• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


Bonnie and Clyde (1967)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Μπόνι και Κλάιντ
- Γνωστό και ως:
Μπόννυ και Κλάιντ

Βιογραφική | 112' | Ακατάλληλο κάτω των 15
Ημερομηνία κυκλοφορίας DVD: 15/10/2000
Χρώμα: Έγχρωμο
Ήχος: Mono
Γλώσσα: Αγγλικά
Δημοτικότητα: 0.13 %
Αξιολόγηση: 8.02/108.02/108.02/108.02/108.02/108.02/108.02/108.02/108.02/10   (8.02/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Υψηλή (Συμφωνία ψήφων μεταξύ 15 και 50%)




- Υπότιτλος:

Είναι νέοι, είναι ερωτευμένοι… και σκοτώνουν κόσμο.

- Gallery:



 

- Κριτική από το Cine.gr:


Τον Αύγουστο του 1967 βγαίνει στις αίθουσες η ταινία Bonnie and Clyde του Arthur Penn μετά από μία διαδικασία παραγωγής που έμοιαζε με μαραθώνιο και μάλιστα μετ’ εμποδίων. Η ταινία, που γυρίστηκε χάρη στην ειδική ικανότητα του Warren Beatty να «παρακαλάει» (τον Jack Warner ας πούμε), καταδικάζεται από τον Bosley Crowther των NY Times, γίνεται αντικείμενο επίθεσης πλήθους άλλων κριτικών, αποσύρεται από τις αίθουσες και κινδυνεύει να «θαφτεί» κάτω από μία ταφόπλακα που πάνω έγραφε drive-ins (και μάλιστα του Texas). Όμως μία τέτοια ταινία όποια και αν είναι η μεταχείριση που υφίσταται από τους καλοθελητές του κινηματογραφικού κατεστημένου, δεν είναι δυνατό να περάσει απαρατήρητη. Ύστερα από προσεκτικούς χειρισμούς του παραγωγού της Warren Beatty, ξαναβγαίνει στις αίθουσες, ένα νέο κύμα κριτικών την αποθεώνει, κερδίζει δέκα υποψηφιότητες για academy awards και καθιερώνει το σύνολο των συντελεστών της δια παντός. Το Bonnie and Clyde μοιάζει να αλλάζει τον ρουν της κινηματογραφικής ιστορίας και «απόγονοί» της όπως το Badlands, Thelma & Louise - Θελμα και Λουιζ, Natural Born Killers - Γεννημενοι Δολοφονοι ακόμη και το πιο πρόσφατο, Road to Perdition - Ο Δρομος της Απωλειαςέρχονται να επιβεβαιώσουν πρόθυμα το μέγεθος της επιρροής που δέχτηκαν από την ταινία του Penn.

Η ταινία είναι βασισμένη πάνω στην ιστορία των δύο θρυλικών παρανόμων της δεκαετίας του `30, Clyde Barrow και Bonnie Parker. Η ιστορία των δύο νέων ληστών με τον προφίλ του Ρομπέν των δασών, που επί μία πενταετία λήστευαν τράπεζες και όχι μόνο, στις πολιτείες των Texas, Oklahoma, Missouri, Louisiana και N. Mexicο, και η επίδρασή τους στον πληθυσμό, ο οποίος, καταρρακωμένος από το κραχ και την ακόλουθη οικονομική κρίση, αντιμετωπίζει τον κάθε ένα που ληστεύει τράπεζες ως ήρωα, αναμφισβήτητα υπήρξαν το τέλειο θέμα για μία ταινία που εγκαινιάζει μία νέα περίοδο στον αμερικανικό κινηματογράφο. Αυτήν του μετα-κλασσικού Hollywood, ας μου επιτραπεί η έκφραση. Ο Penn ανήκει σε μία γενιά σκηνοθετών (μαζί με τον Peckinpah κ.α.), φανερά επηρεασμένης από την Nouvelle Vague, σε μία γενιά που γεφυρώνει τελικά με τη κινηματογραφική της γραφή το κλασσικό Hollywood με τον μοντέρνο αμερικανικό κινηματογράφο, ο οποίος θεματικά τουλάχιστον αγγίζει το σινεμά του auteur.

Ο Arthur Penn με το Bonnie and Clyde συμπληρώνει τα The Chase και The left–handed gun όσον αφορά στον προβληματισμό του γύρω από τους περιθωριακούς της κοινωνίας, οι οποίοι δεν είναι φύσει εγκληματίες αλλά παιδιά της εποχής στην οποία υπήρξαν. Παράλληλα οι Bonnie και Clyde δεν είναι τίποτε άλλο από ένα Romeo και μία Juliet on the run και με προδιαγεγραμμένο το σεξπηρικών διαστάσεων τέλος τους, και η, ακαθόριστης προέλευσης, σχέση αλληλεξάρτησης των δύο φυγάδων δεν μπορεί παρά να ιντριγκάρει τον σκηνοθέτη καθώς του προσφέρει την συναισθηματική πλατφόρμα της ταινίας του.

