• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


La Maman et la Putain (1973)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Η Μαμά και η Πουτάνα
- Γνωστό και ως:
The Mother and the Whore

Σινεφίλ | 217' | Ακατάλληλο κάτω των 15
Χρώμα: Ασπρόμαυρο
Ήχος: Mono
Γλώσσα: Γαλλικά
  Δημοτικότητα: 0.12 %
Αξιολόγηση: 9.50/109.50/109.50/109.50/109.50/109.50/109.50/109.50/109.50/109.50/10   (9.50/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Χαμηλή (Συμφωνία ψήφων > 75%)




- Gallery:



 

- Κριτική από το Cine.gr:


Πέμπτη 15 Ιουνίου 2006

Πρέπει να ήταν η δεύτερη φορά που έβλεπα το Broken Flowers και παρατηρούσα την αφιέρωση του Jarmusch στον Jean Eustache, όταν συνειδητοποιούσα ότι αυτός ο πρόωρα χαμένος φίλος που γνώριζε σινεμά όσο λίγοι όφειλε να έχει ήδη λάβει εξέχουσα θέση στην ταπεινή στήλη του Cineυρωπαϊκού. Οι μήνες πέρασαν και η μικρή αίσθηση χρέους θάφτηκε εύκολα κάτω από το χαλί, για να ξαναβγεί στην επιφάνεια με αφορμή το Les Amants Reguliers, ένα… επικό γράμμα αγάπης στις ουτοπίες της γενιάς του ’68 από τον Philippe Garrel. Στο τούνελ της ίδιας ακριβώς μελαγχολίας είναι ευδιάκριτο το, επίσης φιλμ-ποταμός, «Η μαμά και η πουτάνα» του 1973.

«Είσαι σαν την Γαλλία μετά το Μάη του ’68»: το επιμύθιο σε έναν μάταιο ερωτικό μονόλογο του Ζαν-Πιερ Λεώ αποδεικνύει ότι το πένθος έχει στοιχειώσει τα πάντα στον παρισινό αέρα. Ακόμη κι αν όλα τριγύρω μοιάζουν ίδια, ακόμη κι αν το ασπρόμαυρο δεν παραχωρεί την θέση του στην έγχρωμη παλέτα και ο άεργος πρωταγωνιστής περιφέρεται από το ένα καφέ στο άλλο αρνούμενος την κοινωνική / επαγγελματική ενηλικίωση – ακόμη κι έτσι, κάθε ταινία που επιλέγει να επωμιστεί την κληρονομιά της νουβέλ βαγκ θα είναι στον εξής καταδικασμένη να αφηγείται ένα χρονικό διαψεύσεων. Στην καλύτερη περίπτωση, όπως συμβαίνει στο «Η μαμά και η πουτάνα», θα γίνεται ακραία διεισδυτική και σαρκαστική απέναντι στην αίσθηση του κενού. Κάποιες φορές κανιβαλιστικά, όπως στον παιγνιώδη διασυρμό ενός Σαρτρ ως μεθύστακα, και κάποιες άλλες με βουβή πίκρα – προσέξτε τις σκηνές όπου οι ήρωες στέκονται αμίλητοι μπροστά στο πικάπ και με ποιον τρόπο οι στίχοι μοιάζουν να απευθύνονται σε αυτούς.

Σε ποικίλες εκδοχές και παραλλαγές, ολόκληρο το φιλμ του Eustache μπορεί να ιδωθεί ως μια αλληλουχία «παιχνιδιών»: ευφυολογήματα, κατά συνθήκη ψεύδη, αναπαραστάσεις ρόλων, ερωτικά παιχνίδια. Αλλά και η ίδια η περσόνα του Ζαν-Πιερ Λεώ αφενός αποτελεί αναφορά στο φιλμικό alter ego που είχε πλάσει ο Francois Truffaut (αρχής γενομένης από τα «400 Χτυπήματα»), αφετέρου προεκτείνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του γκονταρικού « Αρσενικό, θηλυκό» στη εποχή του τέλους των ψευδαισθήσεων: ένα υπερευαίσθητο παιδί, ένας κατά συρροή ερωτευμένος, που εδώ θα εγκλωβιστεί στο δίπολο – αλλά ποτέ «δίλημμα» με την έννοια των κλασικών ερωτικών τριγώνων – του τίτλου. Από τη μία πλευρά η συμβία («μαμά»), που ντύνει, κανακεύει και τρίζει τα δόντια στις ζαβολιές του καλού της. Από την άλλη η τυχαία ερωμένη («πουτάνα»), που ξεγελά τη μοναξιά της σε αντρικές αγκαλιές και θα παίξει καθοριστικό ρόλο στο ιδιότυπο τρίγωνο.





Πέρα από τις παραπάνω γενικότητες, ο Eustache είναι πολύ σοφός για να μετατραπεί σε ηθικολόγο ή να εξιδανικεύσει τις αναζητήσεις των ηρώων του – γνωρίζει επίσης ότι το « Η μαμά και η πουτάνα» οφείλει να είναι μια περιπλάνηση χωρίς ορατό δραματουργικό στόχο και είναι ένας από τους, μετρημένους στα δάχτυλα, auteurs που μπορούν να σκηνοθετήσουν 215 καθηλωτικά λεπτά ελλείψει αυτού. Με μια έμφυτη διάκριση μεταξύ στιλ και πόζας, εφευρίσκει τις ανεπαίσθητες ισορροπίες ώστε να ειρωνεύεται αυτό που αγαπά (το ασταμάτητο κάπνισμα, τη λογοδιάρροια, τα λυρικά ξεσπάσματα, κοντολογίς τις μορφές που παίρνουν τα «παιχνίδια» για τα οποία έκανα λόγο). Ο Eustache δεν τηρεί μια αυστηρή και αμετακίνητη οπτική γωνία, στα ρευστά γκρο πλάνα του άλλοτε νιώθουμε ότι βλέπουμε τον ίδιο και άλλοτε μοιραζόμαστε μαζί του την θέση του θεατή-ακροατή. Άρα τα 3 βασικά υποκείμενά του μοιράζονται την ποσότητα… Eustache που τους αναλογεί – άλλο ένα σημάδι ότι ο σκηνοθέτης πασχίζει να εξετάσει τις ευαίσθητες χορδές της γυναικείας ψυχοσύνθεσης «εκ των έσω». Γι αυτόν τον λόγο, άλλωστε, το κυρίαρχο γκρο πλάνο του «Η μαμά και η πουτάνα» μεταμορφώνει μια άπειρη ηθοποιό (την καταπληκτική Francoise Lebrun) σε πάσχουσα ηρωίδα του Μπρεσόν, ντυμένη σε μια ισορροπία άσπρου-μαύρου που απλώς συγκλονίζει – και κορυφώνεται σε μια κυριαρχία του λευκού στην τελική σκηνή, που θυμίζει Κασαβέτη και παγιδεύει το νεαρό ήρωα: είναι η στιγμή της συνειδητοποίησης ότι μετά τον Μάη τα πάντα – των «διλημμάτων» συμπεριλαμβανομένων – θα μοιάζουν πιο ψεύτικα.

Βαθμολογία: 10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars (10/10)

Κωνσταντίνος Σαμαράς (Cineυρωπαϊκόν)


 
10/10 - foris2004 - Δευ 03 Μαρ 2014 - 00:16
Αριστούργημα... 
 
Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.