• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


Jules et Jim (1962)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Απολαύστε το Κορμί μου
- Γνωστό και ως:
Ζυλ και Τζιμ
Jules and Jim

Δραματική | 105' | Απαραίτητη γονική συναίνεση
Πρεμιέρα στην Ελλάδα: Δευ 9 Απρ 1962
Ημερομηνία κυκλοφορίας DVD: 10/11/2003
Χρώμα: Ασπρόμαυρο
Ήχος: Mono
Γλώσσα: Γαλλικά - Γερμανικά - Αγγλικά
Δημοτικότητα: 1.26 %
Αξιολόγηση: 8.75/108.75/108.75/108.75/108.75/108.75/108.75/108.75/108.75/10   (8.75/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Χαμηλή (Συμφωνία ψήφων > 75%)




- Gallery:



 

- Κριτική από το Cine.gr:


Παρασκευή 26 Αυγούστου 2005

Το αρχετυπικό κινηματογραφικό ménage a trois. Οι δύο φίλοι του τίτλου θα γνωρίσουν την όμορφη Κατρίν στο Παρίσι του 1914 και θα την ερωτευτούν με ένα μοναδικό τρόπο, που ταξιδεύει τον θεατή πέρα από τις κλισαρισμένες ηθικοπλαστικές ταμπέλες. Εκεί που οι έννοιες της (ερωτικής) ιδιοκτησίας και της (ανα)παραγωγής μοιάζουν ξεφτισμένες και «λίγες». Η Κατρίν, η γυναίκα που περικλείει την χαρά της ζωής και συμβολίζει το μυστήριο του σινεμά, θα θυσιαστεί για όσους διαθέτουν ακόμα στοιχειώδη ευαισθησία-περί του βλέμματος του θεατή ο λόγος. Από κοντά και οι δύο άντρες, να συνδυάζουν τη μποέμικη ανεμελιά με θεωρητικές αναζητήσεις πάνω στον έρωτα που θυμίζουν το πλατωνικό Συμπόσιο.

Βαθμολογία: 10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars (10/10)

Κωνσταντίνος Σαμαράς (Cine Tv)




Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Bρισκόμαστε στο 1962, όχι μόνο ο Truffaut, αλλά και εμείς οι ίδιοι μέσα από την ταινία του, και ο σκηνοθέτης μέσα από ένα από ένα σενάριο φαινομενικά απλό δημιουργεί ένα απόλυτο αριστούργημα, τον ύμνο του γαλλικού Νέου Κύματος και εν τέλει μια ταινία που επηρέασε και θα επηρεάζει δημιουργούς για πολλά ακόμη χρόνια.

Ο Truffaut δημιουργεί όχι έναν, αλλά τρείς μοναδικούς χαρακτήρες. Φυσικά την παράσταση κλέβει η Cathrine, το παρανοικό θηλυκό, ο ορισμός του intellectual sexy. Aυτή η γυναίκα που δεν είναι ούτε ξανθιά, ούτε πολύ αισθησιακή, αυτή όμως που ξέρει να σκέφτεται όσο ακριβώς χρειάζεται για να τρελαίνει κάθε άντρα και να τον κάνει να υπομένει στωικά τα καμώματα της. Δεν ξέρω που ακριβώς ζει και δραστηριοποιείται το αρχέτυπο αυτό γυναίκας, αυτό που ξέρω όμως, είναι πως σε αυτό έγκειται και ολόκληρη η γοητεία της γύναικας που έπλασε το νέο κύμα. Είναι πλάσμα φανταστικό, που με κάποιο περίεργο τρόπο, κάτεχει θέση περίοπτη στη φαντασία του καθενός από μας, χωρίς όμως να μπορεί να τη βρει, ούτε καν να την πλάσει. Μια γυναίκα σαν αυτή, αφήνει πίσω της πολλά θύματα που είτε ηθελημένα, είτε όχι βασανίζει μέχρι τελικής πτώσης. Και εδώ, το ρόλο αυτό καλούνται να παίξουν δύο φίλοι, δύο άντρες ευφυείς, τόσο ώστε να συνομιλούν για τον έρωτα, να αναλύουν κάθε του πτυχή, αλλά όταν τον βρίσκουν να μη μπορούν να τον κρατήσουν. Και σε πείσμα όσων λένε πως εδώ ο Truffaut μοιάζει μισογύνης, κοιτάξτε ποιός είναι ο αδύναμος κρίκος στην αλυσίδα...

