• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22315
  • Αριθμός συν/τών: 759967
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Cineντευξη


Τρί 14 Φεβ 2006

Ιρίνα Μπόικο




Γνωρίσαμε την Ιρίνα Μπόικο στη διάρκεια της επίσκεψης του μεγάλου Ρώσου σκηνοθέτη Aleksandr Sokurov στην Αθήνα και φανταστείτε την έκπληξή μας, όταν μάθαμε ότι η εν λόγω κυρία ετοίμαζε τις βαλίτσες της για το φεστιβάλ του Βερολίνου με κύρια αποσκευή μία μικρού μήκους ταινία ονόματι «Ο Κλέφτης». Χωρίς να χάνει χρόνο το ατρόμητο πλήρωμα του Cine.gr κανόνισε μία συνέντευξη στην οποία συζητήθηκαν πολλά και ωραία πράγματα, όχι μόνο κινηματογραφικά, τα οποία και σας παρουσιάζουμε εδώ:

C: Κατ’αρχήν, πείτε μας δυο πράγματα για εσάς για το κοινό που δεν σας γνωρίζει.

I. B.: Είμαι από την Ουκρανία, ζω στην Ελλάδα σχεδόν 11 χρόνια, σπούδασα σκηνοθεσία θεάτρου στο Κίεβο και σκηνοθεσία κινηματογράφου στην Αθήνα.

C: Ασχολείστε με το θέατρο επαγγελματικά, όπως και με τον κινηματογράφο;

I. B.:: Ναι. Συγκεκριμένα τώρα ανεβάζω ένα παιδικό έργο στο θέατρο … που θα βγει από στις 20 Γενάρη. Είναι το έργο ενός Ρώσου συγγραφέα στο οποίο έχω κάνει μετάφραση και διασκευή και είναι ένα θεατρικό που, ενώ είναι εξ’ορισμού παιδικό, απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες. Απλά προσπαθούμε να το δώσουμε με τρόπο πιο κατανοητό για τα παιδιά.

C: Ασχολείστε, δηλαδή, με θέματα που έρχονται πιο κοντά στα παιδιά, όπως και στα μικρού μήκους έργα σας;

I. B.:: Όχι, απλά έτυχε. Στον κινηματογράφο, δύο ντοκιμαντέρ, που είχα κάνει, δεν είχαν να κάνουν με παιδιά. Στις δύο μικρού μήκους, όμως, έχουν σχέση με τα παιδιά, χωρίς να είναι παιδικές ταινίες. Η πρώτη, «Κυριακή 9 με 9» αναφέρεται στην πρώτη Κυριακή μετά τον χωρισμό των γονιών, που ένα τετράχρονο παιδί περνά με τον μπαμπά του και παρ’όλο που πρωταγωνιστεί ένα παιδί και βλέπουμε την ταινία από τα μάτια του, αυτή δεν απευθύνεται στο παιδικό κοινό σε καμία περίπτωση. Η δεύτερη ταινία, «Ο Κλέφτης», είναι μία κομεντί που μπορούν να παρακολουθήσουν και τα παιδιά, αλλά πάλι πιστεύω, ότι απευθύνομαι σε ένα ενήλικο κοινό, από το οποίο προσπάθησα να βγάλω ένα χαμόγελο. Από τις αντιδράσεις μέχρι τώρα πιστεύω, ότι τα κατάφερα.

C: Η ταινία «Ο Κλέφτης» έχει διακριθεί κάπου;

I. B.: Ναι. Στο φεστιβάλ Δράμας πήρε το βραβείο σκηνοθεσίας, στο φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης πήρε το τρίτο κρατικό βραβείο και στο φεστιβάλ Ολυμπίας πήρε βραβείο καλύτερης ελληνικής ταινίας.

C: Οι ταινίες είναι γυρισμένες με χρήση ψηφιακής τεχνολογίας;

I. B.: Όχι. Η τελευταία ταινία (σ.σ. «Ο Κλέφτης»), επειδή ήταν παραγωγή της ΕΡΤ γυρίστηκε σε Super-16 και έγινε blow up στα 35mm.

