• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22315
  • Αριθμός συν/τών: 759967
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


Les Amants (1958)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Οι Εραστές
- Γνωστό και ως:
The Lovers

Δραματική | 90'
Χρώμα: Ασπρόμαυρο
Ήχος: Mono
Γλώσσα: Γαλλικά
Δημοτικότητα: 0.10 %
Αξιολόγηση: 9.00/109.00/109.00/109.00/109.00/109.00/109.00/109.00/109.00/10   (9.00/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Χαμηλή (Συμφωνία ψήφων > 75%)




- Υπότιτλος:

Αυτή ήταν η στιγμή της… Και τίποτα άλλο δεν είχε σημασία.

- Gallery:



 

- Κριτική από το Cine.gr:


Τετάρτη 12 Απριλίου 2006

ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ: ΟΤΑΝ ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΕΧΑΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΘΕΝΙΑ ΤΟΥ

Ως γνωστόν, η πιο διασκεδαστική μορφή νεκροφιλίας είναι η άνευ όρων κινηματογραφοφιλία – αυτή που χτίζει τους πιο αυθαίρετους συνειρμούς και την πιο πειστική επίφαση ενός «ζωντανού» πάθους. Μα είναι ολοζώντανο και εντελώς προσωπικό, προλαβαίνω να αντιτείνω στον εαυτό μου: θα χει δυο εβδομάδες που τρύπωνα στην Camera Lucida (το υπόγειο πίσω από την Αγία Σοφία με τις διπλές προβολές κάθε Πέμπτη) και δεχόμουν να υποβληθώ για άλλη μια φορά στο ηλεκτροσόκ του «Πέρσι στο Μαρίενμπαντ». Ο Alain Resnais με είχε πείσει ότι ο έρωτας είναι ο κατεξοχήν σισύφειος μύθος. Κι όμως, 8 μέρες μετά ή… 3 χρόνια πριν (από την Πέμπτη στην επόμενη Παρασκευή ή από το 1961 στο 1958) τα πάντα έμοιαζαν απλούστατα: οι «Εραστές» του Louis Malle – «η πρώτη ερωτική νύχτα στην ιστορία του σινεμά» σύμφωνα με τον Truffaut – δεν είχαν επιλέξει παρά την άλλη όψη του νομίσματος.

Εάν τα παραπάνω έχουν τη μορφή πρόχειρου ημερολογίου, μην εκπλήσσεστε διόλου: ένα φιλμ που απομονώνει και μεγεθύνει την εξω-φιλμική πραγματικότητα για να σε στείλει πιο παθιασμένο στην αγκαλιά της, ένα σινεμά που δεν κρατάει για τον εαυτό του τον χαρακτηρισμό larger than life αλλά κάνει την ίδια τη ζωή να μοιάζει έτσι – αυτά σε υποχρεώνουν να στείλεις ένα γράμμα αγάπης αντί κριτικής και καθιστούν τις αναφορές στο εκτός θέασης πεδίο αυτονόητες. Τέτοια είναι η περίπτωση των «Εραστών», των οποίων την ένωση θα παρακολουθήσουμε στο συγκλονιστικότερο blow up που έχει επιχειρηθεί. Έχει ιδιαίτερη αξία να μελετήσουμε γιατί και με ποιον τρόπο η ταινία ανακαλύπτει τους μηχανισμούς του πάθους, όχι τόσο για να αφηγηθεί μια ρομαντική ιστορία, αλλά για να αιχμαλωτίσει εντός τους τον θεατή.

Η δομή του σεναρίου είναι υποτυπώδης και θα μπορούσε να κολλήσει στην κινούμενη άμμο των ερωτικών ακροβασιών: μια καλοζωισμένη αστή τελματώνει στη συζυγική απάθεια και αναζητά παρηγοριά στην αγκαλιά ενός παριζιάνου μπον βιβέρ. Καθώς βρίσκεται καθ’ οδόν για ένα δείπνο-φάρσα, όπου θα παρευρεθούν σύζυγος και εραστής, η γυναίκα θα γνωρίσει έναν τρίτο άνδρα, έναν εσωστρεφή φοιτητή αρχαιολογίας. Το δείπνο θα εμπλουτιστεί κατά ένα άτομο και η ηρωίδα θα περάσει την πιο μεγάλη νύχτα της ζωής της. Ο Malle, έχοντας αποδείξει με το «Ασανσέρ για δολοφόνους» τη δεξιοτεχνία του σε επίπεδο ρυθμού, κερδίζει το στοίχημα καταρχήν εκεί. Η αρχική διπλή ζωή της Jeanne Moreau ντεκουπάρεται σαν ένα ανιαρό πινγκ-πονγκ, ένα άσκοπο δίπολο χωρίς δυνατότητα κορύφωσης. Χωρίς δακτυλικό αποτύπωμα οι φιλμικοί χρόνοι, καμία σημαίνουσα διαστολή δε μπορούν να τους προσδώσουν τα υποκείμενα. Γι αυτό και η λυτρωτική χωροχρονική ενότητα του δεύτερου μισού – η είσοδος στο οποίο σηματοδοτείται από ένα κωμικό γκαγκ – μοιάζει με ξεκαθάρισμα, με απόδοση νοήματος. Ακριβώς στο ξετύλιγμα της ερωτικής ολονυχτίας και στην αντίθεσή της με ό,τι προηγήθηκε, επιχειρείται το blow up που προαναφέραμε, σαν ταξίδι από ένα «ρενουαρικό» ρομαντισμό στη λατρεία του σώματος – με κάθε περιττό πλάνο να περικλείει τους χυμούς των δικών μας ιστοριών.