Ένα άλλο γεγονός, το οποίο εντυπωσιάζει απόλυτα είναι η αφήγηση της ταινίας. Ο σκηνοθέτης ναι μεν βάζει έναν αφηγητή, αλλά δεν αναπτύσσει ορθολογικά την ταινία του με βάση το χωροχρόνο, αλλά μονάχα με βάση συναισθήματα και καταστάσεις. Η αρχή, η μέση και το τέλος υπάρχουν ως έννοιες, αλλά δεν ενδιαφέρουν ιδιαίτερα, με αποκορύφωμα το τέλος, που δεν λύνει κανένα από τα προβλήματα της υπόθεσής μας, αντίθετα μοιάζει να δημιουργεί ακόμη περισσότερα. Επίσης, ο σκηνοθέτης μοιάζει να παίζει στα δάχτυλα τα κινηματογραφικά είδη, με απότέλεσμα εκεί που μας αφηγείται μία κομεντί, να περνά στο film-noir και από κει σε ένα καλοκουρδισμένο δράμα με μια μικρή πινελιά από θρίλερ.

Με λίγα λόγια έχουμε να κάνουμε με ένα αριστούργημα, που δε λέει να σταματήσει να εμπνέει αγνή αγάπη για τον κινηματογράφο σε όλους τους κινηματογραφόφιλους και πάθος για δημιουργία στους εκάστοτε δημιουργούς.

Βαθμολογία: 5/10 Stars5/10 Stars5/10 Stars5/10 Stars5/10 Stars (5/5)

Σοφία Γουργουλιάνη




18/2/2005

Ο Truffaut, στην πέμπτη ταινία του μέσα σε δύο χρόνια, γεννά μια καινούρια εποχή, αμφισβητώντας πλήρως τις εκ των ουκ άνευ κινηματογραφικές φόρμες που επικρατούσαν μέχρι τότε. Αδιαφορώντας για τη σχέση αιτίου και αιτιατού, ξεπερνώντας τις συμβάσεις του χρόνου και του χώρου της επιβεβλημένης στρωτής αφήγησης, δημιουργεί ένα νέο είδος κινηματογράφου, τόσο ελεύθερο στη δημιουργία του, όσο και οι μποέμ ήρωες της ταινίας του.

Ο Jules είναι Αυστριακός, ο Jim Γάλλος. Γνωρίζονται, αλληλοσυμπαθιούνται, μιλούν για τέχνη, ζωγραφίζουν, μεταφράζουν ποίηση, πίνουν κρασί και χαρίζουν ο ένας στον άλλον τα καλύτερα πούρα, χωρίς να φαίνεται να ανησυχούν για μικρότητες όπως τα χρήματα, το νοίκι, ή το που και με ποια θα τους βρει το επόμενο πρωί. Γελούν και ερωτεύονται, και ανταλλάσσουν τις γυναίκες με την ίδια ευκολία που ανταλλάσσουν τα καπέλα τους. Μέχρι που ο Jules γνωρίζει την Catherine. Και λέει «όχι αυτήν, Jim». Από αυτήν την ατάκα και τον ηλεκτρισμό που αναπτύσσεται ανάμεσα στον Jim και την Catherine από τις πρώτες κιόλας στιγμές, ο θεατής αντιλαμβάνεται πως ό,τι κι αν πρόκειται να επακολουθήσει, παρά το κάλυμμα της νεανικής ανεμελιάς και επιφαινόμενης συναισθηματικής ισορροπίας ανάμεσα στο τρίο, δε θα είναι όμορφο. Και παρά το ότι ο Jules και η Catherine αποφασίζουν να παντρευτούν. Το ξέρουμε πώς κάτι θα πάει τρομερά στραβά.

Κι ύστερα οι ισορροπίες αλλάζουν. Αρχίζει ο (Πρώτος Παγκόσμιος) πόλεμος, και οι δυο φίλοι καλούνται στα αντίπαλα στρατεύματά τους, όπου προσπαθούν να επιβιώσουν, με το φόβο μήπως αλληλοσκοτωθούν. Κι ύστερα ο πόλεμος τελειώνει. Και το πρόσχαρο, ανάλαφρο κλίμα αλλάζει, όπως γίνεται πάντα και στη ζωή. Και η ταινία μεταμορφώνεται σε ένα κλειστοφοβικό, οικογενειακό δράμα, με το γάμο του Jules και της Catherine να κρέμονται από μια κλωστή. Αυτή τον έχει απατήσει αρκετές φορές, κι αυτός το ξέρει, αλλά φαίνεται να την αγαπά τόσο που δεν τον ενδιαφέρει. Σύντομα ο Jim φτάνει κοντά τους, κι ο Jules σχεδόν τον παρακαλά να την παντρευτεί, ώστε το αναπόφευκτο τρίγωνο να μείνει κλειστό. Ο Jim έλκεται από την Catherine, πάντα ελκόταν, και δέχεται.

