτήρα – αναφορά. Ο καθιερωμένος πρωταγωνιστής εμφανίζεται επιβλητικός, στιβαρός και με παρόντα όλα τα στοιχεία που ενισχύουν ένα αρχηγικό προφίλ. Στα μάτια του συγκεντρώνεται όλη η υποκριτική του δύναμη και το βλέμμα του είναι αυτό που καθοδηγεί ή καμία φορά και συγκρατεί τους υπόλοιπους. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι και ο ίδιος θεωρεί κεκτημένο, τον πρωταγωνιστικό ρόλο και είναι αποφασισμένος να κρατήσει τους υπόλοιπους 6 σε δευτεραγωνιστικούς. Δεν τα καταφέρνει απολύτως, καθώς το υπόλοιπο καστ αποτελείται από προσωπικότητες- χειμάρρους. Θρυλική έχει μείνει η απειλή προς τον up-and-coming Steve McQueen ότι αν συνεχίσει να αποσπά με τις κινήσεις του την κάμερα, θα βγάζει το καπέλο του αποκαλύπτοντας το καλοξυρισμένο κεφάλι του σε κάθε σκηνή που συμμετέχουν και οι δύο. Είναι βέβαιο ότι τέτοια ακτινοβολία θα επισκίαζε ακόμη και τον Mac Queen! Η απειλή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ καθώς ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους δύο ηθοποιούς κινούνταν πάντοτε στα πλαίσια ενός αλληλοσεβασμού.

Vin - We deal in lead, my friend.

Ο γοητευτικός Steve Mac Queen στον ρόλο του λακωνικού πιστολά Vin είναι υποδειγματικός. Ο ατίθασος ηθοποιός προκειμένου να συμμετάσχει στην ταινία προκάλεσε μόνος του το αυτοκινητιστικό ατύχημα που θα του επέτρεπε να παρακάμψει το συμβόλαιο που είχε για το Wanted Dead or Alive και που του απαγόρευε άλλες συνεργασίες. Ο ίδιος βέβαια είχε το μάτι του στον ρόλο που τελικά κράτησε ο Horst Buchholz θεωρώντας ότι ένας ρόλος ζεν – πρεμιέ θα του πήγαινε καλύτερα. Έτσι αντιλήφθηκε πολύ αργά ότι ο ρόλος που του είχε δοθεί ήταν ιδιαίτερης βαρύτητας καθώς στις δικές του – λίγες ομολογουμένως, 70 ή 80 , ατάκες συμπεριλαμβάνονταν αυτές που συνόψιζαν τους προβληματισμούς σεναριογράφου και σκηνοθέτη. Όντας ένας έξυπνος ηθοποιός χρησιμοποίησε όλα τα δυνατά εκφραστικά μέσα προκειμένου να αναδείξει τον Vin και τον εαυτό του σε πρωταγωνιστές. Ευθυτενής, όμορφος με το θλιμμένο – σήμα κατατεθέν – βλέμμα του καθιερώνεται από νωρίς στην συνείδησή μας ως μύθος.

Britt - Nobody throws me my own guns and says run. Nobody

Η ψηλόλιγνη φιγούρα του φρέσκου στα κινηματογραφικά, James Coburn είναι η επιτομή του cool. Οι ατάκες του δεν θα είναι πάνω από 20 σ’ όλο το φιλμ όμως η ματιά του είναι θανατηφόρα και η ψυχραιμία του παροιμιώδης. Απόμακρος, ο λιγότερος προφανής όλων, στο τέλος θυσιάζεται στο βωμό ενός ιδιότυπου προσωπικού ηθικού κώδικα, ιδιαιτέρως αυστηρού σ΄ότι αφορά την ανοχή μίας προσβολής. Ένας ρόλος εφαλτήριο για τον ιδιόμορφο εκφραστικά ηθοποιό.

Lee - The final supreme idiocy. Coming here to hide. The deserter hiding out in the middle of a battlefield.


