• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


Le Fantome de la Liberte (1974)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Το Φάντασμα της Ελευθερίας
- Γνωστό και ως:
The Phantom of Liberty

Σάτιρα | 104' | Ακατάλληλο κάτω των 15
Χρώμα: Έγχρωμο
Ήχος: Mono
Γλώσσα: Γαλλικά
Δημοτικότητα: 0.15 %
Αξιολόγηση: 7.76/107.76/107.76/107.76/107.76/107.76/107.76/107.76/10   (7.76/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Μέση (Συμφωνία ψήφων μεταξύ 50 και 75%)




- Gallery:



 

- Κριτική από το Cine.gr:


Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

Πώς προσδιορίζεται άραγε η ελευθερία; Σε ένα πρώτο επίπεδο αντιλαμβανόμαστε την ελευθερία του λόγου και της δράσης σε μια κοινωνία, στο βαθμό που αυτή η κοινωνία να το αντέχει ώστε να μην διαλυθεί ως δομή. Πρέπει να έχουμε δικαίωμα στην γνώση, στην εργασία, στην έκφραση και στην δημιουργία, στον έρωτα κ.λ.π. αλλά δεν έχουμε π.χ. δικαίωμα να σπάμε το αμάξι του γείτονα ή να τον εμποδίζουμε να μιλήσει σε μια συνέλευση της πολυκατοικίας, επειδή τον αντιπαθούμε. Είναι η ελευθερία όπως την αντιλαμβάνονται τα συντάγματα των κρατών. Είναι μια παράμετρος που κάθε φορά αντανακλά ανάγκες του κοινωνικού μορφώματος. Δεν είναι ελευθερία όπως την «αισθανόμαστε» ως κατάσταση αλλά απλά ένας σχεδιασμός επιτρεπτών κινήσεων σε μια σκακιέρα και αυτό αφορά κάθε κοινωνία και κάθε πολίτευμα. Αλλά στο ψυχικό πεδίο η ελευθερία εκφράζεται ως ένα υπαρξιακό μέγεθος που ζητά την διαρκή αύξηση του, ως θραύση των εμποδίων. Το όριο μιας μέγιστης ελευθερίας βρίσκεται στην κατάργηση της συνείδησης και στην επιστροφή στο φυσικό ένστικτο - ελεύθερη μπορεί να είναι η γάτα μας, όχι εμείς. Και επειδή αυτό είναι αδύνατο, ο άνθρωπος διαρκώς παραδέρνει από τη μια φαντασίωση περί ελευθερίας στην άλλη, ανάλογα τις θεσμίσεις μέσα στις οποίες έχει αναπτυχθεί.

Μπορεί ο Μπουνιουέλ να στοχεύει (σατιρίζοντας) συχνά στην αστική δημοκρατία (που δεν είναι βέβαια δημοκρατία αλλά πολεμικό παιχνίδι εμπόρων, βιομηχάνων και τραπεζιτών –χρηματιστών, μέσα στο οποίο οι «ελευθερίες» είναι λίγο πολύ τα καταναλωτικά καρότα του λαγού) αλλά στο «Φάντασμα της ελευθερίας» ίσως άθελά του (κάτι που κατανοώ τώρα πια κι όχι τότε που πρωτοείδαμε στην ταινία) κριτικάρει ευρύτερα τα κοινωνικά συστήματα, όλα τα κοινωνικά συστήματα και όχι μόνο την αστο-κρατία, και κριτικάρει από την σκοπιά ενός αναρχικού – που άλλωστε είναι ένας σουρεαλιστής. Οι πολίτες θεωρούν αυτό σωστό ή ηθικό ή ωραίο και εκείνο λάθος, ανήθικο ή άσχημο σύμφωνα με το ιδεολογικό σύστημα μέσα στο οποίο ανατράφηκαν ή σύμφωνα με ένα άλλο με το οποίο θέλουν να το αντικαταστήσουν. Σε όλες τις περιπτώσεις, διασπούν κάθε φυσικό προτσές σε κομμάτια, αντιλαμβανόμενοι το ένα αρνητικό και το άλλο θετικό. Έτσι, κλειδί για την ανάγνωση όλου του έργου αποτελεί η σκηνή όπου η πεπτική λειτουργία έχει αντιστραμμένη αξιολόγηση: αφοδεύουμε ομαδικά σε ευχάριστη ατμόσφαιρα στην τραπεζαρία και αποσυρόμαστε διακριτικά, με κάποια ντροπή, σε μικρές καμπίνες για να φάμε. Είναι τόσο αυθαίρετο όσο και το ανάποδό του που θεωρούμε φυσιολογικό και προφανές. Ολόκληρο το φιλμ, που είναι ένα συγκαλυμμένο δοκίμιο, στηρίζεται στις ανατροπές-αντιστροφές αυτού που θεωρείται «φυσικό», δεδομένο, λογικό και ο «σουρεαλισμός» του δεν είναι ποιητικής τάξης αλλά εργαλείο σκέψης. Όσο για το υφολογικό άρωμα της ταινίας, είναι ακαταμάχητα μπουνιουέλικό όσο ποτέ.