Φυσικά, η δυνατότητα που προσφέρεται στην Catherine να εναλλάσσει κατά βούληση τους δύο εραστές της δεν της είναι αρκετή, και πολλές φορές νιώθει την ανάγκη να στραφεί σε εναλλακτικό παρτενέρ, αφήνοντας τον Jules και τον Jim να παρακολουθούν την ολοένα και συρρικνούμενη βάση της φιλίας τους.

Για μένα, υπάρχει μια σημαντική σκηνή που ξεκλειδώνει την ταινία. Έρχεται πολύ νωρίς, λίγο μετά τη γνωριμία των τριών πρωταγωνιστών, οι οποίοι βγαίνοντας από μια θεατρική παράσταση, συζητούν για το πώς ο σκηνοθέτης επέλεξε να ερμηνεύσει την ψυχοσύνθεση του άντρα πρωταγωνιστή, αλλά άφησε στη γυναίκα τη δυνατότητα να πράττει όπως ήθελε, χωρίς να χρειαστεί να εξηγήσει τίποτε. Αμέσως μετά, η Catherine χωρίς εμφανή λόγο -πέρα από το να τραβήξει ίσως την προσοχή των ανδρών- βουτά στη θάλασσα.

Μετά απ’ αυτό, δεν προκαλεί έκπληξη το ότι η γυναίκα αυτή θα κάνει ό,τι θέλει, όταν το θέλει, χωρίς να της καίγεται καρφάκι όχι μόνο για τους κανόνες της κοινωνίας στην οποία υποτίθεται ότι ζούσε (άλλωστε η Catherine έχει και μια πεντάχρονη κόρη με την Jules, αλλά παρ’ όλα αυτά ζητάει το παιδί του Jim σαν το πρώτο να μην υπήρξε ποτέ), αλλά ούτε καν για τους κανόνες που θα ακολουθούσε ένας σεναριογράφος για να κάνει το χαρακτήρα της υπαρκτό! Να προσπαθήσει δηλαδή, αν όχι να του δώσει μια πιο κατανοητή και εύπεπτη αληθοφάνεια, τουλάχιστον να ερευνήσει τα αίτια και τις πηγές της φαινομενικά παρανοϊκής της συμπεριφοράς.

Η Catherine είναι μια ιδεωδώς φονική γυναίκα. Παγιδεύει τους άντρες στα δίχτυα της, και τους ρουφάει το αίμα με πλήρη αδιαφορία και περιφρόνηση απλά γιατί το θέλει εκείνη τη στιγμή, και γιατί είναι στη φύση της. Κυνηγά ενστικτωδώς και ασυμβίβαστα την απόλυτη ελευθερία ακόμη και από τον ίδιο της τον εαυτό, αυτά που της επιβάλει η λογική της, ακόμη και τη διαμάχη τους με τα συναισθήματά της. Παγιδευμένη στην ανθρώπινη ύπαρξή της, προσπαθεί -μάταια όπως αποδεικνύεται- να την υπερκεράσει, σέρνοντας μαζί της στον όλεθρο και τις αρσενικές υπάρξεις που την εμπνέουν. Αν δεν παρουσιαζόταν τόσο συνειδητοποιημένη στη σχιζοφρένειά της, θα την χαρακτήριζα τυπική σημερινή γυναίκα δηλαδή…

Το μεγαλείο της ταινίας, έγκειται στο ότι, χωρίς απαραίτητα να ξέρεις τους βασικούς κανόνες κινηματογράφου που εισήγαγε το γαλλικό Νέο Κύμα (ή τέλος πάντων, τις ρήξεις που προκάλεσε στους ήδη υπάρχοντες), βλέποντας το Jil et Jim τους αντιλαμβάνεσαι όλους, τους εντοπίζεις, τους σημειώνεις, και έχεις ήδη τελειώσει ένα crash course στο πολύ φιγουρατζίδικο αυτό κεφάλαιο της κινηματογραφικής ιστορίας. Η εισαγωγή της ιδέας του να βλέπεις την ιστορία από πολλαπλές οπτικές (στην περίπτωσή μας, του πανταχού παρόντος αφηγητή και του εκάστοτε πρωταγωνιστή), ο ανελέητος διαμελισμός του κοινωνικού status quo και των μπουρζουαζικών μύθων (όπως η οικογένεια, ο γάμος, η φιλία), το στραπατσάρισμα των σεξουαλικών ταμπού, τα πηδήματα αριστερά και δεξιά στο χωροχρόνο, το γρήγορο και όχι απαραίτητα στρωτό μοντάζ, τα jump cuts, τα εξωτερικά γυρίσματα, και πάνω απ’ όλα το mises-en-scene (η κίνηση στο σταθερό κάδρο) ως υπογραφή του δημιουργού, όλα μα όλα είναι εδώ μέσα, μέχρι και η δαιμονοποίηση του καταναλωτισμού, με το μεγαλύτερο, πιο τρομερό και τελικά φονικό όπλο: το αμάξι.

