• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


L`Innocente (1976)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Ο Αθώος
- Γνωστό και ως:
The Innocent
The Intruder

Εποχής | 125' | Ακατάλληλο κάτω των 15
Ημερομηνία κυκλοφορίας DVD: 12/12/2006
Χρώμα: Έγχρωμο
Ήχος: Mono
Γλώσσα: Ιταλικά
  Δημοτικότητα: 0.34 %
Αξιολόγηση: 8.80/108.80/108.80/108.80/108.80/108.80/108.80/108.80/108.80/10   (8.80/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Χαμηλή (Συμφωνία ψήφων > 75%)




 

- Κριτική από το Cine.gr:


Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2006

Το κύκνειο άσμα του μεγάλου εστέτ μαρξιστή Visconti, βασισμένο σε βιβλίο του φασίστα Ντ’ Ανούντσιο! Κι όμως, ο σκηνοθέτης κατορθώνει να κωδικοποιήσει τη μελοδραματική ιστορία (του ρέμπελου αριστοκράτη Τούλιο, της γυναίκας του Τζουλιάνα και των εξωσυζυγικών τους παραστρατημάτων) στην εντελώς προσωπική του προβληματική: η ζωντανή-νεκρή αριστοκρατία, που περιφέρει την ανία και την ιστορική της άγνοια, ενώ το εποικοδόμημα των σχέσεων της υποκρύπτει καθαρά οικονομικά κριτήρια. Ο Visconti γνωρίζει από πρώτο χέρι αυτό τον κόσμο -στο μεταίχμιό του έζησε- και τον περιγράφει με ένα δράμα ημιτονίων και άψογη ανάπλαση της εποχής.

Βαθμολογία: 8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars (8/10)

Κωνσταντίνος Σαμαράς (Cine Tv)




Η υπόθεση : Ο Τούλιο Ερμίλ (Giancarlo Giannini) είναι ένας νέος και όμορφος αριστοκράτης, που γεύεται τις χαρές μιάς πλούσιας, κοσμικής ζωής στη Ρώμη, περί τα τέλη του 19ου αι.

Είναι παντρεμένος με την όμορφη Τζουλιάνα (Laura Antonelli) την οποία όμως αγνοεί, για να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά στην πανέξυπνη και επίσης πανέμορφη ερωμένη του, την χήρα κόμησα, Τερέζα Ράφφο (Jennifer O`Neill).

Η Τερέζα Ράφφο είναι μιά απαιτητική και κτητική γυναίκα, που δεν ανέχεται να μοιράζεται τους άνδρες της με άλλες γυναίκες, ακόμα κι αν εκείνες είναι οι νόμιμες σύζυγοι τους. Έτσι με την απροκάλυπτη συμπεριφορά της καταφέρνει να σέρνει τον Τούλιο συνέχεια κοντά της. Εκείνος, την ακολουθεί πάντα, και με εξίσου απροκάλυπτο τρόπο εγκαταλείπει κάθε φορά, την όμορφη Τζουλιάνα.

Συγχρόνως, προσπαθεί να εξηγήσει στη σύζυγο του, ότι την βλέπει σαν μιά καλή φίλη, σαν μιά πιστή και αγαπημένη αδελφή του, από την οποία ελπίζει, αλλά και –υπογείως- απαιτεί, να δείξει κάθε συναίνεση και ανοχή στο πάθος, που εκείνος τρέφει για την ερωμένη του. Και όπως είναι αναμενόμενο σε τέτοιες περιπτώσεις, αδιαφορεί πλήρως για το αν εκείνη αντέχει πραγματικά το ρόλο που της επιβάλλει.

Η Τζουλιάνα απελπισμένη καθώς είναι από τη συμπεριφορά του άνδρα της και της ερωμένης του, βρίσκει στιγμιαία καταφύγιο στην αγκαλιά του συγγραφέα Ντ’ Αρμπόριο. Το γεγονός αυτό πέφτει στην αντίληψη του Τούλιο, ο οποίος νιώθει ξαφνικά μιά πλήρη μεταστροφή των συναισθημάτων του για τη σύζυγο του. Έτσι, αντιλαμβάνεται ότι τρέφει ένα διακαή πόθο για εκείνην, επικεντρώνει το ενδιαφέρον του ξανά επάνω της και προσπαθεί να την κατακτήσει. Η κατάσταση περιπλέκεται όταν μαθαίνει ότι η Τζουλιάνα είναι έγκυος από τον Ντ’Αρμπόριο. Το γεγονός αυτό του προκαλεί έντονες και ψυχωτικές αντιδράσεις, που τελικά αποβαίνουν μοιραίες...για τον αθώο.

