• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


La Notte (1961)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Η Νύχτα
- Γνωστό και ως:
The Night

Δραματική | 122' | Ακατάλληλο κάτω των 15
Ημερομηνία κυκλοφορίας DVD: 22/12/2003
Χρώμα: Ασπρόμαυρο
Ήχος: Mono
Γλώσσα: Ιταλικά
Δημοτικότητα: 0.17 %
Αξιολόγηση: 8.33/108.33/108.33/108.33/108.33/108.33/108.33/108.33/108.33/10   (8.33/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Υψηλή (Συμφωνία ψήφων μεταξύ 15 και 50%)




 

- Κριτική από το Cine.gr:


Παρασκευή 29 Ιουλίου 2005

Με Χρυσή Άρκτο από το Βερολίνο, το δεύτερο μέρος της τριλογίας της αποξένωσης (είχε προηγηθεί η «Περιπέτεια»), ένα φιλμ που εξακολουθεί να μοιάζει εκθαμβωτικά μοντέρνο. Είναι η καταγραφή περίπου ενός 19ωρου από τη ζωή ενός ζεύγους, από τις 12 το μεσημέρι μέχρι τις 7 το πρωί, από την επίσκεψη στον ετοιμοθάνατο φίλο μέχρι το τέλος του ολονύχτιου πάρτι. Σπουδαίο οδοιπορικό σε υπνωτικό κλίμα, λειτουργική τοποθέτηση των σωμάτων και αντικατοπτρισμό του ψυχισμού στο εξωτερικό γίγνεσθαι, που οδηγεί το συγγραφέα και την γυναίκα του από το τέλμα στο οριστικό «σπάσιμο». Μια από τις πιο νυχτερινές ευρωπαϊκές ταινίες, που από αυτήν την άποψη θα μπορούσε να τοποθετηθεί δίπλα στο «Μπομπ τον τζογαδόρο» και το «Ασανσέρ για δολοφόνους». Το βασανιστικό φινάλε προαναγγέλλει με τον καλύτερο τρόπο την επερχόμενη «Έκλειψη».

Βαθμολογία: 10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars (10/10)

Κωνσταντίνος Σαμαράς (Cine Tv)




Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

To La Notte είναι η κεντρική ταινία της τριλογίας του Antonioni που ξεκινά με το L`Avventura και λήγει ένα χρόνο αργότερα με το L`Eclisse. Είναι μια ακόμη ταινία που αποδεικνύει ότι Antonioni ήταν πέρα και πάνω απ`όλα ένας πραγματικός καλλιτέχνης. Εξάλλου, τι παραπάνω χρειάζεται μια ταινία για να θεωρηθεί αριστούργημα όταν ο ίδιος ο Kubrick την είχε συμπεριλάβει στις 10 αγαπημένες του;

Ο σκηνοθέτης επιλέγει κι εδώ μια υπόθεση απλή και δίνει το βάρος στους συμβολισμούς και στους υπαινιγμούς. Το σενάριο του διαχειρίζεται το τέλος της σχέσης ενός ζευγαριού, μετά από μια νύχτα, όπου και οι δύο έχουν διαφορετικές ερωτικές εμπειρίες. Το κοινό τους παρελθόν και η μέχρι εκείνη τη στιγμή κοινή τους ζωή παραμένουν άγνωστα μέχρι το φινάλε της ταινίας. Κι όμως, το σενάριο είναι τόσο τέλεια δομημένο που παρά την άγνοια αυτή ο χωρισμός έρχεται τόσο φυσιολογικά, χωρίς να σε βάζει στη διαδικασία να ζητάς ευθύνες και να αναρωτιέσαι τι ήταν αυτό που έφταιξε.

