• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


In This Our Life (1942)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Η Υαινα

Δραματική | 97'
Χρώμα: Ασπρόμαυρο
Ήχος: Mono
Γλώσσα: Αγγλικά
Δημοτικότητα: 0.04 %
Αξιολόγηση: 4.00/104.00/104.00/104.00/10   (4.00/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Χαμηλή (Συμφωνία ψήφων > 75%)




 

- Κριτική από το Cine.gr:


Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Κακομαθημένη ως εκεί που δεν παίρνει, η νεαρή Bette Davis θα κλέψει τον σύζυγο της αδερφής της και θα το σκάσει μαζί του, ενώ θα παρατήσει στα κρύα του λουτρού τον αρραβωνιαστικό της. Μέσα στο δυσμενές κλίμα που δημιουργήθηκε, η αδερφή Olivia de Havilland θα αφήσει το γλυκανάλατο παρελθόν της, θα προχωρήσει μπροστά στη ζωή της και στο τέλος θα τα φτιάξει με τον πρώην της αδερφής της. Θα βρουν παρηγοριά ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και θα φτιάξουν μια γερή σχέση εμπιστοσύνης. Μετά από ένα τραγικό συμβάν, η Davis θα επιστρέψει στο πατρικό χωρίς να έχει αλλάξει ιδιαιτέρως μυαλά. Η ζήλια της θα φουντώσει όταν δει πόσο ευτυχισμένο είναι το ζευγάρι και θα αρχίσει πάλι τις μηχανορραφίες...

Η ταινία "In This Our Life" αποτελεί ένα δυνατό δράμα, με σούπερ καστ και τον John Huston στη δεύτερη σκηνοθετική δουλειά του, μετά το Γεράκι της Μάλτας. Μια ταινία που είναι ο ορισμός της κλασικής. Μέσα από το οικογενειακό δράμα, ο σκηνοθέτης προσπαθεί να σχολιάσει πολλά ζητήματα όπως περί ρατσισμού, ισότητας, διαζυγίων και τα λοιπά, θέματα ταμπού στην εποχή των αρχών της δεκαετίας του `40. Κάποιοι έχουν σχολιάσει ότι η ταινία δεν έχει πολλά να προσφέρει στο σημερινό σινε-θεατή, αλλά εμείς θα λέγαμε ότι αξίζει κανείς να παρακολουθήσει τα ιερά, θηλυκά τέρατα της υποκριτικής· ειδικά την «κακία» της κυρίας Davis, που είναι άλλο πράμα!

Ζήσης Μπαρτζώκας (5Χ5 on Classic by Zisis: This is a women`s world)




Παρασκευή 29 Ιουλίου 2005

«No one is as good as Bette when she is bad». Η Μπέτι Ντέιβις υποδύεται την Στάνλεϊ Τιμπερλέικ, μια γυναίκα που κλέβει τον άντρα της αδελφής της και καταστρέφει τη ζωή της σε αυτό το οικογενειακό μελόδραμα του Τζον Χιούστον –πρόκειται για την δεύτερη ταινία του μετά το «Γεράκι της Μάλτας». Ο σκηνοθέτης, σύμφωνα με δικά του λεγόμενα, αφήνει τον δαίμονα που κρύβει η πρωταγωνίστριά του να ξεχυθεί και μπλέκει με μαεστρικό τρόπο τα συγκρουόμενα πάθη των ηρώων του.

Βαθμολογία: 7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars (7.5/10)

Κωνσταντίνος Σαμαράς (Cine Tv)