Στον Robert Vaughn οφείλουμε δύο πράγματα: Μία εξαιρετικά πετυχημένη ερμηνεία του κομψού φυγόδικου Lee και την ανάληψη του ρόλου του Britt από τον James Coburn. Ο μόνιμα καταδιωκόμενος Lee, είναι ο πιο πολύπλοκος χαρακτήρας ίσως γιατί είναι και ο πιο έξυπνος. Οι προθέσεις του είναι σκοτεινές, οι φόβοι του παρόντες και ο κυνισμός του ρέων και το χιούμορ με το οποίο τον εκφράζει χαρακτηριστικό και έξυπνο. Πρόκειται για τον πιο καλοδουλεμένο χαρακτήρα του έργου μετά από τους δύο, ας πούμε, πρωταγωνιστικούς (Chris Vin).

Bernardo - Ι admire your notion of fair odds, mister

Ο Charles Bronson σε ρόλο χρυσή – ευκαιρία, ερμηνεύει τον στωικό ξυλοκόπο, τον μοναχικό και διψασμένο για στοργή πιστολά με απολαυστικό τρόπο. Η απαρχή της γέννησης μία μανιέρας την οποία ο ηθοποιός δεν θα αποπειραθεί να αποτινάξει ποτέ. Οι ρόλοι του μοναχικού αγωνιστή – εκδικητή θα τον κυνηγούν καθ’ όλη την διάρκεια της καριέρας του και αυτός θα τους υπηρετεί με ένα μονοδιάστατο τρόπο και χωρίς δυστυχώς να έχει εξασφαλίσει την καθοδήγηση εμπνευσμένων σκηνοθετών όπως ο Sturges. Ως Bernardo είναι αποτελεσματικός ακόμη περισσότερο δε, στις σκηνές με τους τρεις πιτσιρίκους που με μεγάλη διορατικότητα έστησε γύρω από τον ανέκφραστο ηθοποιό ο σκηνοθέτης.

Harry – You’re crazy all of you. They won’t lift a finger to help. Think of the odds.

Ο φύσει τυχοδιώκτης, ο λιγότερο ενδιαφέρων χαρακτήρας από τους 7 ερμηνεύεται από τον Brad Dexter που φέρει σε πέρας τον ρόλο με θεατρική γενναιοδωρία. Ο μόνος που κυνηγάει το κέρδος και είναι έτοιμος να θυσιαστεί για αυτό, ατελής ως φιγούρα, εμφανώς προβληματικός, βρίσκει τον χώρο να αναπτυχθεί ανάμεσα στους υπόλοιπους 6 και να εξιλεωθεί και αυτός για παλαιά αμαρτήματα.

Chico – But who made us the way we are, huh? Men with guns. Men like Calvera, and men like you... and now me.

Ο ευρωπαίος ηθοποιός Horst Buchholz προς μεγάλη έκπληξη όλων κερδίζει τον αβανταδόρικο ρόλο του άμυαλου και ριψοκίνδυνου νεαρού που το αίμα του βράζει και που τελικά είναι τόσο τυχερός ώστε να του προσφερθεί μία δεύτερη ευκαιρία. Χαριτωμένος και καταφέρνοντας να ισορροπήσει ανάμεσα σ’ αυτό που θαυμάζει και σε αυτό που ποθεί, ο ηθοποιός στέκεται αξιοπρεπώς απέναντι στους έμπειρους συναδέλφους του. Αντιμετωπίζει τον Brynner ως πατρική φιγούρα και αυτός ανταποκρίνεται χωρίς να ξεπέφτει σε γελοίους συναισθηματισμούς. Το τελευταίο adios του Chris στον Chico είναι αυτό που του δείχνει την έξοδο από τον τυχοδιωκτισμό και τον δρόμο για μία νέα καλύτερη ζωή.

Calvera – If God hadn`t meant for them to be sheared, he wouldn`t have made them sheep.

Σε ένα ρόλο που προοικονομεί τον ρόλο του στον The Good the Bad and The Ugly και εγκαινιάζει ένα νέο είδος κακού- αυτού του χαριτωμένου κουτοπόνηρου που τελικά δεν μπορείς ποτέ να μισήσεις ολοκληρωτικά- η καρτουνίστικη φυσιογνωμία του Eli Wallach. Υπολογίσιμος αντίπαλος που διαθέτει και αυτός ένα περίεργο κώδικα τιμής, εμπλουτίζει το καστ και λειτουργεί ως αντίπαλο δέος.

