• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22160
  • Αριθμός συν/τών: 758812
  • Πρόγραμμα 282 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


Death and the Maiden (1994)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Ο Θάνατος και η Κόρη

Πολιτικό Θρίλερ | 103' | Ακατάλληλο κάτω των 15
Πρεμιέρα στην Ελλάδα: Παρ 12 Μαϊ 1995
Χρώμα: Έγχρωμο
Ήχος: Dolby Surround (Prologic)
Γλώσσα: Αγγλικά
Δημοτικότητα: 0.16 %
Αξιολόγηση: 8.19/108.19/108.19/108.19/108.19/108.19/108.19/108.19/108.19/10   (8.19/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Μέση (Συμφωνία ψήφων μεταξύ 50 και 75%)




- Υπότιτλος:

Σήμερα ο οίκτος θα ταφεί μαζί με το παρελθόν. Ετοιμαστείτε για τη στιγμή της αλήθειας.

 

- Κριτική από το Cine.gr:


Πέμπτη 19 Μαΐου 2005

Σήμερα: Death and the Maiden – Ο Θάνατος και η Κόρη


Δεν ξέρω αν θέλουν να μου πουν κάτι μ’ αυτές τις ταινίες που μου στέλνουν, αλλά σίγουρα μου βάζουν περίεργες ιδέες. Γιατί αυτή τη φορά, μου έριξαν τον Θάνατο και την Κόρη, την ιστορία ενός τύπου που τον αρπάζει μια ημιπαράφρων γυναίκα που είχε φυλακιστεί και κακοποιηθεί κατά τη διάρκεια κάποια χούντας, και φυσικά, τον φυλακίζει και τον κακοποιεί.

Πριν όμως γίνει αυτό, η ταινία ανοίγει σε ένα κονσέρτο για έγχορδα, με μια σύνθεση που ο Πάτας, ή ο Θράσος, θα αναγνώριζαν σίγουρα από το πρώτο γρατζούνισμα του βιολιού, όμως η μόνη αντίδραση που μου προκαλεί εμένα είναι να κουνάω το κεφάλι μου πέρα-δώθε στο ρυθμό και να λέω από μέσα μου «γαμώτο, πρέπει να ψαχτώ λίγο με την κλασσική. Και να μάθω να πίνω μπουρμπόν. Μη σου πω να φτιάχνω κιόλας».

Οι εσωτερικές μου νουθεσίες όμως δεν κρατάνε πολύ, η οθόνη σκοτεινιάζει και μεταφερόμαστε στη μέση του πουθενά, σε κάποια αδιευκρίνιστη χώρα, που μόλις έχει συνέλθει από ένα ιδιαίτερα σκληρό στρατιωτικό καθεστώς. Είναι νύχτα, βρέχει, φυσάει, και μια γυναίκα στέκεται στην βεράντα ενός ερημικού σπιτιού, σ’ αυτή τη μέση του πουθενά. Το ανήσυχο βλέμμα της σκανάρει το σκοτάδι και το ραδιόφωνο μιλάει για μια νεοσυσταθείσα επιτροπή με αποστολή να εντοπίσει και να εκδικάσει υποθέσεις παρανομιών κατά τη διάρκεια της σκληρής χούντας. Ο άντρας της γυναίκας έχει τεθεί επικεφαλής, και για κακή του τύχη φτάνει σπίτι λίγο αφού η γυναίκα έχει ενημερωθεί από το ραδιόφωνο, για να του συναντήσει μια ιδιαίτερα ψυχρή υποδοχή. Είναι κάθετα αντίθετη με την επιτροπή, αφού τη βλέπει καταδικασμένη σε κακοδικίες που θα οδηγήσουν νομοτελειακά σε αθωώσεις φονιάδων και βασανιστών, φοβάται ότι οι άνθρωποι που την είχαν δεμένη και έκαναν τρομερά πράγματα στο κορμί της, θα κυκλοφορούν ελεύθεροι και κατά κάποιον αρρωστημένο τρόπο, σχεδόν δικαιωμένοι. Προφανώς δεν έχει συνέλθει εντελώς απ’ τα ηλεκτροσόκ, και πετάει το δείπνο του άντρα της στα σκουπίδια. Τσακώνονται, της λέει πως όλα θα πάνε καλά, τα ξαναβρίσκουν.


Κι εδώ σχεδόν τελειώνει το οικογενειακό δράμα και τερματίζονται οι υπόνοιες πολιτικής ταινίας, για να δώσουν τη θέση τους σε κάτι ακόμη πιο ηλεκτρισμένο: ένα σφιχτό θρίλερ δωματίου, με Roman Polanski σε φόρμα, τρεις ηθοποιούς σε ρεσιτάλ και εξαιρετικά δομημένο σενάριο, ανά πάσα στιγμή ελεύθερο και ικανό να ακολουθήσει όποιο δρόμο θέλει, και να βάλει στον ίδιο χορό και τα τρία παραπάνω genre. Γιατί εκεί που ο Gerardo (Stuart Wilson) τα είχε βρει με την Paulina (Sigourney Weaver), εμφανίζεται ο άνθρωπος που έφερε τον Gerardo σπίτι όταν τον βρήκε στο δρόμο να προσπαθεί να αλλάξει ένα σκασμένο λάστιχο, με μια τρύπια ρεζέρβα. Η Paulina δεν βλέπει τον Dr Roberto (Ben Kingsley), όμως τον ακούει να μιλάει, και στη φωνή του αναγνωρίζει τον χειρότερο εφιάλτη της: τον βασανιστή και βιαστή της, που απολάμβανε να ικανοποιεί πάνω της τις ορέξεις του, υπό τους ήχους του «ο Θάνατος και η Κόρη», του Σούμπερτ.