Η ταινία μας έρχεται απευθείας από την χρυσή εποχή που στο box office κυριαρχούσαν οι γυναίκες. Ο Huston έχει την ευκαιρία να σκηνοθετήσει δύο μεγάλες κυρίες του κινηματογραφικού στερεώματος σ’ αυτό το δράμα και το αποτέλεσμα της συνάντησης των τριών τους στο πλατό αποτελεί ακόμη και σήμερα μαγνήτη θεατών. Η Bette Davis και η Olivia De Havilland ερμηνεύουν παραδοσιακά τον ρόλο της κακιάς και της καλής αδελφής αντιστοίχως. Κανονικά δεν θα έπρεπε να περιμένουμε πάρα πολλά ούτε από την ταινία ούτε από τις ερμηνείες ( είμαστε ήδη ενήμεροι για την «καλοσύνη» της Havilland από το Gone with the Wind και για την «κακία» της Davis από το σύνολο της καριέρας της). Άρα στ’ αλήθεια τι μένει να δούμε? Τι μένει? Μένει να βιώσουμε για άλλη μία φορά την ικανότητα της μεγάλης κυρίας της υποκριτικής να ξεδιπλώνει έναν ρόλο που ομοιάζει με προηγούμενο ή επόμενο, με έναν εντελώς πρωτόγνωρο τρόπο. Ναι, με την Davis δεν βαριέσαι ποτέ και πάνω που νομίζεις ότι την κατέχεις καλά την μανιέρα της και ότι δεν μπορεί να κρύβει άλλους άσσους στο μανίκι της, έρχεται να καταπλήξει και μάλιστα όχι στην καλύτερή της ταινία.

Η ταινία βασίζεται στο βραβευμένο με Pulitzer μεν, ξεχασμένο σήμερα δε, μυθιστόρημα της Ellen Glasgow. Η δραματική ιστορία επικεντρώνεται στην αντιπαλότητα δύο αδελφών οι οποίες εμφανώς συμβολίζουν την αιώνια σύγκρουση του καλού με το κακό. Μία κακομαθημένη νεαρή η Stanley (Davis) παρατάει τον αρραβωνιαστικό της Graig (Brent) και φεύγει με τον σύζυγο Peter (Morgan) της αδελφής της Roy (Havilland). Για ένα χρονικό διάστημα ζούνε σχετικά ευτυχισμένοι, γρήγορα όμως ο ανυπόμονος, απαιτητικός και δύστροπος χαρακτήρας της Stanley οδηγεί τον Peter στο ποτό και από εκεί κατευθείαν στην αυτοκτονία. Στο μεταξύ, η αδελφή της Roy σε μία προσπάθεια συναισθηματικής ανασύνταξης έρχεται πιο κοντά με τον πρώην αρραβωνιαστικό της Stanley, Graig, και την ώρα που όλα φαίνονται να πηγαίνουν καλά για αυτούς τους δύο, επιστρέφει η Stanley σπίτι για να διεκδικήσει τα κεκτημένα της. Ο Graig όντας στην πραγματικότητα ερωτευμένος με την Roy πλέον αρνείται να συναντήσει την Stanley στο μέρος που η ίδια είχε ορίσει και αυτή επιστρέφοντας αρκετά πιωμένη από εκεί, σκοτώνει με το αυτοκίνητό της μία νεαρή γυναίκα και το κοριτσάκι της. Στην συνέχεια σε μία ακόμη επίδειξη του αδιάφορου και εγωκεντρικού χαρακτήρα της, φορτώνει το έγκλημα στον γιο της οικονόμου του σπιτιού, ο οποίος είναι έγχρωμος και ο λόγος του δεν μπορεί να σταθεί απέναντι στον δικό της. Στο τέλος έρχεται η δικαίωση για όλους όσους ταλαιπώρησε η Stanley και η τιμωρία για την ίδια. Τα τέσσερα κεντρικά πρόσωπα του δράματος, τα δύο ζευγάρια δηλαδή, πλαισιώνονται από τους γονείς των κοριτσιών, έναν πατέρα έντιμο όμως χαμηλών τόνων, μία μητέρα χωρίς θέληση που δεν καταλαβαίνουμε αν είναι στ’ αλήθεια άρρωστη ή αν απλώς χαϊδεύεται, και τον θείο των κοριτσιών, το αρσενικό αντίστοιχο της Stanley, που είναι και αυτός που ενθαρρύνει την εγωκεντρική της συμπεριφορά και ικανοποιεί όλα της τα καπρίτσια.

Η ταινία πέραν του κεντρικού της θέματος που είναι ο γυναικείος ανταγωνισμός, εν προκειμένω ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο αδελφών, θίγει και ένα σωρό άλλα ζητήματα όπως αυτό της αυτοκτονίας, του διαζυγίου, του ρατσισμού, της δικαιοσύνης που απολάμβαναν οι μαύροι εκείνη την εποχή, της υπέρμετρης φιλοδοξίας που σε τυφλώνει. Βέβαια ο σκηνοθέτης καταπιάνεται με όλα αυτά τα ζητήματα επιφανειακά και το τρωτό της ταινίας οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι συνάγει βιαστικά υπεραπλουστευμένα συμπεράσματα που βασίζονται στην αντίθεση άσπρου μαύρου. Οι καλοί είναι καλοί και δικαιώνονται και οι κακοί είναι κακοί και τιμωρούνται. Ανεξαρτήτως του χρώματός τους. Η τάση αυτή ενισχύεται και από την τελική σκηνή. Στο τέλος δεν επέρχεται κάθαρση, απλώς μία πολύ σκληρή τιμωρία για την υπαίτιο της δυστυχίας των άλλων, μία επαλήθευση του οφθαλμός αντί οφθαλμού.