Αυτό, όμως, που σε βυθίζει πιο πολύ απ`οτιδήποτε άλλο στο αντονιονικό σύμπαν και στην ιστορία του ζευγαριού είναι η σκηνοθεσία και η φωτογραφία. Το Μιλάνο της εποχής είναι το ιδανικό background για την ταινία. Η πόλη εκσυγχρονίζεται, τα παλιά κτίρια δίνουν τη θέση τους σε καινούρια. Το νεαρό ζευγάρι βιώνει ακριβώς την ίδια αλλαγή. Ο πόθος του για αυτή έχει πεθάνει και ο θαυμασμός της γι`αυτόν έχει αντικατασταθεί από τη βαρεμάρα. Ο Antonioni με τη σκηνοθεσία του αν δεν καταφέρει για ακόμη μία φορά να σας αφήσει άφωνους θα σας κάνει τουλάχιστον να υποκλιθείτε στο τεράστιο ταλέντο του.

Συμπερασματικά, πρόκειται για ένα αριστούργημα το οποίο μπορεί στις μέρες μας να σας κουράσει με τους αργούς του ρυθμούς, σας συστήνω όμως ανεπιφύλακτα να το δείτε και να το απολαύσετε γιατί ταινίες σαν το La Notte και δημιουργός σαν τον Antonioni δεν νομίζω πως θα ξαναϋπάρξουν ποτέ.

Βαθμολογία: 4.5/5 Stars4.5/5 Stars4.5/5 Stars4.5/5 Stars4,5/5 Stars (4.5/5)

Σοφία Γουργουλιάνη




Ανάμεσα στα L` avventura και Eclipse, o μαέστρος Antonioni παραδίδει αφειδώς δραματουργικά μαθήματα κινηματογράφησης της ακμάζουσας (και σήμερα πια παραπαίουσας) στη δεκαετία του `60, αστικής αλλοτρίωσης, με φόντο την παγερή ξηρότητα της συζυγικής σχέσης (φετιχιστικό Antonioniκό μοτίβο.)

Με μια εισαγωγική σεκάνς αρχιτεκτονικής τελειότητας που θα πάγωνε το αίμα του Michael Mann (αυτόν του Heat), με ερμηνείες τoυλάχιστον εντυπωσιακές (Mastroianni, Moreau, Vitti), με μετα-βιομηχανική γραφή, στιλπνή όσο και ενοχλητικά οικεία, ο Antonioni δε διστάζει να εκθέσει ένα κοινωνικό μοντέλο που καταρρέει μέσα στον αυτοθαυμασμό του, απλώς και μόνο επειδή έχει χαθεί το απρόβλεπτο που γεννά ο σωματικός ερωτισμός.

Αν εξαιρέσουμε μια φλύαρη και γεμάτη κούφιους συμβολισμούς σκηνή (η περιπλάνηση της Μοreau στο Μιλάνο), το έργο αυτό θεμελιώνει εκ νέου τον κανόνα που θέλει τον δημιουργό του κάτι-σαν-προφήτη του αδιεξόδου της αστικής τάξης στον 21ο αιώνα.

Βαθμολογία: 8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars (8/10) (Χρυσό Λιοντάρι στο Βερολίνο-1961)

Τάκης Γκαρής




Για τον Antonioni ο κινηματογράφος ποτέ δεν ήταν μια απλή διεργασία καταγραφής των ανθρωπίνων σχέσεων. Περισσότερο μια βιωματική εμπειρία. Οι ηθοποιοί ποτέ δεν ήταν πραγματικοί άνθρωποι. Περισσότερο μαριονέτες όχι στα χέρια του αλλά στις ταινίες του. Για τον Antonioni οι άνθρωποι στις ταινίες υπάρχουν για να προωθούν τον μύθο και όχι τόσο ως μεταβιβαστικά των σκέψεων του σκηνοθέτη στοιχεία. Τον ρόλο αυτό τον κρατά αυτάρεσκα το περιβάλλον.