C: Το γεγονός ότι προκριθήκατε στο φεστιβάλ του Βερολίνου, κάτι πάρα πολύ σημαντικό για έναν δημιουργό, τι συναισθήματα σας προκάλεσε; Σας έχει αγχώσει; Σας έχει ενθουσιάσει;

I. B.: Βασικά, αισθάνθηκα ένα είδος ενθουσιασμού γιατί πιστεύω ότι είναι μεγάλη τιμή, γιατί στα μεγάλα αυτά φεστιβάλ, όπως Βερολίνο, Κάνες, Βενετία, υπάρχει ήδη πάρα πολύς διαγωνισμός για να μπεις στο φεστιβάλ. Η προκριματική επιτροπή τιμά έναν δημιουργό επιλέγοντας την ταινία του ανάμεσα στις τόσες ταινίες και αυτό είναι ήδη αναγνώριση της δουλειάς σου. Δεν γυρνάμε τις ταινίες για να τις βλέπουμε μόνοι μας, οπότε, το να βλέπεις την ανταπόκριση του κοινού ή μιας επιτροπής που από τα μάτια της περνούν πολλές ταινίες, πιστεύω ότι είναι πολύ σημαντικό.

C: Πιστεύετε ότι η πρόκριση αυτή ήρθε σε μία «σωστή» περίοδο για εσάς; Μήπως είναι πολύ νωρίς ή πολύ αργά;

I. B.: Πιστεύω ότι όλα τα πράγματα έρχονται στην ώρα τους στη ζωή μας.

C: Το ρωτάω αυτό σε αντιπαράθεση με την νοοτροπία πολλών νέων δημιουργών, ότι πρέπει να έχουν κάνει κάτι μεγάλο μέχρι τα 30 τους, αλλιώς τέρμα ο κινηματογράφος για αυτούς…

I. B.: Υπάρχουν, αλήθεια, άνθρωποι που σκέφτονται έτσι;

C: Ω, ναι. Πιστέψτε με ότι υπάρχουν.

I. B.: Για έναν άνθρωπο που δημιουργεί, είτε στον κινηματογράφο, είτε στη λογοτεχνία, που νιώθει την ανάγκη να εκφραστεί, αυτά είναι ματαιοδοξίες και φιλοδοξίες, με την κακή έννοια. Σαφώς είναι ωραία η αναγνώριση από το κοινό, αλλά πολλές φορές, μια μικρή ομάδα ανθρώπων αναγνωρίζει αυτό που εσύ νομίζεις ως μια πολύ καλή σου δουλειά και αυτό για εμένα δεν σημαίνει τίποτα ιδιαίτερο. Κοιτάξτε, στη Δράμα ή στο Βερολίνο βγαίνουν πολλές ταινίες που, άσχετα αν νομίζουμε ότι είναι καλές, δεν προκρίνονται. Βεβαίως, οι ταινίες που παίρνουν κάποια διάκριση σαφώς είναι πιο αναγνωρίσιμες από το κοινό. Οπότε, δεν τίθεται κάποιο θέμα «να φτάσω στα 35 μου και να έχω πάει στο Βερολίνο ή στη Βενετία», γατί πιστεύω πως αρκεί να βρίσκεσαι στα ίδια εγκεφαλικά κύματα και με τους λίγους ανθρώπους που θα δουν την ταινία, για να πάρεις την αναγνώριση που θέλεις.

C: Πιστεύετε, ότι υπάρχει αρκετή αντικειμενικότητα στις εκάστοτε κριτικές επιτροπές; Στην Ελλάδα, μία χώρα που, σε πολλά ζητήματα, χαρακτηρίζεται από τις πελατειακές σχέσεις και τις χρήσιμες γνωριμίες, πιστεύετε ότι κρίνεται αντικειμενικά το τι πρέπει να προβληθεί και τι όχι;

I. B.: Η λέξη «αντικειμενικότητα» είναι πολύ σχετική όταν μιλάμε για τέχνη. Οι άνθρωποι που είναι επαγγελματίες μπορούν να κρίνουν ότι σε μια ταινία η φωτογραφία είναι καλή ή ο ήχος ή η δουλειά του σκηνογράφου. Από εκεί και πέρα, όταν πρέπει να επιλέξεις από τις πέντε ή τις δέκα ταινίες για το πρώτο βραβείο παίζει σημαντικό ρόλο ο ανθρώπινος υποκειμενικός παράγοντας. Πιστεύω, ότι ένας σωστός επαγγελματίας κριτικός αναγνωρίζει τις αρετές μίας ταινίας, ακόμα και αν δεν είναι του γούστου του η θεματολογία.