Οπωσδήποτε η ταινία είναι καλογυρισμένη, δεν θα περιμέναμε τίποτε λιγότερο από τον Huston, όμως δεν είναι από τις πιο εμπνευσμένες του. Ωστόσο και εδώ αναγνωρίζουμε το στοιχείο που αποτελεί σφραγίδα του συνολικού του έργου. Καλά δουλεμένους χαρακτήρες. Η προσωπικότητα που δεσπόζει είναι αυτή της Stanley, κυρίως χάρη στην ηθοποιό που την ερμηνεύει. Η Davis έχοντας ολοκληρώσει τη συνεργασία της με τον αγαπημένο της σκηνοθέτη Wyler, έρχεται στο πλατό με τον αέρα της βετεράνου της υποκριτικής. Διαχειρίζεται τον ρόλο με χαρακτηριστική ευκολία και το αξιοθαύμαστο είναι ότι διακρίνει ποιο στοιχείο πρέπει να χρησιμοποιήσει ώστε το τέλος που επεφύλασσε η μοίρα στην ηρωίδα μας να μην φαντάζει σκληρό και άδικο από την μία ούτε όμως και τόσο δίκαιο από την άλλη. Ποιο στοιχείο είναι αυτό? Αυτό της ψυχολογικής και πνευματικής αστάθειας. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας ερμηνεύει την Stanley ως ένα κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο που δεν έχει μάθει να θυσιάζει τίποτε, που δεν νοιάζεται για τίποτε άλλο πλην της καλοπέρασής της και που έχει μάθει πάντοτε να γίνεται το δικό της. Αυτό όμως δεν είναι δα και κανένα έγκλημα που απαιτεί σκληρή τιμωρία. Όταν διαπράττει την ανθρωποκτονία και φορτώνει την ευθύνη σε άλλον, και μάλιστα πιο αδύναμο απ’ αυτήν, τότε μοιραία θεωρούμε ότι της αξίζει κάθε τιμωρία για αυτήν την ανηθικότητα όσο και σκληρή και να είναι. Η Davis όμως ξέρει. Ξέρει ότι ούτε το ένα ισχύει ούτε το άλλο και επιλέγει από το δεύτερο μισό του έργου να προσθέσει στην προσωπικότητα της Stanley μία μικρή δόση, πώς να το πω?, τρέλας; Ο τρόπος που αντιμετωπίζει τα γεγονότα από ένα σημείο και έπειτα υπαινίσσεται σαφώς ότι είναι πνευματικά και ψυχολογικά ασταθής και αυτό δεν είναι ελαφρυντικό είναι όμως ένα κλειδί για να κατανοήσουμε καλύτερα την ηρωίδα.

Η σκηνή που σε μεγάλο βαθμό υποστηρίζει τον παραπάνω ισχυρισμό και που, κατά την άποψή μου, είναι πιο δυνατή και απ’ αυτήν του τέλους είναι η σκηνή που τρέχει έντρομη στον θείο της για να την βοηθήσει να γλιτώσει από την φυλακή, όταν έχει αποκαλυφθεί όχι μόνο ότι αυτή πάτησε τα άτυχα θύματα αλλά και ότι με ευκολία υπέδειξε έναν άλλον άνθρωπο ως υπεύθυνο. Η σκηνή έχει τέτοια ένταση που σχεδόν μας σηκώνει από την καρέκλα. Ο θείος της που έχει μάθει ότι έχει λίγο καιρό ζωής μπροστά του είναι τόσο συγκεντρωμένος στον εαυτό του που δεν μπορεί καν να ακούσει τι του λέει η ανιψιά του, η δε Davis δεν μπορεί να νιώσει καμία συμπόνια για κανέναν άλλο πλην του εαυτού της και ξεσπά σε ένα λογύδριο συγκλονιστικό που μας επιβεβαιώνει κάτι που ήδη υποπτευόμαστε από ώρα βλέποντας την ματιά της να αλλοιώνεται. Βρίσκεται σε παραφροσύνη. Η κατάντια του θείου αποτελεί μία εικόνα από το μέλλον της Stanley και τελικά ίσως και αυτή η συνειδητοποίηση από μέρους της την οδηγεί σε αυτό το απελπισμένα σκληρό λογύδριο που ακολουθείται από το τραγικό τέλος της. Η Davis είναι μοναδική στο ρόλο. Μπα! Αυτό είναι πολύ λίγο. Είναι πραγματικά ιδιοφυής.

