• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22315
  • Αριθμός συν/τών: 759967
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


Karhozat (1988)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Κολαστήριο
- Γνωστό και ως:
Damnation

Σινεφίλ | 116'
Πρεμιέρα στην Ελλάδα: Πεμ 12 Ιαν 2012
Διανομή: New Star
Χρώμα: Ασπρόμαυρο
Ήχος: Mono
Γλώσσα: Ουγγρικά
Δημοτικότητα: 0.02 %
Αξιολόγηση: 5.50/105.50/105.50/105.50/105.50/105.50/10   (5.50/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Πολύ Υψηλή (Συμφωνία ψήφων < 15%)




- Gallery:



 

- Κριτική από το Cine.gr:


Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

Στα υποβαθμισμένα περίχωρα μιας ουγγρικής βιομηχανικής πόλης, ο αργόσχολος Κάρερ, σχεδόν μεσήλικας πια, περιφέρει το κορμί του στα μπαρ πίνοντας και με το μυαλό του κολλημένο στην παντρεμένη τραγουδίστρια του ναιτ κλαμπ Τιτάνικ. Έχει μαζί της μια παράνομη σχέση που μοιάζει να τελειώνει καθώς εκείνη θέλει να τα παρατήσει όλα, να πάρει μόνη το παιδί της και να αναζητήσει καριέρα και ευημερία στη μεγάλη πόλη. Ο Κάρερ, προκειμένου να εκτοπίσει τον χρεωμένο άντρα της, του προτείνει να αναλάβει μια διακίνηση παράνομου υλικού, με την ελπίδα να του βάλει τρικλοποδιά, να τον μπλέξει. Παράλληλα, υφίσταται τα «ναι» και «όχι» της γυναίκας που κι εκείνη φαίνεται να μη μπορεί να υλοποιήσει τις αποφάσεις της. Όταν ο άντρας της επιστρέφει αλώβητος από τη «δουλειά», ο Κάρερ αντιδρά άτιμα, άναντρα, υπογράφοντας για τον εαυτό του μια τελική, καθολική χρεοκοπία της ύπαρξής του.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ συχνά περνούν ή παρευρίσκονται σκυλιά. Είναι πλάσματα που ζουν χωρίς το ανθρώπινο κολαστήριο. Είναι αυτά με τα οποία ο Κάρερ διαλέγεται άναρθρα στο τέλος του φιλμ, απαλλαγμένος επιτέλους από τη ηθική του υπόσταση, έχοντας πιάσει πάτο…

Δεν ξέρουμε το κοινωνικό υπόβαθρο του Κάρερ αλλά από τους μονολόγους και διαλόγους του με τον ιδιοκτήτη του μπαρ (και ντίλερ) και με τη γυναίκα, προβάλλει μια στοχαστική ιδιοσυγκρασία. Η εμμονή του με τη γυναίκα ξεπερνά το ερωτικό, είναι βαθιά υπαρξιακή, θεωρεί τον εαυτό του ανίκανο και ξοφλημένο, και αναγνωρίζει σε αυτήν τη μοναδική πηγή ζωής. Σε τελευταία ανάλυση, παίζει ένα τελευταίο χαρτί χωρίς κατά βάθος να πιστεύει, προσπαθεί να πιστέψει ότι πιστεύει. Χωρίς συμβατική δράση (παρακολουθούμε διαλόγους και κινήσεις σωμάτων σε εξωτερικούς και εσωτερικούς χώρους), το δράμα σταδιακά αγκαλιάζει και την ευρύτερη κοινότητα των εργατών μέσα από την συγκέντρωση τους για διασκέδαση (φανταζόμαστε κάποια ρουτίνα της Κυριακής) σε έναν άθλιο χώρο –κάτι σαν μεγάλο θεόγυμνο λερό καφενείο– με μια μικρή ορχήστρα και ευκαιρία για ποτό και χορό που σταδιακά γίνεται ομαδικός, κυκλωτικός. Κάποια στιγμή, η «δραματική εστία» περνάει σε ένα άλλο άγνωστο ζευγάρι όπου ο άντρας απευθύνει έναν λυρικό μονόλογο την παρτενέρ του. Σώματα-ψυχές και χώροι είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Ο κυκλωτικός χορός γίνεται ένας χορός της κοινωνίας ολόκληρης, αποκτά μια καθολικότητα όπως ο χορός στην αρχαία τραγωδία ή στα παγανιστικά πανηγύρια. Οι άνθρωποι τελετουργούν για μια ελπίδα της ζωής που όμως μοιάζει φάντασμα. Είναι χορός ή κηδεία; Τι δίνει το ρυθμό στη ζωή τους; Η μουσική ή ο ήχος από τους κάδους με το ορυκτό που πάνε κι έρχονται με τελεφερίκ ολημερίς πάνω απ’ τα κεφάλια τους και πάνω απ τη ζωή τους; Και τι είναι η διαρκής βροχή; Σαρκασμός γονιμότητας, σήψη ή και τα δυο;

Ολόκληρο το φιλμ είναι ένα ρέκβιεμ, με την κάμερα άλλοτε να στέκεται στον διάλογο κι άλλοτε σε αργόσυρτα παράλληλα τράβελινγκ να πηγαινοέρχεται δεξιά-αριστερά σαν εκκρεμές ενός χρόνου που μοιάζει ήδη συντελεσμένος από την αρχή. Ο Ταρ συχνά χρησιμοποιεί τοίχους και κολόνες που επιτρέπουν να διχάσει τους χώρους και να κάνει το μοντάζ του στο ίδιο πλάνο, αποκαλύπτοντας φιγούρες και κτίρια, παίζοντας με το βάθος πεδίου. Αλλά αυτά που αποκαλύπτει, ο όλος του στοχασμός είναι σαν κι εκείνον του Αντονιόνι. Δεν παγιδεύει το σύμπαν σε νοήματα και συμβολισμούς, δεν δρα νοησιαρχικά (καπιταλιστική αλλοτρίωση κ.λπ.), αλλά αισθησιαρχικά (η ανθρώπινη κατάσταση μετά τον θεό). Ο Ταρ αισθάνεται, αφουγκράζεται και συμμερίζεται. Μαζί του κι εμείς.

Το αξιοθαύμαστο είναι ότι ο ακραίος φορμαλισμός δεν καταπίνει το έργο προς όφελος μιας τέχνης για την τέχνη, αλλά διατηρεί κι αναδεικνύει το δράμα με την αισθαντικότητα του μοντέρνου σινεμά (ιδιαίτερα του Αντονιόνι) και την έγνοια για τις ψυχές ενός Μπέργκαν.

Βαθμολογία: 5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars (5/5)

(0 κακή | 1/5 Stars μέτρια | 2/5 Stars2/5 Stars ενδιαφέρουσα | 3/5 Stars3/5 Stars3/5 Stars καλή | 4/5 Stars4/5 Stars4/5 Stars4/5 Stars πολύ καλή | 5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars αριστούργημα)

Χάρης Καλογερόπουλος


 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.