Ο τρόπος εκφοράς της ιστορίας παίζει ανάμεσα στο slapstick ( οι αναφορές στον Mack Sennet είναι ξεκάθαρες), στην ρομαντική κομεντί, στο δράμα και στο σφιχτοδεμένο αστυνομικό. Οι αλλαγές στον τόνο και συχνά στο ύφος την αφήγησης είναι μελετημένες και όχι μόνο δεν κουράζουν τον θεατή αλλά ανανεώνουν και το ενδιαφέρον του.

Η ταινία δομείται σε τρία μέρη: Κατά το πρώτο μέρος λαμβάνει χώρα η γνωριμία των δύο πρωταγωνιστών και η σύσταση της συμμορίας Barrow, το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει τα έργα και τις ημέρες της συμμορίας και το τρίτο μέρος αφορά στο τραγικά δίκαιο και πολυαναμενόμενο τέλος των Bonnie και Clyde. Ο Penn διηγείται την ιστορία σε πάρα πολλά επίπεδα. Κατ’ αρχάς δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς σ’ ότι αφορά το ποιόν των παρανόμων. Είναι σαφές ότι δεν είναι γεννημένοι εγκληματίες, ότι είναι προϊόντα μίας εποχής σκληρής με υπερμεγέθεις κοινωνικές ανισότητες οι οποίοι κάνουν μία, ιδιόμορφη οπωσδήποτε επανάσταση ενάντια στο οικονομικό και κοινωνικό κατεστημένο. Παράλληλα ο σκηνοθέτης αποφεύγει τον σκόπελο του να αποκαταστήσει πλήρως ανθρώπους που διέπρατταν ληστείες και φόνους. Διηγείται την ιστορία κάπου ανάμεσα. Κατανοούμε την φύση και τα κίνητρα των ληστών ταυτόχρονα όμως είμαστε προετοιμασμένοι για το τέλος, ένα τέλος, που όσο και αν σας φαίνεται περίεργο το περίμεναν και οι ίδιοι ως λύτρωση.

Η Bonnie Parker και ο Clyde Barrow σε μία έξοχη απόδειξη του αυτοσαρκασμού τους, είχαν την συνήθεια να φωτογραφίζονται, σε προσεκτικά σκηνοθετημένες πόζες, και να τροφοδοτούν τον Τύπο της εποχής με αυτές τις φωτογραφίες. Ο Penn δεν θα μπορούσε προφανώς με τίποτε να προσπεράσει την ευκαιρία που του προσφερόταν να επιτύχει ένα δηκτικό σχολιασμό πάνω στην δύναμη αλλά και στις εκάστοτε προθέσεις του Τύπου. Οι ληστές –soon to be stars- ανεβάζουν την αδρεναλίνη του πληθυσμού στα ύψη καθώς προκαλούν συναισθήματα φόβου ανάμεικτα με θαυμασμoύ και ο Τύπος όχι απλώς βοηθάει, σχεδόν «χτίζει» την φήμη τους.

Δεν μπορώ να παραβλέψω την οπτική γωνία από την οποία η ταινία ατενίζει την γυναίκα. Πρωτοπόρα και σ’ αυτόν τον τομέα εγκαινιάζει την παρουσία ενός νέου γυναικείου προσώπου στον κινηματογράφο και συνδράμει, με έναν κριτικό τρόπο όμως, το φεμινιστικό κίνημα. Η Bonnie είναι μία γυναίκα δράσης (είναι doer όπως πολύ εύστοχα άκουσα σε σχετική διάλεξη να την αποκαλούν), είναι εξοικειωμένη με την βία, την ασκεί όπως και οι άντρες (no need for a man to do the dirty job) η προσωπικότητά της είναι ολοκληρωμένη και ανεξάρτητη από τον Clyde. Διεκδικεί ισότητα και οι άντρες της την αναγνωρίζουν καθώς το δικαίωμα να διεκδικεί προκύπτει από τις ικανότητές της και το ξεκάθαρα ηγετικό ή συν-ηγετικό της προφίλ. Η τοποθέτησή της απέναντι στην εκ διαμέτρου αντίθετη σύζυγο του αδελφού του Clyde που ερμηνεύει η Estelle Parsons, πετυχαίνει ένα εκπληκτικό χιαστό αποτέλεσμα. Η σταδιακή αφύπνιση της Blanche της οποίας η ζωή εξαρτάται αποκλειστικά από τις επιλογές του άντρα της συντελείται μέσα από την κόντρα της με την Bonnie ενώ ταυτόχρονα η Bonnie αφήνει χώρο στην γυναικεία της τρυφερότητα να αναπτυχθεί ακριβώς γιατί βιώνει τη σημασία της οικειότητας ανάμεσα σ’ ένα ζευγάρι, στην σχέση της Blanche με τον Buck. Πόσο εύστοχο σχόλιο για τις ισορροπίες που οι γυναίκες καλούνται να κρατήσουν, μία εποχή που το φεμινιστικό κίνημα σαρώνει τα πάντα (και απολύτως δικαιολογημένα)!