Η φωνή του και αυτές οι μικρές, αγαπημένες φράσεις του, είναι αρκετές για να ξαναστείλουν μερικές ηλεκτρικές εκκενώσεις στους νευρώνες της και να τη μετατρέψουν σε απαγωγέα, ανακριτή και δικαστή του. Κάπως έτσι στήνεται ένα ιδιότυπο δικαστήριο στους ξύλινους τοίχους της απομακρυσμένης κι απομονωμένης αγροικίας τους, με τον Gerardo να ανακηρύσσεται δικηγόρος υπεράσπισης του γιατρού υπό την απειλή του όπλου που κραδαίνει η Paulina και το οποίο βέβαια δεν είναι ούτε κατά το ήμισυ όσο τρομακτικό είναι το κεραυνοβόλο βλέμμα της. Και σαν όλη αυτή η παράνοια να μην είναι αρκετή, ο Polanski τους βάζει ένα ρολόι να μετράει ανάποδα. Πριν τελειώσει ο χρόνος τους, ο δικηγόρος πρέπει να έχει πείσει τον φυλακισμένο να ετοιμάσει μια αρκετά πειστική απολογία, στην οποία θα παραδέχεται όλα όσα τον κατηγορεί η δικαστής ότι έκανε. Που μπορεί όντως να τα έκανε, αλλά πάλι μπορεί και όχι.

Όμως το αν ο άνθρωπος αυτός είναι ένοχος ή όχι, δεν είναι το μόνο ερώτημα που εγείρει η ταινία –σαφώς ούτε και το πιο σημαντικό. Γιατί καθώς η ένταση αυξάνεται ατάκα με την ατάκα, αποκάλυψη με την αποκάλυψη, πλάνο με το πλάνο, ο Ariel Dorfman, που αρχικά έγραψε το σενάριο ως θεατρικό, ανοίγει ένα σακούλι με άσχημες και ενοχλητικές ερωτήσεις για την υποκειμενικότητα της αλήθειας, την επιρροή της περιβάλλουσας παραφροσύνης στην ανθρώπινη συμπεριφορά, τη φύση της ενοχής και της μετάνοιας, το πώς το θύμα μετατρέπεται σε κάτι σκληρότερο από τον θύτη του όταν η εξουσία αλλάξει χέρια, και τελικά την ικανότητα ενός ανθρώπου να ανακάμψει όταν έχει δει το πραγματικό πρόσωπο της απανθρωπιάς. Ή την ανικανότητά του.

Το πιο δυνατό στοιχείο όμως της ταινίας δεν είναι οι ερωτήσεις που θέτει, αλλά το πώς οι απαντήσεις που δίνει, όταν έρθει η ώρα, μετατρέπονται σε ακόμη πιο βασανιστικά ερωτηματικά. Όμως τίποτε απ’ όλα αυτά δε θα είχε δουλέψει σωστά, αν δεν είχε ανατεθεί στους κατάλληλους ηθοποιούς. Από τη μια, η Sigourney Weaver διαχειρίζεται με καταπληκτική τεχνική το ρόλο της βασανισμένης γυναίκας, χρωματίζοντας την οργή της με μια υπόκωφη μελαγχολία που πηγάζει από τις ανοιχτές της ακόμα πληγές. Από την άλλη, ο Ben Kingsley απογειώνει το ρόλο του υποψήφιου ενόχου, ποτίζοντάς τον με μαγευτική οξύνοια που κερδίζει τον θαυμασμό και τη συμπάθεια του θεατή, μόνο για να τη θέσει εν αμφιβόλω με μια σκοτεινή ματιά, ή μια διφορούμενη έκφραση. Κι ύστερα, υπάρχει κι ο Stuart Wilson, χαμένος ανάμεσα στον παθιασμένο του ιδεαλισμό, και την μπολιασμένη με ενοχές ευγνωμοσύνη για τη γυναίκα του, είναι το μπαλάκι που πηδάει από τη μια μεριά του γηπέδου στην άλλη, αδυνατώντας να αποφασίσει τίνος το μέρος θέλει να πάρει. Όπως κι ο θεατής, ο ρόλος του Wilson είναι ο ένορκος που θα πάρει την τελική απόφαση και θα καθορίσει την έκβαση της διεστραμμένης κατάστασης που παρακολουθεί. Όμως ποτέ δεν θα μπορέσει να την κατανοήσει πλήρως. Μόνο ο θύτης και το θύμα έχουν την πλήρη εικόνα, και μόνο αυτοί μπορούν να την καταλάβουν, έστω κι αν χρειάζεται να αλλάξουν θέσεις για να το κάνουν. Ακούτε εσείς εκεί πάνω; Όταν αλλάξουμε θέσεις, θα σας πω εγώ.

