• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


Histoires Extraordinaires (1968)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Στον Ιλιγγο της Ακολασίας
- Γνωστό και ως:
Ιστορίες Μυστηρίου
Spirits of the Dead

Τρόμου | 121' | Ακατάλληλο κάτω των 15
Ημερομηνία κυκλοφορίας DVD: 27/09/2004
Χρώμα: Έγχρωμο
Ήχος: Mono
Γλώσσα: Γαλλικά - Ιταλικά - Αγγλικά
  Δημοτικότητα: 0.09 %
Αξιολόγηση: 4.50/104.50/104.50/104.50/104.50/10   (4.50/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Μέση (Συμφωνία ψήφων μεταξύ 50 και 75%)




- Υπότιτλος:

Το απόλυτο όργιο του κακού.

 

- Κριτική από το Cine.gr:


Τετάρτη 19 Απριλίου 2006

Είδωλα και ιδεοληψίες, εμμονές θανάτου και αυτοκαταστροφής: τρεις ιστορίες του μακάβριου από τον Edgar Allan Poe, ή αλλιώς Τρία Βήματα προς την Παραφορά (Tre Passi nel Delirio), όπως δηλώνει ο ιταλικός τίτλος του φιλμ. Πρόκειται για το πνευματικό τέκνο του παραγωγού Raymond Eger, του οποίου την πραγματοποίηση διαπραγματεύτηκε με σκηνοθέτες όπως ο Visconti, ο Losey και ο Welles. Μια σπονδυλωτή ταινία που φέρει ως πυξίδα το άχρονο του τρόμου, μέσα από μια ρήση του ίδιου του Πόε. Σε ποιους ανατέθηκε τελικά η υλοποίηση; Στο σκηνοθέτη που έπλασε τη γυναίκα μόνο και μόνο για να τη σαγηνεύσει, στον υπερευαίσθητο παρατηρητή της Φλόγας που Τρεμοσβήνει και στον άντρα που μόλις είχε αποπειραθεί να εισχωρήσει στο υποσυνείδητο μιας Ιουλιέτας των Πνευμάτων. Ας τα πάρουμε από την αρχή:

Mezengerstein, του Roger Vadim. Το αλλόκοτο παραμύθι μιας ζάμπλουτης κληρονόμου, μιας κακομαθημένης βαρόνης που επιδίδεται σε όργια και σαδιστικά παιχνίδια. Ο ανομολόγητος έρωτας για τον απόμακρο ξάδερφο, ο θάνατος του άντρα και ο μυστηριώδης ρόλος ενός μαύρου αλόγου. Μεταφυσική και ηθικολογία στο ίδιο καζάνι, μόνο που ο Vadim ουδέποτε υπήρξε αρκετά επιμελής ως προς τις δοσολογίες. Εδώ η Jane Fonda προοιωνίζει σαφώς το ρόλο της Bardot στο «Αν Αν ο Δον Ζουάν ήταν γυναίκα», χωρίς ιδιαίτερη φαντασία δυστυχώς: οι αισθητικοί αναχρονισμοί λοξοκοιτάζουν με ευκολίες προς την εποχή του σκηνοθέτη, ενώ η αναμονή και ο διακριτικός τρόμος προλαβαίνουν να υποκατασταθούν από την ανία.