Η γενική αίσθηση : Ιδανική ταινία για καλοφαγάδες κινηματογραφοφάγους, που μεταξύ των εκλεπτυσμένων νέων γεύσεων, που πάντα αναζητούν στη μεγάλη οθόνη, δεν παραλείπουν να ευχαριστηθούν και ένα κλασσικό, τεράστιο, ζουμερό και καλοψημένο φιλέτο, σερβιρισμένο αριστοτεχνικά από το μεγάλο μαιτρ Visconti.

Το σενάριο : Πρόκειται για την μεταφορά στη μεγάλη οθόνη, μιά νουβέλας που έγραψε το 1892 ο (διαβόητος για τις φασιστικές του ιδέες, αριστοκράτης ποιητής, συγγραφεύς και σεναριογράφος) Gabriele D`Annunzio. Ο Visconti το συνυπογράφει μαζί με τους Suso Cecchi D` Amico και Enrico Medioli.

Το σενάριο παραμένει πιστό στη νουβέλα, αλλά μετατοπίζει το κέντρο βάρους της, από το κοινωνικό σκάνδαλο, στο οποίο εκείνη εστιάζει, στο ψυχογράφημα των τριών ηρώων, μέσω του οποίου επιτυγχάνει να αποδώσει ένα αρχέτυπο της αέναης μάχης των δύο φύλων.

Ίσως είναι η μόνη ταινία που έχει περιγράψει με τόσο μεγάλη λεπτότητα, σαφήνεια, ευστοχία, αλλά και με ακόμα πιο εντυπωσιακή ψυχραιμία, την αντιπαράθεση του ανδρικού με το γυναικείο σωβινισμό. Το γεγονός αυτό, την κάνει διαχρονική. Αν συγχρόνως λάβουμε υπόψιν, ότι γυρίστηκε το 1976, δηλαδή σε μία εποχή που το φεμινιστικό κίνημα είχε ολοκληρώσει το πρώτο του γενναίο «ξέσπασμα» στην εποχή της σεξουαλικής επανάστασης, καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται και για μιά ταινία ιστορικής σημασίας, όσον αφορά τις κοινωνικές της προεκτάσεις, τους θαραλλέους συμβολισμούς και τις «παραβολές» της.

Ο Visconti μοιάζει να επιχειρεί (με απόλυτη επιτυχία) μιάν ανασκόπηση και τη συνεπερχόμενη γενίκευση, που αφορά στο «γνώθι σαυτόν», του κάθενος από τα δύο φύλα, σε μιά εποχή, που η φεμινιστική έκρηξη είχε ολοκληρώσει τη στιβαρή θεμελίωση της ιδέας της ισότητας των δύο φύλων, στη δυτική κοινωνία.

Οι διάλογοι των ηρώων είναι μεστοί και αποφθεγματικοί, χωρίς να είναι πομπώδεις. Λένε πολύ ξεκάθαρα και με μέτρο στο στόμφο, όσα θέλουν να πουν. Αυτοαναλύονται, μιλούν ουσιαστικά και εμπεριστατωμένα. Τελικά, καταλήγουν στο ότι κατανοούν (με απογοήτευση βέβαια), πως οι μεν άνδρες, δεν θεωρούν τις γυναίκες ίσες τους, οι δε γυναίκες δεν συγχωρούν ποτέ τον άνδρα που τις εγκατελείπει, όσο κι αν εκείνος πιστεύει ότι έχει κάθε δικαίωμα να το κάνει, επειδή «έτσι είναι η φύση του».