Βαθμολογία: 8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars (8/10)

Ιωσήφ Πρωιμάκης (MovieDungeon)




Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010

Αν με ρωτήσει κάποιος τι είναι αυτό που με έχει κάνει επανειλημμένα να ερωτεύομαι ταινίες του Polanski, θα του απαντήσω πως είναι κυρίως αυτός ο μοναδικός του τρόπος να χτίζει ατμόσφαιρες και κινηματογραφικούς κόσμους που σε στοιχειώνουν. Εδώ, ομολογώ πως δεν ερωτεύτηκα την ταινία, όμως δεν μπορώ παρά να αναγνωρίσω το μοναδικό του αυτό ταλέντο.

Έχει στα χέρια του ένα σενάριο αμιγώς θεατρικό, όπου δεν «παίζουν» παρά τρεις ηθοποιοί κι ακόμη κι έτσι καταφέρνει να παίζει με τα νεύρα και την αγωνία μας για αρκετή ώρα μέσω μιας ατμόσφαιρας που θυμίζει παλιό θρίλερ και ισορροπεί με αξιώσεις ανάμεσα στον Hitchcock και την Αποστροφή. Για άλλη μια φορά, χειρίζεται με αριστοτεχνικό τρόπο την προοικονομία και χτίζει το σύμπαν του λιθαράκι-λιθαράκι χωρίς να λείπει κανένα κομμάτι προκειμένου να κατανοήσουμε και να νιώσουμε το φινάλε του. Λιθαράκι-λιθαράκι χτίζει, όμως, και τους ήρωες του και μας δείχνει ότι γνωρίζει πολύ καλά πως να αποδώσει στη μεγάλη οθόνη την τρέλα και τον πόνο. Σίγουρα ένα θεατρικό οφείλει να έχει πιο προσεγμένους χαρακτήρες κι αυτό τους διαθέτει. Ο Polanski, όμως, αποδεικνύεται για άλλη μια φορά μάστορας στο πώς να διαχειρίζεται τα ένστικτα, τα πιστεύω και τις συνειδήσεις τους. Σύμμαχο βέβαια στην επιτυχημένη του αυτή προσπάθεια έχει και τους δύο πρωταγωνιστές του. Η «αντρόφατσα» και τα φουσκωμένα μπράτσα τής διαχρονικής σταρ Sigourney (κι όχι, δε μιλάω ειρωνικά) αρκούν για να δώσει μια υπέρ του δέοντος ικανοποιητική ερμηνεία. Για τον Ben Kingsley νομίζω δεν χρειάζονται ιδιαίτερες περαιτέρω συστάσεις...

Η ταινία δεν απεκδύθηκε ποτέ τον τίτλο του θρίλερ στο βωμό του δράματος κι ως γνήσιο τέτοιο διαθέτει πολλά θριλερικά στοιχεία στα οποία, χαρίζοντας ο σκηνοθέτης μια old-time γοητεία, επιμελώς αποφεύγει τα κλισέ και σε πολλά του σημεία μας εκπλήσσει ευχάριστα. Εκεί, λοιπόν, που περιμένουμε ένα φινάλε αντάξιο των προσδοκιών που η ίδια η ταινία επί 90 λεπτά μας καλλιεργεί, μας έρχεται το αυτονόητο, αυτό που είχαμε όλοι ψιλιαστεί από το πρώτο μισάωρο. Ο μονόλογος του Kingsley μπορεί να είναι όλα τα λεφτά, αλλά αυτό δεν μειώνει για κανένα λόγο την προβλεψιμότητα του φινάλε.

Συμπερασματικά, πρόκειται για ένα θρίλερ με σαφείς πολιτικές προεκτάσεις. Σκοπός του δεν είναι ούτε ο διδακτισμός, ούτε το αδιάκοπο κυνήγι κρυμμένων συμβολισμών. Ένα θρίλερ χαρακτήρων ακόμα ήθελε να κάνει ο Polanski κι ως τέτοιο δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως επιτυχημένο. Δεν είναι και η ταινία-σταθμός στην καριέρα τού μεγάλου σκηνοθέτη, είναι όμως μια ταινία που αν και για κάποιο λόγο έχει θαφτεί κάπου στο πέρασμα του χρόνου, αξίζει να την ανασύρετε και να την απολαύσετε...

Βαθμολογία: 3.5/10 Stars3.5/10 Stars3.5/10 Stars3,5/10 Stars (3.5/5)

Σοφία Γουργουλιάνη


 
<Χωρίς Τίτλο> - nota1234 - Πεμ 05 Ιαν 2012 - 17:34

 

Πραγματικά μια εξαιρετική ταινία με καθηλωτικές ερμηνείες και τραγικούς ήρωες, η Sigourney σ` ένα ρεσιτάλ ερμηνείς, ίσως η πιο κυνικός ρόλος του Kingsley. `Αλλο ένα must see film!!!!!

 
Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.