Ο «Κυνόδοντας» του Λάνθιμου (ένα ακόμη δοκίμιο πάνω στην φαντασιακή θέσμιση) βρίσκεται στο ίδιο στοχαστικό πεδίο.

Βαθμολογία: 4.5/10 Stars4.5/10 Stars4.5/10 Stars4.5/10 Stars4,5/10 Stars (4.5/5)

(0 κακή | 1/5 Stars μέτρια | 2/5 Stars2/5 Stars ενδιαφέρουσα | 3/5 Stars3/5 Stars3/5 Stars καλή | 4/5 Stars4/5 Stars4/5 Stars4/5 Stars πολύ καλή | 5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars5/5 Stars αριστούργημα)

Χάρης Καλογερόπουλος




Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2006

Εάν η επαναλαμβανόμενη φιλανθρωπική φαρσοκωμωδία των Χριστουγέννων με είχε βάλει στον πειρασμό να προτείνω μέσω της στήλης την υποδειγματικά ιερόσυλη «Βιριδιάνα», γρήγορα αντιλήφθηκα ότι θα ήταν άδικος κόπος: οτιδήποτε έχει ενδυθεί το μανδύα του κλασικού μπορεί να διαβαστεί εξόχως ανώδυνα. Δύσκολα, όμως, θα κατορθώσει κάποιος να χωνέψει το ίδιο αβασάνιστα το ιδιοφυές «Φάντασμα της Ελευθερίας», εκτός κι αν το προσπεράσει ως ένα διανοουμενίστικο flip side... του Ιπτάμενου Τσίρκου των Μόντι Πάιθον. Αλλά ακόμη κι αυτόν το στρουθοκαμηλισμό έχει διαβλέψει ο Bunuel, περικλείοντάς τον κωδικοποιημένα στο «κωμικογράφημά» του. Εξάλλου το κυκλικό του σχήμα δεν αφήνει καμιά αμφιβολία: αυτός ο πρώην σουρεαλιστής και αιωνίως αναρχικός δεν έφτασε στα 74 του για να απαριθμήσει κρούσματα του αστικού παραλόγου χάριν αστεϊσμού, αλλά για να διεισδύσει στα γρανάζια ενός συστήματος και να τα ξεπαστρέψει με την ηδονική ευφορία ενός μικρού παιδιού. Μια και καλή, σαν πιθανή διαθήκη.

Επιθυμεί, λοιπόν, ο Bunuel απλώς να συνοψίσει τις ήδη διατυπωμένες θέσεις του; Μα αυτές είναι γνωστές τοις πάσι: «Η αστική ηθική είναι για μένα η αντιηθική γιατί βασίζεται σε πολύ άδικους θεσμούς: την θρησκεία, την πατρίδα, την οικογένεια και σε άλλους στύλους της κοινωνίας». Άλλωστε το κλισέ του «μεγάλου δημιουργού που γυρίζει ξανά και ξανά την ίδια ταινία» είναι στην χειρότερη περίπτωση απορριπτέο και στην καλύτερη χρήζει προσεκτικής επεξήγησης: στο «μεγάλο δημιουργό» δεν επιτρέπεται παρά να κινείται σπειροειδώς, να προλαβαίνει δηλαδή το δάγκωμα της ουράς του κινούμενος ανοδικά.