Εισβάλαμε ήδη στη χώρα της εικόνας, στο δεύτερο θρίαμβο του Malle δηλαδή. Τώρα πια, καθετί έχει ως σημείο αναφοράς το πρόσωπο της Jeanne Moreau και τα σκηνοθετικά παιχνίδια με αυτό. Το πρώτο της γέλιο, για παράδειγμα, δεν εντυπώνει απλώς τις ρυθμικές αλλαγές του Malle επί της οθόνης, αλλά επικοινωνεί με το βλέμμα του θεατή ως – δεν υπερβάλλω καθόλου – γνήσιος αγωγός ευτυχίας. Ή το αινιγματικό, βουβό κοίταγμα στον καθρέφτη, που απαντάται δις στην ταινία – την πρώτη φορά ως επικύρωση απάθειας και ειρωνείας, την δεύτερη… ως τι; Το σοφό voice over (της ίδιας της Jeanne Moreau από το μέλλον, μου αρέσει να πιστεύω) το χαρακτηρίζει ως τη πρώτη σκιά αμφιβολίας. Ακόμα κι αν δεν είναι έτσι, όμως, πρόκειται για το πιο ισχυρό σημάδι της πίστης του σκηνοθέτη στο Άγνωστο. Η ταινία μένει «ανοιχτή», η νεκροφιλία ακυρώνεται και μόνο ένα μοιάζει βέβαιο: ο καλύτερος τρόπος να κάνουμε σινεμά είναι να βλέπουμε – να ερωτευόμαστε – να ακούμε – να ερωτευόμαστε ξανά.

Βαθμολογία: 9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars9/10 Stars (9/10)

Κωνσταντίνος Σαμαράς (Cineυρωπαϊκόν)




Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

Η ιστορία της πλούσιας μεγαλοαστής με σύζυγο ιδιοκτήτη εφημερίδας κι εραστή κάποιο διάσημο αθλητή, που πέφτει στην αγκαλιά ενός νεότερου άντρα το 1958, σόκαρε το κοινό του Φεστιβάλ της Βενετίας και προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις. Μισό, όμως, αιώνα μετά μια «νοικοκυρά σε απόγνωση» που ερωτεύεται έναν νεότερο της τη συναντάμε παντού, από την καθημερινή ζωή μέχρι τα πιο κλισέ τηλεοπτικά προϊόντα. Και όμως, ο Louis Malle δημιούργησε το 1958 μια ταινία που καταφέρνει ακόμα να γοητεύει αν όχι να μαγεύει το κοινό της. Τόσους και τόσους κινηματογραφικούς έρωτες μετά και το Les Amants δεν δέχεται να ξεθωριάσει. Σίγουρα, η υπόθεση δεν μπορεί στις μέρες μας να προκαλέσει, ούτε ο κινηματογραφικός οργασμός της Jeanne Moreau δεν αποτελεί πλέον γεγονός.

Αυτό, όμως, που αποτελεί γεγονός είναι η απόδοση αυτής της απλής ιστορίας. Ο σκηνοθέτης πουθενά δεν καταφεύγει σε κλισέ και δράματα για να αποσπάσει το εύκολο δάκρυ και να μας κάνει να νιώσουμε συμπόνια για τον απαγορευμένο έρωτα. Ο Louis Malle κάνει για άλλη μία φορά αυτό που ξέρει καλύτερα: να προκαλεί τα πιο δυνατά συναισθήματα μέσα από τις φαινομενικά πιο φλατ ταινίες. Καταφέρνει μέσα σε 90 λεπτά όχι απλά να κάμψει την όποια εμπάθεια του κοινού απέναντι στην πλούσια 35άρα που δεν είναι ευχαριστημένη με τίποτα, αλλά να δει στο πρόσωπό της μια ερωτευμένη γυναίκα που ξεκινάει μια νέα ζωή. Αυτό το ίδιο πρόσωπο είναι που μοιάζει στην αρχή της ταινίας, όταν για πρώτη φορά η πρωταγωνίστρια κοιτάει τον εαυτό της στον καθρέφτη, κενό και συμβιβασμένο και τη δεύτερη και τελευταία φορά ερωτευμένο και αινιγματικό.

Βέβαια, οι δύο σκηνές στον καθρέφτη όπως κι όλα τα σεναριακά και σκηνοθετικά τεχνάσματα αποτελούν δείγματα του ταλέντου του σκηνοθέτη. Μπορείτε, όμως, να φανταστείτε κάποια άλλη να κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέφτη; Η Jeanne Moreau δίνει μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας της. Δεν χρειάζεται παρά να κοιτάζει την κάμερα κι αυτόματα γνωρίζουμε ανά πάσα στιγμή αυτά που νιώθει.

Πρόκειται για μια ταινία-ύμνο στον έρωτα, μια ταινία στην οποία μοιάζει μέχρι κι ο ίδιος ο σκηνοθέτης να αναρωτιέται αν ο έρωτας είναι -και αν θα πρέπει να είναι- όνειρο ή πραγματικότητα κι αν τελικά ενδείκνυται ποτέ να ξυπνήσουμε απ`αυτό το όνειρο.

Βαθμολογία: 4/10 Stars4/10 Stars4/10 Stars4/10 Stars (4/5)

Σοφία Γουργουλιάνη


 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.