Αυτό που με δυσκόλεψε στην ταινία (πέρα από το ότι το πρώτο μέρος ίσως κρατάει λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται, και από μια σκηνή με την Catherine να τραγουδάει ένα χαζοχαρούμενο σκοπό που με έκανε να θέλω να σταματήσω τελείως την ταινία), ήταν το να παρακολουθήσω από κάποιο σημείο κι έπειτα, τους ολοένα και αυξανόμενους παραλογισμούς της Catherine, τους οποίους με στωική νωχελικότητα αποδέχονταν οι δύο συνοδοί της. Κάποιος αμερικανός κριτικός είχε γράψει ότι η ταινία απευθύνεται περισσότερο στην καρδιά παρά στο νου. Και κάπου έχει δίκιο, γιατί δεν μπορώ να φανταστώ ποιος διεστραμμένος νους θα άντεχε τα παρανοϊκά γινάτια αυτής της γυναίκας.

Αλλά πάλι είπαμε, απόλυτη ελευθερία φόρμας, ψυχής και ύπαρξης, αμφισβήτηση και απόρριψη των τετριμμένων… όλα αυτά κάπως δικαιολογούν τις εξελίξεις. Και η τελική αίσθηση της αναπόφευκτης συνειδητοποίησης του φινάλε πως κάθε ménage a trios δε μπορεί παρά να οδηγήσει σε φθορά και πόνο, δεν μπορεί παρά να είναι right on the money, που θα έλεγε και ο Truffaut

Πάντως όλα αυτά για την ελευθερία, να τα δείχνεις σε έναν φυλακισμένο, είναι ένας κάποιος σαδισμός έτσι;

Ιωσήφ Πρωιμάκης (Movie Dungeon)


 
Απάντηση στον κ.xdxdxd - nik-bardas - Σάβ 29 Ιουλ 2017 - 13:40
Το επεξεργάστηκε ο/η nik-bardas συνολικά 2 φορές
 
Re: απάντηση στον κ.xdxdxd - nik-bardas - Σάβ 29 Ιουλ 2017 - 13:29
 
Re: απάντηση στον κ.xdxdxd - nik-bardas - Παρ 28 Ιουλ 2017 - 23:52
 
απάντηση στον κ. nik-bardas - xdxdxd - Πεμ 22 Ιουν 2017 - 14:26
Κατ`αρχήν να συμφωνήσω απόλυτα στη διαπίστωσή σας: "υπάρχουν πολλά σύμπαντα για να ζει ο καθένας μας". Προφανώς όμως το δικό σας "σύμπαν" δεν χωράει τίποτα πέραν του "καλού ή κακού", "σωστού ή λάθους", "άγιου ή ανόσιου". Τον τελευταίο σας μάλιστα μανιχαϊσμό τον χρεώνετε - χωρίς κανένα δικαίωμα - στον Ελύτη.
Όλη αυτή η λογική για το τι είναι καλό και άγιο και τι όχι δεν σας βοηθά βέβαια να αντιληφθείτε τον πρωτοποριακό (για τα `60s) τρόπο που χειρίζεται την κάμερα ο Τρυφώ, μια τεχνική που μας βάζει σε έναν κόσμο άχρονα ποιητικό. Δεν σας βοηθά επίσης να αντιληφθείτε, ότι την ίδια στιγμή που αναδεικνύει την εσωτερική ανάγκη για κατάργηση της "ερωτικής ιδιοκτησίας", την ίδια στιγμή αναδεικνύει και το απόλυτο αδιέξοδο, τόσο της "σεξουαλικής απελευθέρωσης" των 60`s, όσο και του σύγχρονού της νεοφεμινισμού.
Ίσως, η συνειδητή διάλυση κάθε λογής "αγιοτήτων" από τον σκηνοθέτη σας προκάλεσε τόσο εκνευρισμό, που δεν συγκρατήσατε ότι οι δυο πιο "ελευθεριακοί" ήρωές του, όχι μόνο δεν δικαιώνονται, αλλά πεθαίνουν με τρόπο τραγικό.
Όλα αυτά ο Τρυφώ τα αναδεικνύει με την προσφιλή του μέθοδο: "τα πιο σοβαρά - τραγικά πράγματα να λέγονται με τον πιο ήπιο - γλυκό τρόπο".
Με δυο λόγια κ. Βάρδα, η ταινία είναι ένα αριστούργημα, που απλά δεν χωράει στο δικό σας μανιχαϊστικό σύμπαν.
 
Βλέπετε τα πρώτα 4 σχόλια. Πατήστε εδώ για να εμφανιστούν όλα.

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.