Η Olivia De Havilland ερμηνεύει την καρτερική αδελφή. Αυτή που έχει υποστεί τα πάνδεινα, ακόμη και τον εξευτελισμό από την μικρή της αδελφή και βρίσκει πάντα το κουράγιο όχι να την συγχωρεί ( και αυτό είναι το περίεργο) αλλά να την κατανοεί. Η De Havilland είναι επίσης πολύ καλή στον ρόλο της. Και αυτή καταφέρνει ένα ερμηνεύσει την Roy με έναν ιδιαίτερο τρόπο που δεν την παρουσιάζει στα μάτια μας ως θύμα. Η Roy δεν είναι αυτό το μη ρεαλιστικό πλάσμα των περισσότερων μελοδραμάτων που συγχωρεί τους πάντες και υποφέρει σιωπηλά. Είναι ένας δυναμικός χαρακτήρας, με έμφυτη καλοσύνη που μπορεί να κατανοεί και να βοηθά, όχι απαραίτητα να συγχωρεί όπως προείπα, και τελικά να βγαίνει νικήτρια. Οι δύο μεγάλες ηθοποιοί δεν είναι η πρώτη φορά που συνεργάζονται και γνωρίζοντας τον δύσκολο χαρακτήρα της Davis, θα είχε στ’ αλήθεια ενδιαφέρον να ξέραμε πως τα πήγαιναν εκτός γυρισμάτων.

Οι ανδρικές παρουσίες του φιλμ σαφώς υστερούν. Ο George Brent ένας από τους σταθερούς παρτενέρ της Davis προσπαθεί φιλότιμα να σταθεί μεταξύ των δύο σταρ και για να πω την αλήθεια έχει τις στιγμές του. Αυτό όμως μόνο. Στιγμές. Ο Dennis Morgan είναι πραγματικά υποκριτικά αδιάφορος, στέκει σχεδόν φοβισμένος μπροστά στον οδοστρωτήρα Davis και όπως φυσικό είναι, τον ξεχνούμε νωρίς.

Φυσικά δεν περιμένατε να ολοκληρώσω κείμενο, χωρίς αναφορά στα κοστούμια, την ευθύνη των οποίων είχε ο στενός φίλος της Davis, Orry-Kelly. Επιμελήθηκε όλα τα φορέματα των δύο πρωταγωνιστριών και το αποτέλεσμα ήταν, αν μη τι άλλο, κομψότατο.

H ταινία, απολύτως δικαιολογημένα, δεν κατέκτησε βραβεία, ούτε καν τα διεκδίκησε. Αν το καστ της δεν διέθετε τις δύο δημοφιλέστερες ηθοποιούς της εποχής, πιθανώς και να είχε ξεχαστεί εντελώς. Άλλωστε η φιλμογραφία του σκηνοθέτη της διαθέτει αρκετά αριστουργήματα, για να μας τραβήξει την προσοχή αυτή η μάλλον μέτρια ταινία. Θα σας συμβούλευα να την αντιμετωπίσετε ως μία δημιουργική μελέτη πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις, και μάλιστα αυτές του πρώτου βαθμού, οι οποίες, το έχω ξαναγράψει και όσο περνά ο καιρός το πιστεύω ακόμη περισσότερο, είναι κανιβαλιστικές. Και πολυδιάστατες. Ακριβώς σαν την πρωταγωνίστρια της ταινίας.

Βαθμολογία: 6/10 Stars6/10 Stars6/10 Stars6/10 Stars6/10 Stars6/10 Stars (6/10)

Αλκηστις Χαρσούλη


 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.