Η μουσική επένδυση του Elmer Bernstein ήρθε να ολοκληρώσει το έργο του σκηνοθέτη και των ηθοποιών, προσφέροντας στην ταινία την τελική πινελιά και αυτή μάλιστα που της έδωσε μυθικές διαστάσεις. Μία επιβλητική και ταυτόχρονα ανάλαφρη μουσική, ηρωική, ένα ξεσηκωτικό σάλπισμα που ακόμη και σήμερα προκαλεί στον θεατή ένα φούσκωμα στο στήθος. Ο Bernstein υπήρξε υποψήφιος για academy award για το μουσικό του επίτευγμα. Δεν το κέρδισε, όμως το μουσικό θέμα με το οποίο έντυσε την ταινία αποδείχθηκε διαχρονικό και αξεπέραστο (ίσως και λίγο χάρη στην διαφημιστική καμπάνια της Marlboro) και ακόμη και αν δεν έχετε δει την ταινία όλοι σας είστε σε θέση να σφυρίξετε την μουσική της. You `re half way there!

Η ταινία είναι ιδιαίτερα δημοφιλής. Είναι η δεύτερη πιο παιγμένη ταινία στην αμερικανική τηλεόραση ( αν πρέπει να μαντέψω φαντάζομαι ότι η πρώτη είναι το Wonderful Life) και την ακολούθησαν 3 sequels πολύ κατώτερα της αρχικής ταινίας. Ενίσχυσε την κινηματογραφική παράδοση των buddy movies, δείγματα της οποία θα δούμε κατά κόρον αργότερα (The Great Escape, The Dirty Dozen) και με ασφάλεια μπορεί να θεωρηθεί πρόγονος του αριστουργήματος του Peckinpah, The Wild Bunch.

Ξαναδείτε την με άλλο μάτι και αντιμετωπίστε την σαν μία αποχαιρετιστήρια ελεγεία σ’ ένα ηρωικό κινηματογραφικό είδος που οι δημοφιλείς και γόνιμες μέρες του είχαν πλέον παρέλθει…. Άραγε ανεπιστρεπτί?

…We lost. We always lose….

Βαθμολογία: 8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars (8/10)