C: Για εσάς υπάρχουν θέματα ή μόνο καλές και κακές ταινίες;

I. B.: Υπάρχουν καλές και κακές ταινίες, αλλά πάντα υπάρχουν άνθρωποι που έχουν την τάση να τους αρέσουν κάποια είδη περισσότερο. Εγώ, για μια βραδινή έξοδο, αν είναι να επιλέξω ανάμεσα σε μία κωμωδία και σε μια ταινία με κοινωνικό ή δραματικό περιεχόμενο, θα επιλέξω το δεύτερο. Πρόσφατα βγήκε στους κινηματογράφους μία ταινία, που προσωπικά θεωρώ αριστουργηματική, το «Εγώ, Εσύ Και Όλοι Οι Άλλοι», που ενώ είναι κωμωδία, τα θέματα που «σηκώνει» είναι πολύ σοβαρά. Οπότε, πιστεύω, ότι μία ταινία, που εμείς μπορεί να την λέμε κωμωδία, να αγγίζει θέματα καθόλου κωμικά.

C: Μία άλλη ερώτηση, τώρα. Τι πιστεύετε, ότι κερδίσατε από τις μέρες της συνεργασίας σας με τον Aleksandr Sokurov;

I. B.: Πιστεύω, ότι ήταν τρομερή τύχη για εμένα, που είχα αυτή η δυνατότητα συνεργασίας και επικοινωνίας με αυτόν τον άνθρωπο. Με εντυπωσίασε, πραγματικά. Μετά την πρώτη μέρα συνεργασίας μαζί του, οι φίλοι μας με ρωτούσαν να τους πω πως ήταν και εγώ δεν ήθελα να το μοιραστώ μαζί τους. Όχι από «τσιγκουνιά», αλλά το αισθανόμουν τόσο προσωπικό, που δεν ήθελα να πω σε κανέναν τίποτα, γιατί θεωρούσα αυτό το μοίρασμα σαν να έχανα κάτι. (Ο Sokurov) είναι ένας άνθρωπος τρομερά «βαθύς». Πάντα μου άρεσαν οι ταινίες του, αλλά και ως άνθρωπος δεν είχε ίχνος αυτού που λέμε «ρηχότητα» ή «ελαφρότητα», που βλέπεις να επικρατεί. Και αυτό είναι κάτι που φαίνεται και στα έργα του, δηλαδή και στα θέματα που επιλέγει, στο ρυθμό τους και στον τρόπο που τα προβάλει. Πραγματικά, νιώθω πάρα πολύ τυχερή.

C: Παρακολουθείτε καθόλου την νέα τάση στον κινηματογράφο; Ποιες σκέψεις σας δημιουργεί αυτός;

I. B.: Παρακολουθώ, βεβαίως, αλλά δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποια καινούργια τάση στον ελληνικό κινηματογράφο, τουλάχιστον στην τελευταία πενταετία. Υπάρχουν ταινίες διαφόρων ειδών που βγαίνουν, κάποιες από αυτές μου αρέσουν, προσωπικά, κάποιες όχι. Υπάρχουν, όμως, και ταινίες που είναι αδικημένες από το κοινό ή από τις εταιρίες διανομής. Με την πληθώρα των ταινιών που βγαίνουν τώρα, αν οι εταιρίες δεν στρέψουν το ενδιαφέρον του κοινού προς τον ελληνικό κινηματογράφο για εμπορικούς λόγους, δυστυχώς θα συνεχίσει να υπάρχει αυτό το «δεν θα πάω να δω την ελληνική ταινία». Και αυτό σίγουρα είναι λάθος, γιατί υπάρχουν ορισμένες ταινίες (χωρίς να θέλω να ονομάσω) που σίγουρα αξίζουν, ιδιαίτερα στις μικρού μήκους. Οι ταινίες μικρού μήκους που κερδίζουν στο φεστιβάλ Δράμας, έρχονται στην Αθήνα σε διάφορες εκδηλώσεις, αλλά φέτος, δυστυχώς, παρατήρησα πολύ μικρότερη συμμετοχή του κοινού σε αυτές τις εκδηλώσεις από πέρυσι. Και αυτό είναι άδικο γιατί για να μπορείς να βγάλεις άποψη για το ελληνικό σινεμά και να πεις «δεν μου αρέσει» θα πρέπει να δεις πρώτα. Και ο ίδιος ο Sokurov είπε ότι και ο ίδιος ο λαός θα πρέπει να υποστηρίζει τον κινηματογράφο του γιατί είναι κάτι ουσιαστικά δικό του αποκλειστικά.