Η ταινία ξεκινά με την αργή κάθοδο, γλίστρημα πάνω σ’ έναν ουρανοξύστη. Ποιο το νόημα; Αν έλεγα ότι είναι όχι προοίμιο αλλά περίληψη της ταινίας, δεν θα ήμουν υπερβολικός. Η ίδια αποστασιοποίηση και ψύχρα είναι το βασικό (και ίσως μοναδικό) μοτίβο του σκηνοθέτη. Πολλά πλάνα είναι αφιερωμένα στις εικόνες του Μιλάνου. Αντικαθιστούν την εστίαση στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων, καθώς ο σκηνοθέτης προτιμά τους ξύλινους ηθοποιούς να αφήνουν να εκφραστούν μέσα από την διαχεόμενη στο περιβάλλον διάθεσή τους. Και αυτό το περιβάλλον είναι στον Antonioni διαφορετικό. Η νέα αστική τάξη πραγμάτων καθιερώνει και επιβάλλει το βιομηχανοποιημένο τοπίο ως τον νέο σύγχρονο καμβά. Άσχημο, ψυχρό, χοντροκομμένο είναι τα χαρακτηριστικά του, κι όμως ο Antonioni βρίσκει σ’ αυτό ομορφιά. Κρυμμένη μόνο, γιατί όπως είπαμε το τοπίο είναι καθρέφτης του ανθρώπου και ο άνθρωπος στον Antonioni είναι προβληματικός και προβληματισμένος.

Συνεπείς προς τα παραπάνω οι ερμηνείες των Mastroianni, Moreau, Vitti. Ο πρώτος δείχνει να σκέφτεται, η δεύτερη δείχνει να απελπίζεται, η τρίτη δείχνει να μπορεί να δώσει τη λύση. Και οι τρεις είναι απέριττοι, απογυμνωμένοι από κάθε στοιχείο δραματικοποίησης ή επιτήδευσης. Και άλλωστε έτσι πρέπει να είναι στον κόσμο του Antonioni. Γιατί δεν χρειάζεται να πουν και να κάνουν, καθώς η ίδια η τοποθέτηση της ύπαρξης τους από μόνη της, αλλά και συνδεόμενη με την ατμόσφαιρα, αποδίδουν τα δέοντα. Αξίζει να αναφερθεί για την Vitti ότι ο Antonioni ήταν αυτός που τη δημιούργησε και τον υπηρετεί πιστά. Κι αυτός την χρειάζεται, όπως και τους άλλους ηθοποιούς, αλλιώς οι ταινίες του θα ήταν απρόσωπες και ακατανόητες. Τα πρόσωπα είναι σκληρά, ψυχρά, απομονωμένα, ίσως κενά, χαμένα στη ζωή και τις σκέψεις τους. Μαζί μ’ αυτά και οι σχέσεις τους.

Η ταινία είναι το δεύτερο μέρος από την τριλογία της αποξένωσης. Πρώτο, το L’ avventura, τρίτο, το L’ eclisse.

Oh Yeah! : η σκληρότητα και κάτι ακόμη: η τεχνική («Όσο δούλευα το θέμα το έγδυνα από στοιχεία: όλα τα άλλα πρόσωπα σχεδόν εξαφανίστηκαν, έμειναν μόνο τα δύο κεντρικά. Αφαίρεσα ακόμη και απ’ την πλοκή για να αφήσω την ιστορία να διαγράψει την εσωτερική πορεία της»)

Oh No! : Το πολύ δύσκολο ύφος και οι αργοί ρυθμοί.

TV Σχόλιο: Δεν ξέρω αν η ταινία θα προβληθεί σε νέα έκδοση, αποκατεστημένη και ψηφιακά επεξεργασμένη, πάντως η παραγωγή που κυκλοφορεί είναι μουντή και αρκετά στρυφνή. Καλό κουράγιο.

Η ατάκα: «Δεν έχω πια εμπνεύσεις, μόνο αναμνήσεις»

Βαθμολογία: 8-/10 Stars8-/10 Stars8-/10 Stars8-/10 Stars8-/10 Stars8-/10 Stars8-/10 Stars (8-/10) (τυπική ταινία του Antonioni)

Κωσταντίνος Στυλιανού


 
steno - abel - Κυρ 25 Οκτ 2009 - 23:53
Ενδιαφερουσα, και απο τις ταινιες των αρχων του ‘60 που επηρεασαν πολλους μετεπειτα σκηνοθετες, αλλα προτεινεται σε πληροφορημενο σινεφιλ κοινο
Το επεξεργάστηκε ο/η abel συνολικά 2 φορές
 
Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.