Ο γυναικείος ανταγωνισμός, η κτητικότητα στις σχέσεις, η κοινωνική ανοχή και η αιμοδιψής κοινωνία, που προτρέπει και ενθαρύνει την εκδίκηση σε ζητήματα συζυγικής πίστης, αλλά, και η ψυχωτική διάσταση που μπορεί να πάρει ο ανδρικός σωβινισμός, η αδυναμία των ανδρών να κατανοήσουν πότε και πώς υπερβαίνουν τα εσκαμμένα και η αδυσώπητη, άτεγκτη ανταπόκριση των γυναικών στην απιστία των ανδρών τους, είναι θέματα, που στην ταινία προσεγγίζονται με μιά πρωτοφανή διαύγεια. Και η άποψη του Visconti για όλα αυτά; Είναι μάλλον πεσσιμιστική. Μάλλον, τείνει να θεωρεί, ότι είναι στη φύση του ανθρώπου και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να διαφύγει από αυτήν, το να επανέρχεται στα ζητήματα αυτά, μέσα από το απόλυτο πρίσμα και τα στεγανά, που είχε δημιουργήσει ο πουριτανισμός και η καταπιεσμένη ελευθεριότητα του 19ου αι.

Η σκηνοθεσία : O Αθωος είναι η τελευταία ταινία του Luchino Visconti, ο οποίος πέθανε στο τέλος των γυρισμάτων. Προβλήθηκε για πρώτη φορά, δύο μήνες μετά το θάνατό του και όπως είναι φυσικό ο Visconti δεν συμμετείχε στο μοντάζ. Για τους λόγους αυτούς, αλλά και εξαιτίας της αργής, μονότονης κινηματογράφισης, η ταινία δεν αγαπήθηκε (όσο ίσως θα της άξιζε) από τους κριτικούς και τους φαν του μεγάλου σκηνοθέτη.

Είναι σίγουρο ότι δεν πρόκειται για την καλύτερη ταινία του Visconti, αλλά είναι εξίσου σίγουρο ότι πρόκειται για μιά υποτιμημένη και παραμελημένη ταινία, που θα άξιζε να την ξαναδεί κανείς με προσοχή, για να εξακριβώσει την πραγματική της αξία.

Η εντυπωσιακή σκηνογραφία, τα εξαιρετικά λαμπερά κοστούμια και όλη η στυλιστική προσέγγιση είναι υπερεπιτηδευμένα, όσο υπερεπιτηδευμένοι είναι και οι διάλογοι. Ωστόσο, η κάμερα δεν εστιάζει εκεί. Τα αφήνει όλα σε δεύτερο πλάνο, να αποτελούν το απαραίτητο μεταξωτό μαλακό μαξιλαράκι, στο οποίο ο Visconti ακουμπά τα ουσιαστικά ηθικά διλήμματα, που τον απασχολούν και τα οποία θέλει να κοιτάξουμε κι εμείς οι θεατές, με τη δέουσα προσοχή.

Τα γκρο πλαν, που επαναλαμβάνονται με συχνότητα, την οποία θα ζήλευε και τηλεοπτικό σήριαλ της απογευματινής ζώνης, αποδεικνύονται απαραίτητα για να ακολουθήσουμε τους ηθοποιούς, που ερμηνεύουν το σύνολο του ρόλου τους, ενεργοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά το πρόσωπο τους (τον καθρέφτη της ψυχής).

Οι ηθοποιοί : Το 1976, που γυρίστηκε η ταινία, ήταν η χρυσή χρονιά του Giancarlo Giannini. Ο Giannini, μηχανικός από την La Spezia, και υπήρξε τυχαία ανακάλυψη της Lina Wertmuller, η οποία τον σκηνοθέτησε επανειλημμένα στο θέατρο και στο σινεμά και του «χάρισε» με το “Film d’ amore e d’anarchia, ovvero stamattina alle 10 in via dei Fiori nella nota casa di tolleranza”, το βραβείο α΄ ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ των Καννών, το 1973.

Ο Αθωος ήταν η πρώτη του συνεργασία με τον μεγάλο Visconti, ενώ την ίδια χρονιά προτάθηκε για όσκαρ, για το ρόλο του στην ταινία “Pasqualino”.