C: Με τις τιμές παντού στην χώρα να φτάνουν στα ύψη, ακόμα και η βραδινή έξοδος στο σινεμά είναι μία επένδυση για τον θεατή και σίγουρα θα προτιμήσει τις πιο «ασφαλείς» επιλογές και θα αποφύγει τα πειράματα. Αυτό που, προσωπικά μου κάνει εντύπωση, είναι γιατί, ενώ η τεχνολογία του DVD το επιτρέπει με πολύ μικρό κόστος, δεν διανέμονται και ταινίες μικρού μήκους, ακόμα και στα video clubs.

I. B.: Αυτό δεν πιστεύω ότι είναι ερώτηση που απευθύνεται σε εμένα, αλλά και εγώ το σκεφτόμουν πολλές φορές και πραγματικά το πιστεύω, γιατί υπάρχουν ταινίες που σίγουρα αξίζει να τις δει ο κόσμος. Και εμείς κατά καιρούς στο θέατρο … οργανώνουμε προβολές για μικρού μήκους ταινίες και, γενικά, γίνονται τέτοιες προβολές, αλλά το κακό είναι ότι δεν τις μαθαίνει το ευρύ κοινό και, δυστυχώς, όπως είπατε, δεν υπάρχει ευρεία διανομή αυτών.

C: Χρειάζεται ένα ρεύμα αλλαγής στο ελληνικό κινηματογράφο ή όχι; Αν ναι, πιστεύετε ότι αυτό θα έρθει μαζικά ή σιγά-σιγά.

I. B.: Να προβλέψω δεν μπορώ. Πιστεύω, ότι οι άνθρωποι που ασχολούνται με τη δημιουργία και έχουν την απαίτηση να βγουν οι ταινίες τους και ο κόσμος να πάει να τις δει, πρέπει να σκεφτούν «γιατί κάνω αυτήν την ταινία;», «τι θέλω να πω;», «αν το πω αυτό, τι θα αλλάξει;». Πάντως, δεν νομίζω ότι αυτό αφορά μόνο τον ελληνικό κινηματογράφο. Μην κοιτάτε κάποιες ξένες ταινίες καλές, που έρχονται σε εμάς. Πόσες, λόγου χάρη, γαλλικές ταινίες βλέπουμε εμείς το χρόνο. Οκτώ, εννιά; Το ίδιο συμβαίνει και με τη Ρωσία. Βλέπουμε μια, δυο ταινίες και λέμε, ότι ο ρωσικός κινηματογράφος είναι καλός. Πόσες άλλες ταινίες δεν φτάνουν ποτέ γιατί δεν υπάρχει λόγος να φτάσουν. Αν εμείς οι ίδιοι (σ.σ. οι δημιουργοί) είμαστε πιο βαθείς και δεν κάνουμε ταινίες για πλάκα, πιστεύω ότι θα υπάρξει και η ανάλογη ανταπόκριση από τον κόσμο.

C: Πιστεύετε ότι θα πρέπει να ξεκινήσουμε με κάποια θέματα πιο σύγχρονα που θα τραβήξουν τον κόσμο στην αίθουσα και μετά να καταπιαστούμε με πιο περίπλοκα;

I. B.: Όχι. Κάποια πράγματα στην τέχνη που αφορούν τον κόσμο, δεν αλλάζουν. Κάποια πράγματα βασικά για τον άνθρωπο, όπως αυτογνωσία, σχέσεις, συναισθήματα, έρωτας, ελπίδα, θάνατος, θέματα που δεν παλιώνουν ποτέ. Αν υπάρχει νέοι τρόποι να εκφραστούν αυτά; Σαφώς. Στην λογοτεχνία, σημασία έχουν τα λόγια που επιλέγεις. Στον κινηματογράφο είναι η γωνία λήψης, το πόσοι ηθοποιοί υπάρχουν στο πλάνο, πως θα το φωτίσεις και τι διάρκεια θα έχει αυτό. Τα θέματα τα βασικά, όμως, για την δημιουργία είναι τα ίδια, απλά διαφέρει ο τρόπος.



 
 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.