• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Αφιερωμα


Τετ 14 Δεκ 2011

Life, Above All - Νότια Αφρική




Κάθε δεκαπέντε μέρες το cine.gr σας παρουσιάζει μία ταινία του Ευρωπαϊκού κινηματογράφου, που προκάλεσε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αίσθηση, είτε αρνητική είτε θετική. Πέρα όμως, από την Ευρώπη, απ`άκρη σ`άκρη της γης, το σινεμά κρύβει αρκετά ιντερλούδια, εκπλήξεις μικρές ή μεγάλες που περιμένουν να τις ανακαλύψουμε. Έτσι, πήραμε την απόφαση κάθε δεύτερη Τετάρτη, η στήλη του cine να εναλλάσσεται μεταξύ του cineυρωπαικού αφιερώματος και ενός νέου, που έχει να κάνει με τις ταινίες εκείνες που αποτέλεσαν κατά το παρελθόν τις επίσημες προτάσεις των διαφόρων χωρών για το ξενόγλωσσο όσκαρ, δεν είχαν όμως τα στοιχεία εκείνα που ήταν απαραίτητα για να τις οδηγήσουν έως στην τελική πεντάδα. Για λόγους πάντα που η Ακαδημία έκρινε ως ικανούς να τις αφήσουν μακριά από το Kodak theater και συνεπώς να στερήσουν από τους δημιουργούς τους την κινηματογραφική αίγλη που θα επέφερε η συμμετοχή τους στην βραδιά των Όσκαρ.

Η Νότια Αφρική πολύ καλά έκανε που πίστεψε ότι αυτή η ταινία μπορούσε να την οδηγήσει στις πέντε υποψηφιότητες για το ξενόγλωσσο όσκαρ του 2011. Η επιλογή της την έφερε πολύ κοντά στο βραβείο, αφού το Life, Above All ήταν ανάμεσα στις εννιά ταινίες, από τις συνολικά εξήντα έξι, που θεωρήθηκαν άξιες να συναγωνιστούν για την τελική πεντάδα. Δημιουργός της είναι ο σκηνοθέτης του φιλμ Mapantsula και δημιουργός της πεντάλεπτης ταινίας με τίτλο «Place des Fetes» στο Paris, Je t`Aime.

Το Life, Above All είναι μία ιστορία σκληρής ενηλικίωσης, μακριά από τις ιστορίες των παιδιών του αναπτυγμένου κόσμου. Η 12χρονη Τσάντρα μετά τον θάνατο της νεογέννητης αδελφούλας της μαθαίνει για μια φήμη που εξαπλώνεται αστραπιαία στο μικρό της χωριό, κοντά στο Γιοχάνεσμπουργκ. Αυτή η φήμη θα κάνει την μητέρα της να φύγει μακριά και σταδιακά θα διαλυθεί η οικογένεια της. Η Τσάντρα, μη μπορώντας να κλείσει τα μάτια μπροστά σε αυτό που διαδραματίζεται ενώπιων της, αφήνει σχολείο και σπίτι για να αναζητήσει τόσο την μητέρα της όσο και την αλήθεια που κρύβεται πίσω από τη στάση των κατοίκων του μικρού χωριού.

Η ταινία του Oliver Schmitz κρύβει μέσα της πολλές αρετές. Αν και καταπιάνεται με ένα θέμα που έχει πολυπροβληθεί στο σινεμά και αποτελεί τις περισσότερες φορές κλισέ πρόσχημα για την ανάδειξη καλλιτεχνών από τη Μαύρη ήπειρο -και όχι μόνο- εντούτοις επιλέγει τη διαδρομή της μυθιστορηματικής καταγραφής και όχι της αυστηρής κριτικής ή του δηκτικού και οργισμένου λόγου. Ο Schmitz αποφεύγει τους διδακτισμούς και την όποια συναισθηματική ελεημοσύνη. Αντιλαμβανόμενος πως το μελό δε το αγάπησε ποτέ κανείς, χτίζει πάνω σε αυτή τη θεωρία μία απλή συγκινητική ιστορία που ενδιαφέρεται να ερευνήσει τις σχέσεις των μελών μίας οικογένειας με τον περίγυρο της, όταν την πόρτα του σπιτιού της χτυπάει ο θανατηφόρος υιός HIV.