Το εικαστικό μέρος της ταινίας είναι επίσης σημαντικό. Πρώτη φορά ο θεατής (και λίγα χρόνια πριν το The wild Bunch - Αγρια Συμμορια) έρχεται σε επαφή με την στυλιζαρισμένη απόδοση βίας που θα αλλάξει τον κινηματογραφικό «θάνατο» για πάντα και που θα πετύχει ένα περίεργο όμως ποθητό στόχο. Ο σύγχρονος της ταινίας θεατής δεν αποστρέφει πλέον το βλέμμα του ενώ αντικρίζει σοκαριστικές (αν και στα όρια του γκροτέσκο) και παρατεταμένες σκηνές βίας και εμείς συνειδητοποιούμε ότι αυτή ήταν η αρχή του δρόμου που μας οδήγησε κατευθείαν στην φετιχιστική βία του Tarantino.

Στην ταινία αποδεικνύεται (μάλλον επιδεικνύεται) η ικανότητα του Penn να δουλεύει με τους ηθοποιούς του και να «βασανίζει» τους χαρακτήρες μέχρι να γίνουν ανθρώπινοι, κατανοητοί. Οπωσδήποτε το καστ είναι ιστορικό. Πανέμορφοι, πρωτοεμφανιζόμενοι στον κινηματογράφο όμως με θεατρική εμπειρία, ηθοποιοί ξεπερνούν τους εαυτούς τους. Η ταινία αποτέλεσε για τον καθένα απ’ αυτούς εφαλτήριο.

O Warren Beatty, πριν και πρώτα απ’ όλους, ήταν αυτός που πίστεψε στην ταινία, υπήρξε παραγωγός της και αντιμετώπισε με γενναιότητα κάθε εμπόδιο που αυτή συνάντησε στο δρόμο προς την καταξίωση. Παράλληλα έκανε αυτό που έμοιαζε από καιρό να είναι η επιθυμία του: έστρεψε την πλάτη του στον τίτλο του ζεν πρεμιέ που μέχρι τότε του ζητούσαν να υπερασπίσει και διεκδίκησε τον τίτλο του σημαντικού ηθοποιού ερμηνεύοντας έναν σεξουαλικά δυσλειτουργικό παράνομο, του οποίου τα κίνητρα και οι προθέσεις είναι συζητήσιμα. Η ομορφιά του πλημμυρίζει την οθόνη και μην γελάσετε, κόβει την ανάσα ακόμη και σήμερα, όμως το ίδιο πετυχαίνει και η ερμηνεία του. Αποδίδει όλα τα πρόσωπα του Clyde, υπηρετεί υποκριτικά όλους τους ρόλους που εκείνος καλούνταν να παίξει (αρχηγός της συμμορίας, φονιάς, υποκινητής της δράσης, σύντροφος της Bonnie) και βασικός γνώμονας της ερμηνείας που εξελίσσεται καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας είναι η αμοιβαία αφοσίωση ανάμεσα σ’ αυτό το ζευγάρι με την μη καθορισμένη έλξη και σχέση.

Η Faye Dunaway ανήκει σε μία ομάδα ηθοποιών (μαζί με την Fonda που υπήρξε η πρώτη επιλογή για τον ρόλο της Bonnie και ίσως και την Angie Dickinson) που δίνουν πνοή σε ένα καινούριο είδος κινηματογραφικής ηρωίδας γύρω εκεί στις αρχές της δεκαετίας του `70. Αυτής που αναλαμβάνει δράση, που είναι αυθύπαρκτη, που η προσωπικότητά δεν αναπτύσσεται εντός των ορίων που της θέτει ένας άντρας. Φέρνει το ρόλο εις πέρας εξαίρετα κάνοντας χρήση, πλην των εκφραστικών της μέσων, και της σαγήνης που την διακρίνει και προσφέρει στο Hollywood το next hot thing σε πρωταγωνίστρια. Η χημεία μεταξύ των πρωταγωνιστών προκαλεί ανατριχίλες.