Σαν Τούλιο Ερμίλ είναι εκπληκτικός. Καταφέρνει με ελάχιστες κινήσεις των φρυδιών και απίστευτα έντονα βλέμματα να αποδώσει τέλεια, την αίσθηση υπεροχής που αισθάνεται ένας φαλλοκράτης, αλλά και τη λύσσα που του γεννά η ζήλεια και ο θιγμένος εγωισμός.

Ανάλογα εκπληκτική είναι και η (60+χρονη σήμερα) Laura Antonelli η οποία στην ταινία αυτή κάνει επίδειξη των υποκριτικών της δυνατοτήτων, κατ’ αντιδιαστολή της άποψης της εποχής εκείνης, που την ήθελε μόνο ως ωραία-μοιραία σεξοβόμβα.

Ας σημειωθεί ότι οι Giannini και Antonelli δεν ήταν η πρώτη επιλογή του Βισκόντι γιαυτήν την ταινία, αλλά ήρθαν να αντικαταστήσουν το δίδυμο Alain Delon, Romy Schneider. Η αντικατάσταση έγινε επειδή οι παραγωγοί δεν θέλησαν να δώσουν το υπέρογκο ποσό του 1 εκατομυρίου δολλαρίων, για να αποδεσμεύσουν τον Alain Delon από κάποιο άλλο συμβόλαιο που είχε τότε και επειδή, η Romy Schneider ήταν έγκυος. Ωστόσο, στην πορεία, η επιλογή του διδύμου GianniniAntonelli αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιτυχής, μιά και εκτός της υποκριτικής τους επάρκειας, είχαν μεταξύ τους μικρότερη διαφορά ηλικίας και έπειθαν ευκολότερα ως προσωπικότητες επιρρεπείς στα πάθη τους.

Ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Jennifer O`Neill, στο ρόλο της Τερέζας Ράφφο. Η ηθοποιός αυτή, που τελικά έκανε δυσανάλογα μικρή καριέρα, σε σχέση με την ομορφιά και τις υποκριτικές της δυνατότητες, μοιάζει σαν μαγική ενσάρκωση κάποιου πίνακα του Κλιμτ.

Κάθε της κίνηση και κάθε της έκφραση αποπνέουν έναν απίστευτο, ακατάσχετο, λεπτό, και κομψό αισθησιασμό, που μοιάζει σαν να συγκαλύπτει κάποια απροσδιόριστη φετιχιστική προσήλωση!

Αλήθειες και ψέμματα για την ταινία

Δεν υπάρχει λόγος να σπεύσω να δω αυτή την ταινία ,αφού μπορώ να την δω ανά πάσα στιγμή στο βίντεο. Ψέμματα.
Σπεύσατε! Οι σχετικές αναφορές λένε ότι η μεταφορά στο βίντεο έχει κουτσουρέψει πολλά πλάνα (συγκεκριμένα λένε ότι σε μερικές σκηνές βλέπεις μόνο έπιπλα και απλά ακούς τη φωνή των ηθοποιών που έχουν «κοπεί» απο το κάδρο!) Έτσι κι αλλιώς η επανέκδοση έχει «δώσει» μιάν εξαιρετική κόπια, που επιτρέπει να το ευχαριστηθεί κανείς, όπως θα έπρεπε. (Ειδικά σε θερινό σινεμά, με βαμβακερό πουλοβεράκι, για τη βραδυνή ψυχρούλα και το πάγωμα της ψυχής που φέρνει η συγκίνηση).

Όλοι μνημονεύουν την τελευταία σκηνή του έργου. Αλήθεια. Είναι συγκλονιστική από κάθε άποψη : από την άποψη του συμβολισμού (η γυναίκα όταν μείνει μόνη της, χάνεται, όπως χάνεται η Jennifer O`Neill σιγά -σιγά στην πυκνή ομίχλη), από την άποψη της αισθητικής τελειότητας της φωτογραφίας, και από την άποψη της συναισθηματικής φόρτισης που έχει ήδη προκληθεί και επιτείνεται από τη συναρπαστική αυτή φυγή.