Είναι σαφές ότι ο κινηματογραφικός Άγιος των απανταχού ασεβών και ιερόσυλων πραγματοποίησε σε όλη του τη ζωή ακριβώς αυτή την κίνηση. Με την επίγνωση ότι χιλιόμετρα από φιλμ δεν αρκούν για να ταρακουνήσουν τους στύλους της κοινωνίας. Αλλά και με τη δονκιχωτική επιμονή, να επανέρχεται με διαφορετικό εξοπλισμό κάθε φορά. Παρατηρώντας μια κοινωνία που αρνείται πια να αναστατωθεί από τα κινηματογραφικά του διαβήματα, συλλαμβάνει την απόλυτη πλάνη της: την πλήρη «καταστροφή του λογικού», όρο που είχε χρησιμοποιήσει ο Λούκατς για τον ανορθολογισμό των καπιταλιστικών κοινωνιών. Ο Bunuel καταλήγει εκεί μέσω της αντιστροφής, της υποκατάστασης από το «φαντασματικό» και του αδειάσματος των εννοιών. Κάπως έτσι οι διαδηλωτές θα κραυγάσουν το οξύμωρο ΚΑΤΩ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.

Της πατρίδας οι φρουροί
Επιδίδονται σε στρατιωτικές αθλοπαιδιές. Τι κι αν βρισκόμαστε εν καιρώ ειρήνης (;). αυτοί πρέπει να επαληθεύσουν τη λειτουργία του συστήματος και την ίδια τους την ύπαρξη: εξ ου και η γενική επιστράτευση για το κυνήγι αλεπούδων!

Να πούμε ότι ο μιλιταριστικός ακτιβισμός είναι άλλη μια εκδήλωση σεξουαλικών συμπλεγμάτων; Μα, είναι τόσο αυτονόητο που μοιάζει με πλεονασμό. Ο ίδιος ο Bunuel, άλλωστε, ενίσχυσε επιμελώς τον ομφάλιο λώρο της φιλμογραφίας του με τη ψυχανάλυση. Σε κάθε περίπτωση, ρίξτε μια ματιά και στις αντίστοιχες σκηνές του «If....», όπου το «στρατιωτικό παιχνίδι» λαμβάνει χώρα σε όλο του το χαζοχαρούμενο μεγαλείο.

Μήπως να δείξουμε επιείκεια σε όλη αυτήν την κουστωδία των οργάνων (τάξης, ασφάλειας κλπ.); Παιδιά είναι και παίζουν, στο κάτω-κάτω. Η επίσκεψη της ταινίας στη σχολή αστυνόμων… πιάνει στα πράσα τις μέλλουσες δυνάμεις καταστολής να εκτονώνονται σα μαθητούδια.

Δεν είναι αποκλειστικό προνόμιό τους ο παλιμπαιδισμός: πρόκειται για τη μεγάλη μάστιγα των σύγχρονων κοινωνιών, όπως έχει υποστηρίξει ο Χουιστίνγκα. Η αφασική ελαφρότητα που έχει ερμηνευτεί ως επιστροφή στον αυθορμητισμό της παιδικότητας. Άλλη μια «φαντασματική» αντιστροφή εννοιών.

Το σεξ και οι μοναχοί
Ο Bunuel επιλέγει ως κομβικό χώρο της δράσης του ένα… πανδοχείο των οργίων. Εύρημα που το διαχειρίζεται εντελώς φαρσικά, κατά τα αγγλοσαξονικά πρότυπα μάλιστα –πόρτες που ανοιγοκλείνουν και φυλάσσουν ανομολόγητα πάθη.

Μια ξεμωραμένη γριά διστάζει να χαρίσει την παρθενία της στον εικοσάχρονο ανιψιό της: πρόκειται για το φάντασμα του amour fou. Νάτος ξανά ο παλιμπαιδισμός, τον οποίο έχει προκαλέσει η αφόρητη καταπίεση των ενστίκτων.

Λίγο παραδίπλα, ένα ζευγάρι ερεθίζεται με τη μηχανιστική επίδειξη σαδομαζοχιστικών παιχνιδιών στους προσκεκλημένους τους. Πουριτανός ο Bunuel; Κάθε άλλο: μάρτυρας της έκπτωσης του αστού, που σκαμπάζει όλο και λιγότερα από αληθινό ερωτισμό. Επιζητώντας ένα ηλεκτροσόκ για τη διέγερσή του, θα αντιληφθεί ακόμα και τα γραπτά του Ντε Σαντ ως σεξουαλικά εγχειρίδια.