Ο Gene Hackman στον ρόλο του φλύαρου, ενθουσιώδη, συναισθηματικού, πλακατζή, ευθυνόφοβου (?), ηθικά αμφισβητήσιμου αδελφού του Clyde, Buck, παραδίδει μία ερμηνεία που θα του προσφέρει την δυνατότητα να διεκδικεί στο μέλλον ρόλους διφορούμενων, ηθικά αμφιταλαντευόμενων χαρακτήρων, ρόλους που προφανώς αγαπά πολύ. Η χημεία με την Estelle Parsons δεν είναι τόσο λειτουργική. Η Parsons παρ’ όλο που είναι η μόνη ερμηνεία που βραβεύθηκε από την Ακαδημία θα πρέπει να πω ότι είναι και η μόνη που ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες. Όχι γιατί είναι η καλύτερη, όχι. Γιατί είναι αυτή που δεν φέρει τον αέρα της αλλαγής – μήπως και για αυτό βραβεύθηκε?-. Ο τρόπος που ερμηνεύει την Blanche είναι προσεκτικά σχεδιασμένος, οπωσδήποτε ακαδημαϊκός, στείρος όμως και κυρίως βασίζεται σε μία υπερβολή που χαρακτηρίζει προηγούμενη δεκαετία και άλλου είδους ταινίες. Μία μικρή κουβέντα και για την εμφάνιση του νεαρού Gene Wilder σε ένα ρολάκο με τα χαρακτηριστικά χιουμοριστικού απρόοπτου. Διεκπεραιωμένος με ιδιαιτερότητα και χιούμορ αποτελεί την απαρχή σχετικής καριέρας του ηθοποιού.

Όλοι οι συντελεστές της ταινίας δικαιώθηκαν. Περισσότερο ίσως ο Burnett Guffey που έλαβε και ένα academy award για την διεύθυνση φωτογραφίας (υπέροχο το σέπια αποτέλεσμα, σα να κοιτάς μόνιμα μία παλιά κιτρινισμένη καρτ ποστάλ) αλλά παραπονεμένοι δεν έμειναν ούτε ο Dean Tavoularis για την καλλιτεχνική διεύθυνση (η δουλειά του στο Bonnie and Clyde θα τον οδηγήσει κατευθείαν στο The Godfather) πολύ λιγότερο δε, η Theadora Van Runkle, της οποίας ο διάσημος μπερές κατέλαβε περίοπτη θέση για αρκετά χρόνια σ’ όλες τις γυναικείες ντουλάπες (για του λόγου το αληθές μπορώ να σας επιδείξω τον δικό μου και να φανταστείτε ότι ήμουν αγέννητη όταν γυρίστηκε η ταινία).

Πρόκειται αληθινά για μία μεγάλη ταινία. Και αν όλα τα παραπάνω δεν σας έπεισαν να την δείτε (ή ξαναδείτε) τότε ρίχτε μία ματιά σ’ αυτό με το οποίο θα κλείσω το κείμενό μου. Το ποίημα της Bonnie, ένα ρέκβιεμ για μία ταραχώδη ζωή … ίσως έμπνευση για μία μεγάλη, όπως είπα, ταινία…

You`ve heard the story of Jesse James / Of how he lived and died / If you`re still in need / Of something to read / Here`s the story of Bonnie and Clyde. / Now Bonnie and Clyde are the Barrow gang / I`m sure you all have read / How they rob and steal / And those who squeal / Are usually found dyin` or dead. / They call them cold-hearted killers / They say they are heartless and mean / But I say this with pride / That I once knew Clyde / When he was honest and upright and clean. / But the laws fooled around / Kept takin` him down / And lockin` him up in a cell / Till he said to me: "I`ll never be free / So I`ll meet a few of them in Hell." / If a policeman is killed in Dallas / And they have no clue to guide / If they can`t find a fiend / They just wipe their slate clean / And hang it on Bonnie and Clyde / If they try to act like citizens / And rent them a nice little flat / About the third night / They`re invited to fight / By a sub-guns` rat-a-tat-tat. / Some day, they`ll go down together / They`ll bury them side by side / To a few, it`ll be grief / To the law, a relief / But it`s death for Bonnie and Clyde.

Βαθμολογία: 10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars (10/10)

Άλκηστις Χαρσούλη


 
Legacy - Χρήστος Καλκάνης - Unverified - Παρ 30 Μαρ 2007 - 19:53
Η Φει Νταναγουεη ειναι ολα τα λεφτα (ως συνηθως). Με τη θυληκοτητα, το στυλ και τον αερα της αποκταει παντα αυτο που θελει. Όπως και να το κανουμε, ειναι μοιραια γυναικα.
Λιγα λογια για την ταινια: Δραση, πιστολιδι και αισθημα. Πως γινεται ενας θεατης να συμπαθησει τους ληστες και να υποστηριζει αυτους τους κακους (Μπονυ και Κλαιντ) αντι για τους αστυνομικους που τους καταδιωκουν; Κι ομως γινεται... Μια κλασικη ταινια που το φιναλε της σε στελνει αδιαβαστο. Οι φολοι του κλασικου σινεμα δεν πρεπει να την χασουν.
Χρήστος Καλκάνης
 
Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.