Ωστόσο, κανείς δεν ξεχνά την ερωτική σκηνή με τη Laura Antonelli και τον Giancarlo Giannini. Αλήθεια κι αυτό. Η κάμερα βρίσκεται στην άκρη του κρεβατιού και κοιτάζει «τρουά καρ» και από χαμηλά, την ξαπλωμένη, γυμνή, και εκπάγλου καλλονής Laura. Το πλάνο δίνει την αίσθηση ότι η Antonelli είναι ένα θύμα, ένα σφάγιο, που κείτεται ανήμπορο και παραιτημένο στο βωμό, περιμένοντας να θυσιαστεί. Ο Giannini στηρίζεται στον αγκώνα του, την κοιτάζει από πάνω, την χαϊδεύει και της μιλάει. Ακούγεται σαν να την εκπλιπαρεί και τελικά της υπόσχεται τον έρωτα του.

Ως μικρές ιστορικο-νατουραλιστικές «πινελιές», αξίζει να προσέξει κανείς, τις ανεπαίσθητες κινήσεις της κάμερας, που στιγμιαία εστιάζει στις αξύριστες (19ος αι. γαρ) μασχάλες της Antonelli, και τον ιδρώτα που ρέει στο κορμί του παθιασμένου Giannini.

Βαθμολογία: 8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars (8/10) (για να εξηγούμαστε, ούτε αυστηρούτσικος είμαι, ούτε τίποτα. Είναι τελείως παρανοϊκό να πρέπει να βαθμολογήσεις έργο του Visconti! Οφείλει κανείς να τα έχει δει όλα και μάλιστα χωρίς να βγάζει κιχ! Έτσι, με κατάνυξη! Και κυρίως -οι μικρότεροι σε ηλικία- αδιαμαρτύρητα! Το 8/10 θα χρησιμεύσει μόνο για εσωτερικές συγκρίσεις και συσχετισμούς, αποκλειστικά στο πλαίσιο της φιλμογραφίας του μαίτρ)

Γιαννης Κωνσταντινιδης


 
Legacy - Μαριάνθη Ρήγα - Unverified - Σάβ 16 Αυγ 2003 - 20:01
Αριστοτεχνικα δομημενη, σκιαγραφωντας τους χαρακτηρες μεσα απο τις προσωπικες τους στιγμες και εντονα βλεμματα, η ταινια του Luchino Visconti αποτελει μια σπουδη πανω στον πουριτανισμο της ιταλικης αριστοκρατιας του 19ου αιωνα, η οποια αργοπεθαινει μεσα στη χαλαρωση των ηθων που τη διακρινει. Παρ` ολα αυτα, αξιες οπως ο παραδοσιακος αρσενικος προστατευτικος ρολος απεναντι στις γυναικες, που φτανει στα ορια του πατροναλισμου, καθως και η θεση της γυναικας (ειτε στο σπιτι, ειτε ως "διασκεδαστρια" των ισων της), περιγραφονται ως ακομα ισχυρες, σε πεισμα των –τοτε- καιρων.
Η ταινια ειναι συναρπαστικη παρ` ολη την αργη κινηματογραφηση - παρασυρει τον θεατη βαθια μεσα στο συναισθηματικο ελος αλλα και τις πραγματικα υπεροχες ψυχικες εξαρσεις που αντιμετωπιζουν οι πρωταγωνιστες της, με φοντο πλουσια σκηνικα και κοστουμια. Εξαρσεις, και νευρωσεις, που τελικα ξεσπουν πανω στον πλεον αθωο της ολης ιστοριας – απο την εμφανιση του στο προσκηνιο ειναι φανερο πως θα πληρωσει τις περιλαλητες αμαρτιες γονεων!
Τελος, αν και ειναι απροκαλυπτη η αποστροφη για την εποχη και τους ανθρωπους που περιγραφει ο Visconti, καπου κατω απο την επιφανεια υπαρχει μια αδιορατη νοσταλγια... σαν να αναπολει τον καιρο οταν ηταν ολα τοσο απλα, εν αντιθεσει με την κοινωνια του τελευταιου τεταρτου του 20ου αιωνα, που φαινοταν να εχει ως στοχο το να περιπλεκει τα παντα οσο το δυνατον περισσοτερο.
Μαριάνθη Ρήγα
 
Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.