Το υπαινιχθήκαμε ήδη όμως, ότι στο «Φάντασμα της Ελευθερίας» έχει προβλεφθεί κάθε ενδεχόμενη αντίδραση και έχει ενσωματωθεί στη φιλμική δράση. Ο φαρισαϊσμός, μια θεματική τόσο προσφιλής στο σκηνοθέτη, εντοπίζεται κατά κύριο λόγο στο συρφετό των μοναχών. Ο Bunuel δεν άφησε ποτέ το τραύμα της ιησουίτικης ανατροφής του να επουλωθεί –ευτυχώς. Γνωρίζει καλά, λοιπόν, ότι η αλλοτρίωση από την ανθρώπινη φύση είναι μια κατάσταση εγγενής στη χριστιανική διδασκαλία (μιλάμε πάντα για τη θρησκεία που ίδρυσε ο Σαούλ / Παύλος) κι όχι εκτροπή από αυτήν. Γι αυτό και τέτοιου είδους θρησκευτικά συστήματα θα παραμένουν «πνευματικές συνταγές» για τρομοκρατημένους και ημιμαθείς –με μεγάλη δόση γραφειοκρατίας μάλιστα.

Η αγία οικογένεια
Το σχολείο της άχρηστης γνώσης: ο πατέρας που διδάσκει στην κόρη του τα πάντα γύρω από τις αράχνες. Λογικό είναι να σκανδαλιστεί από τη φωτογραφία… ενός ηλιοβασιλέματος.

Ο ναός του παραλογισμού: το νήπιο που παρευρίσκεται στο αστικό δείπνο τολμά να ψελλίσει «πεινάω» και επιπλήττεται. Οι σώφρονες αστοί; Αυτοί διασκεδάζουν την ανία τους με κενολογίες για τέχνη, ταξίδια και… περιττώματα. Όταν πεινάσουν, ικανοποιούν τη λαιμαργία τους στην τουαλέτα.

Εν κατακλείδι: ένας φύσει άκαμπτος, φορμαλιστικός μικρόκοσμος, αναλίσκεται σε διατυπώσεις (επανέρχεται η τρισκατάρατη γραφειοκρατία του ζην) και αναζητά ένα παιδί που δεν έχει εξαφανιστεί. Το Υπερεγώ της πυρηνικής οικογένειας έχει παγώσει τα πάντα.

Ο κανόνας (και όχι η εξαίρεση) του παιχνιδιού
Η περιδιάβαση στο αλλόκοτο σύμπαν του «Φαντάσματος της Ελευθερίας» μοιάζει με ένα « Week End» α λα Bunuel, με τους αστούς να έχουν καθηλωθεί στον εξακολουθητικό ενεστώτα. Το έργο το έχουμε ξαναδεί, από τον «Εξολοθρευτή Άγγελο» μέχρι το «Μεγάλο φαγοπότι» και πάει λέγοντας. Ωστόσο, η Ιστορία απέδειξε ότι οι ελπίδες περί εκφυλισμού και ώριμης επαναστατικής συνθήκης ήταν φρούδες. Τελώντας εν αναμονή, λοιπόν, ας περι-γράψουμε το απαράμιλλο μπουνιουελικό στιλ.

Δε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι το κοστούμι του σουρεαλισμού αποδείχθηκε εξαιρετικά στενό για τον πρώην φίλο του Dali. Η εικοσαετής αποχή που ακολούθησε την «Χρυσή Εποχή» τον προσανατόλισε σε πιο σύνθετες υπονομευτικές τακτικές: έναν ρεαλιστικό άξονα που βάλλεται εκ των έσω και την ίδια στιγμή συγκρούεται μετωπικά με ένα σουρεαλιστικό δεδομένο. Στο «Φάντασμα της Ελευθερίας» δεν υπάρχει καν η εμφανής αντιπαράθεση με τα α-πίθανα ευρήματα, τα οποία έχουν υιοθετηθεί ως λογικά. Εξυπηρετείται έτσι η συντελούμενη «καταστροφή του λογικού» και η εικονογράφηση της απάθειας, της κατάψυξης των σχέσεων.

Από την άλλη, αυτό επιτυγχάνεται και με ένα διαρκές τράβηγμα του χαλιού (ρεαλισμός) κάτω από τα πόδια μας σε επίπεδο κινηματογράφησης. Σκηνές που εκκινούν ή καταλήγουν σε τράβελινγκ στο κενό, ταυτίζοντας τους ανθρώπους με αυτό. Χάσματα σιωπών ως αναδιπλασιασμός του κενού. Κινησιολογία γεμάτη από αυτοματισμούς, που αγγίζει τα όρια του γελοίου.