Η ταινία έχει για πρωταγωνίστρια μία δωδεκάχρονη. Για τα δεινά που αυτή περνάει δεν ευθύνεται κανείς παρά το «σύνολο», που με τις προκαταλήψεις, τα ταμπού και την άρνησή του να δεχτεί την πραγματικότητα, την περιθωριοποιεί και της δυσκολεύει τη ζωή. Ο Γερμανός σκηνοθέτης προβάλει έμμεσα την παιδεία ως όπλο για τη θεραπεία της ψυχής και επιβραβεύει εκείνους που με ρίσκο της ζωή τους, προσπαθούν να διατηρήσουν ανέγγιχτη την αξιοπρέπειά τους. Το φιλμ αυτό είναι θαρρείς ο μικρός καθρέφτης μίας φτωχής κοινωνίας, η οποία έμαθε να ζει με τους δικούς της κανόνες. Να χλευάζει και να απορρίπτει το κοινωνικά μη αποδεκτό, ακόμα κι αν πίσω από την πόρτα κάθε σπιτιού κρύβονται επαχθή ανομολόγητα μυστικά. Η ιστορία της μικρούλας Τσάντρα είναι μονάχα ο μηχανισμός ενεργοποίησης, για να αποκαλυφθεί μία κοινωνία που είναι καταδικασμένη να ζει στο δικό της κόσμο, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι με τη στάση της οδηγεί σταδιακά τους ανθρώπους της στην ψυχική κατάρρευση και τη σωματική καταστροφή.

Πλούσια κινηματογραφία, αισθαντική φωτογραφία και ρεαλιστικές ερμηνείες. Καλοσχεδιασμένοι χαρακτήρες που για την κατανόηση του θέματος είναι ενσωματωμένοι σε ένα υπεραπλουστευμένο δράμα, με μία κάπως σχηματική δομή, το οποίο τεχνηέντως καταφέρνει να αποφύγει το μελό. Βέβαια θα μπορούσε να είναι περισσότερο διερευνητικό και πληρέστερο. Ο Oliver Schmitz είναι μεγαλωμένος στη Νότια Αφρική και χάρις την καταγωγή του, αποφεύγει να προβάλει την χώρα όπως φαντάζει στα μάτια των Ευρωπαίων. Χρησιμοποιεί έντονα χρώματα, το φυσικό φως και αποφεύγει το σκότος και την εξαθλίωση. Η μεγάλη δύναμη της ταινίας του κρύβεται στον τρόπο με τον οποίο αναδεικνύονται βαρυσήμαντα κοινωνικά θέματα. Ενώ έχει ως κεντρικό άξονα τη σχέση της μάνας με την κόρη, καταφέρνει να προσφέρει μία κινηματογραφικά αξιοπρεπή απεικόνιση της αφρικανικής κουλτούρας. Ο Schmitz συλλαμβάνει στις εικόνες του το ρόλο του τραγουδιού στη ζωή των αφρικανών, τη σημασία του θανάτου και το συμβολισμό της θρησκείας, το βασικό στοιχείο της κοινωνικής συνοχής. Προβάλλεται η δυσκολία στην πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη και η δύναμη της παιδείας, κυρίως για ένα λαό που στο μεγαλύτερο μέρος του αντιδρά όπως αντιδρά, λόγω του αναλφαβητισμού και της αδυναμίας του να μορφωθεί.

Χωρίς ποτέ να κάνει τη μεγάλη έκρηξη, το Life, Above All είναι μία ταινία που εκμεταλλεύεται την ομορφιά του τοπίου και τη φυσικότητα των χαρακτήρων, μία ταινία που μιλάει με απλά λόγια για να συγκινήσει. Τελικά το καταφέρνει, με αποκορύφωμα τη στιγμή που η μικρή θα βρει τη μητέρα της να αργοπεθαίνει μόνη κάτω από ένα δέντρο. Αυτή η εικόνα είναι η αρχή και το τέλος της ιστορίας, ο καθρέφτης μίας ολόκληρης κοινωνίας και ταυτόχρονα η ευχή να γίνουμε καλύτεροι ή αν θέλετε σοφότεροι άνθρωποι.

Βαθμολογία: 3/10 Stars3/10 Stars3/10 Stars (3/5)


 
 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.