William Wilson, του Louis Malle. Η «μεγαλύτερη» από τις τρεις επιμέρους δημιουργίες, δηλαδή αυτή που προλαβαίνει να αναπτυχθεί πληρέστερα και πιο αυτόνομα. Ο Malle, ο πιο ώριμος και σταθερός σκηνοθέτης αυτής της ιδιότυπης «τριανδρίας», αφηγείται μια ιστορία που, όλως παραδόξως, μοιράζεται πρωταγωνιστή και παρόμοια θεματική με το μεταγενέστερο «Κύριο Klein» του Losey (ο Βρετανός δε συνεργάστηκε στη δημιουργία της ταινίας, αλλά την επισκίασε «από την πίσω πόρτα»). Ένας, σαδιστής από τα γεννοφάσκια του, νεαρός άντρας αδυνατεί να απαλλαγεί από το συνονόματο σωσία του. Δεν είναι ένα απλό παιχνίδι συμπτώσεων που δένει ασφυκτικά τις δύο εκδοχές του Alain Delon, αλλά ένα τυραννικό πλέγμα εξουσίας και ενοχών που σκηνοθετείται σαν κατάρα και στοίχειωμα. Η ατμόσφαιρα ισορροπεί δια της φωτογραφίας ανάμεσα στο μουντό γκρίζο και το «αισθησιακό» έγχρωμο, οι χειρισμοί των κάθε λογής βασανιστηρίων και της απορρέουσας ηδονής μοιάζουν με μικρό φόρο τιμής στο Μπατάιγ, ενώ τα πλάνα χτίζουν υπόγειες συνδέσεις: προσέξτε τα ματωμένα χέρια του ενήλικα Wilson, την τιμωρία από τον δάσκαλο και την εκτόνωση πάνω στο σώμα της Bardot.

Toby Dammit, του Federico Fellini. Διασκευάζοντας πολύ χαλαρά το διήγημα «Ποτέ μη στοιχηματίζεις το κεφάλι σου με το Διάβολο», ο maestro επιχειρεί μια αντιστροφή του φαντασιακού των Καθολικών: εδώ ο Διάβολος «είναι μια φιλική και χαρούμενη μορφή, σαν ένα κοριτσάκι». Τουλάχιστον έτσι μοιάζει η συχνότατη παραίσθηση του Τόμπυ Ντάμιτ, ενός καταθλιπτικού και εξαρτημένου από τις ουσίες ηθοποιού. Ένας ερμαφρόδιτος, αναμαλλιασμένος Terence Stamp περιφέρεται μέσα στη φελινική μανιέρα της υστερίας, των εκτυφλωτικών φλας, των «άψυχων» διασημοτήτων και των εξωφρενικών ιδεών (οι παραγωγοί προτείνουν στο Ντάμιτ να παίξει σε ένα Καθολικό Γουέστερν, που θα μοιάζει με συνδυασμό Dreyer, Pasolini και Ford). Πρόκειται για την παραληρηματική πτυχή του Fellini, η οποία, αν και ποτέ δε μου τον έκανε αντιπαθή, στρέφεται εμφανώς εναντίον του θέματός του. Αυτό το μικρό στοίχημα με το Διάβολο θα μπορούσε να είναι πραγματικά αξέχαστο, αν δεν παρουσίαζε σημαντικά προβλήματα ρυθμού: ανυπόμονος σαν έφηβος, ο σκηνοθέτης δεν υπακούει σε καμία λογική κλιμάκωσης, ούτε πονηρής διαχείρισης του ρεαλιστικού.

Συνοψίζοντας: η «αθροιστική» αξιολόγηση ενός σπονδυλωτού φιλμ είναι απολύτως κοντόφθαλμη, καθώς παραμελεί τα ζητήματα της εσωτερικής συνοχής, της αφηγηματικής «περιπέτειας» και της οξυμένης αίσθησης του θανάτου – όλα αυτά θυμάμαι να εκθειάζω με αφορμή το πρόσφατο Eros, παρόλο που μοναδικός διασωθείς υπήρξε ο Kar Wai Wong! Γι αυτόν το λόγο, ο διαμελισμός ενός κειμένου για τα « Πνεύματα των νεκρών» στα 3 ίσως να είναι τεχνητός, αν δε λάβουμε υπόψη: την κοινή μήτρα των χαρακτήρων, την πρόοδο στην απεικόνιση του σαδισμού, τα σύννεφα ως «γέφυρα» ανάμεσα στα επιμέρους φιλμ και πλήθος άλλων συμπτώσεων και αναδιπλασιασμών. Κάπως έτσι, η σπονδυλωτή συνύπαρξη έντονων κινηματογραφικών προσωπικοτήτων αποκτά σχεδόν πάντοτε υπεραξία.

Βαθμολογία: 7/10 Stars7/10 Stars7/10 Stars7/10 Stars7/10 Stars7/10 Stars7/10 Stars (7/10)

Κωνσταντίνος Σαμαράς (Cineυρωπαϊκόν)


 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.