Αλκηστις Χαρσουλη


 
The Magnificent Seven (1960) - kprncs - Παρ 15 Ιουλ 2016 - 10:15
ΣΧΟΛΙΟ του ΚΓΠ στο [http://www.cine.gr/film.asp?id=1116]
The Magnificent Seven (1960)
ΠΛΟΚΗ: 7 πιστολέρος, με αρχηγό τον Chris Adams (Yul Brynner), χωρίς μέλλον και με σκοτεινό παρελθον, αποφασίζουν -έναντι πινακίου φακής- να βοηθήσουν τους χωρικούς ενός χωριού στο Mεξικό, κοντά στα σύνορα με τις ΗΠΑ.
Οι πιστολέρος μαζί με τους χωρικούς αντιμετωπίζουν τους ληστές και φονιάδες της βίαιης εγκληματικής συμμορίας του Calvera (Eli Wallach), που κλέβει το βιός τους, τους εξευτελίζει και ενίοτε ...ακουμπάει και τις γυναίκες τους.
Οι 7 πιστολέρος εκπαιδεύουν τους χωρικούς στην χρήση των όπλων και αντιστέκονται πολύ δυνατά στην επιδρομή της συμμορίας.
Αλλα, ο Calvera έχει "φίλους" στο χωριό και μπαίνει ύπουλα και εξουδετερώνει τους πιστολέρο.
Παρόλα αυτά, τους αφήνει ελεύθερους να γυρίσουν στις ΗΠΑ.
Οι φίλοι μας όμως έχουν άλλες ιδέες...
ΚΡΙΤΙΚΗ: Η περίφημη ταινία του John Sturges αντλεί το θέμα της από την αντίστοιχη, σπουδαία, επική ταινία του μεγάλου Ιάπωνα σκηνοθέτη Akira Kurosawa του 1954, "The Seven Samurai".
Η μεγάλη διαφοροποίηση είναι προς το τέλος, όταν ο αρχιληστής Calvera με την βοήθεια ενός φοβισμένου χωρικού μπαίνει στο χωριό, συλλαμβάνει τους πιστολέρο ("σαμουράι") , αλλά αντί να τους εκτελέσει, τους αφήνει ....ελεύθερους!
Και αν αυτό είναι παράλογο, το πιο εξωφρενικό, αλλά και αντίθετο στον "κώδικα τιμής" των γουέστερν, είναι ότι αυτοί μόλις ελευθερώνονται από τους άνδρες του ληστή, ανακτούν τον οπλισμό τους και του επιτίθενται, μη σεβόμενοι το γεγονός ότι τους χάρισε την ζωή...
Ο Kurosawa δεν περιέλαβε καμία τέτοια ανοησία στο δικό του έπος, αλλά ο Sturges τροποποίησε το σενάριο με αυτό τον τρόπο.
Επειδή όμως το αποτέλεσμα μετράει, το κοινό λάτρεψε αυτή την ταινία και την έκανε μεγάλη εμπορική επιτυχία και θεοποίησε τους ερμηνευτές της...
Η ταινία σηματοδοτεί το τέλος των γουέστερν, ουσιαστικά, στα οποία η αντιπαράθεση ήταν "Βόρειοι-Νότιοι", ή, ακόμα χειρότερα, "Ασπροι-Ινδιάνοι": Το νέο στοιχείο είναι ο τυχοδιώκτης λευκός πιστολέρο και ο άγριος, αγροίκος και αιμοβόρος Μεξικανός ληστής...
Λίγα χρόνια μετά ο σπουδαίος Sergio Leone, κτίζοντας πάνω σε αυτή την θεματολογία, θα κινηματογραφήσει παγκόσμιες επιτυχίες (με τον Eli wallach να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο σε κάποιες από αυτές...)..
Οπωσδήποτε η ταινία περιέχει ελαφρές στιγμές και καλαμπούρια, είναι φιλοσοφημένη (όλοι οι πιστολέρο αναγνωρίσουν ότι είναι ρεμάλια του κερ@τ@) και δεν παραγνωρίζει την τρυφερότητα και το συναίσθημα, που την καθιστά γενικής προβολής και αποδοχής![ΚώσταςΚΓΠ15072016](8/10)
 
Εδω τα καλα western - softice - Τρί 09 Οκτ 2012 - 11:51
Δεν έχω δει την ταινία του Κουροσαβα για να κάνω σύγκριση, αλλα οποίος ψάχνει για ένα καλο western και δεν το έχει δει.....εδώ είναι.
 
Legacy - Χρηστος Παναγοπουλος - Unverified - Δευ 18 Οκτ 2010 - 00:06
Η αμερικανικη εκδοχη της πασιγνωστης ιαπωνικης ταινιας του Kurosawa αφηνει μονο καλες εντυπωσεις με μοναδικες ερμηνειες και αξιοσημειωτη σκηνοθεσια .Ο John Sturges(μεγαλη αποδραση ,ασχημη μερα στον μαυρο βραχο) καταφερνει ενα μοναδικο επιτευγμα και μας χαριζει ακομα μια φανταστικη ταινια .Οι Steve McQueen ,Yul Brynner ,Charles Bronson ,Eli Wallach κ.α. ερμηνευουν ο καθενας τους με μαεστρια τον καθε ρολο που αντιπροσωπευουν ! Η ταινια εχει και δωσεις κωμωδιας οπως οι σκηνες με τον Charles Bronson και τα τρια παιδια .Μπορει να μην ειναι τοσο αριστουργηματικο οσο το ιαπωνικο ειναι ομως σιγουρα ενα απο τα καλυτερα αμερικανικα western του 60’…
4/5


Χρηστος Παναγοπουλος
 
Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.