Εξάλλου η ίδια η μυθοπλασία μοιάζει να μην υπακούει πουθενά και αποκτά μορφή σχεδόν σπονδυλωτή. Μόνο που η σύνδεση των στοιχείων της είναι ωρολογιακά υπολογισμένη, τα μοτίβα επανέρχονται μεταμφιεσμένα και σχηματίζουν ένα ιδιότυπο κύκλο. Πρόκειται για την ίδια «τραυματική» επίδραση που επιχειρεί να ασκήσει ο David Lynch στην «Χαμένη Λεωφόρο» ή στην «Οδό Μαλχόλαντ».

Εξίσου τραυματικός είναι ο απόηχος της πραγματικής ελευθερίας στο φαντασματικό περιβάλλον της ταινίας, όπου οι όροι έχουν αντιστραφεί για τα καλά και οι εμπειρίες μοιάζουν με ολογράμματα. Ο απόηχος στο «τώρα»; Για το φάντασμα της επιβεβλημένης ελευθερίας κάνει λόγο και ο Τrier στο Manderlay, σχολιάζοντας τη σύγχρονη εξαγωγή αστικής δημοκρατίας. Το φάντασμα του κομμουνισμού κυνηγάει την ίδια ώρα η Ευρώπη, αποδεικνύοντας έτσι ότι είναι ολοζώντανο. Αυτός είναι, για την ώρα, ο κανόνας του παιχνιδιού, ενός εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση.

Βαθμολογία: 9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars (9/10)

Κωνσταντίνος Σαμαράς (Cineυρωπαϊκόν)


 
Le Fantome de la Liberte (1974) - kprncs - Δευ 29 Σεπ 2014 - 16:52
ΚΡΙΤΙΚΗ του ΚΓΠ στο [http://www.cine.gr/rate.asp?id=705455]
Le Fantome de la Liberte (1974)
Ενα ακόμα έργο, στα γνώριμα χνάρια της απρόβλεπτης κινηματογραφικής πορείας του Luis Bunuel, στα οποία επιτίθεται με τον γνωστό του τρόπο σε όλες τις δομές της αστικής δημοκρατίας, δηλ., την οικογένεια, την εκκλησία, την αστυνομία, την δικαιοσύνη (στα αντίστοιχα σκετσάκια τα παραπάνω εκφράζονται από την ανέραστη θεία και τον τεντωμένο ανηψιό, τους μοναχούς που καπνίζουν και παίζουν πόκερ με κερματα τις εικόνες της Παναγίας (!), οι χαζοχαρούμενοι μπάτσοι που συμπεριφέρονται σαν παιδιά κτλ κτλ). 
Παρ όλα αυτά, η συγκεκριμένη ταινία ξεπερνάει τις επιθέσεις στον μικροαστισμό και τον καπιταλισμό και γίνεται καθαρά σουρεαλιστική σε κάποια απο τα σκετσάκια της, σε βαθμό που να θυμίζει πρόγραμμα των Monty Python`s...
Οτι και να λένε κάποιοι περισπούδαστοι κριτικοι, οι οποίοι βλέπουν στον Bunuel μόνο αντικαπιταλιστικό μένος, σε κάποια σημεία αυτού του έργου ο Bunuel ξεφεύγει εντελώς από τα αναρχικά μονοπάτια και χάνεται σε εξωφρενικές περιγραφές (Η καταπληκτική αλλά και εξωφρενική ιδεά του να αφοδεύουν όλοι μαζί κοινωνικά στην τραπεζαρία αλλά να τρώνε χωριστά σε κλειστούς χώρους, ή, η απελευθέρωση από τους Δικαστές ενός αποδεδειγμένα σειριακού δολοφόνου με την επιβολή της ύστατης ποινής- νοούμενης ως της ..ελαφρότερης-) αποτελούν πράγματι ευρήματα του ελεύθερου, ξεχωριστού, προχωρημένου μυαλού του Bunuel..
Πολύ καλό έργο, που θα εκτιμήσουν ιδιαίτερα οι φίλοι της φιλοσοφίας του Bunuel, και το οποίο, οπως πάντα, θα κάνει όλους να σκεφτούν αλλά και να αναθεωρήσουν, ίσως, κάποιες από τις τεκμηριωμένες αστικές παραδοχές, που κουβαλάμε μέσα μας.[Κώστας cprig ΚΓΠ 27/9/2014](6/10)
 
<Χωρίς Τίτλο> - foris2004 - Τρί 14 Φεβ 2012 - 20:44
Ταλαντεύομαι μεταξύ: Εξαιρετική και Αριστούργημα. Ο τεράστιος Μπουνιουέλ ξέρει να κάνει...7η τέχνη!
 
Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.