• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22315
  • Αριθμός συν/τών: 759967
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Cineντευξη


Πεμ 20 Ιουλ 2006

Danièle Thompson - «Το Fauteuils d`Orchestre είναι μια βιωματική ταινία»






Κόρη ενός από τους διασημότερους σκηνοθέτες στην ιστορία του ευρωπαϊκού σινεμά, του Gerard Oury και της ηθοποιού Jacqueline Roman, σεναριογράφος μιας από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, του La Boum και προσφάτως σκηνοθέτης αφού πέρασε πίσω από την κάμερα, αρχικά με το γλυκόπικρο La Bûche και κατόπιν με το Décalage horaire (διεθνώς, Jet Lag) η Danièle Thompson, είναι ένα από τα πιο ολοκληρωμένα καλλιτεχνικά πρόσωπα της σύγχρονης Γαλλικής κινηματογραφίας. Ιδιαίτερα αγαπητή στο κοινό, αφού σε μια διαδρομή τεσσάρων ολόκληρων δεκαετιών δημιουργίας – από το 1966 που μόλις στα 24 της συνέγραψε μαζί με τον πατέρα της το σενάριο του ξεκαρδιστικού La Grande Vadrouille – ουδέποτε δίστασε να περάσει στις ταινίες της προσωπικά βιώματα, ακόμη και αν είχαν δυσάρεστη γεύση.

Ευγενέστατη, μόνιμα χαμογελαστή και συνάμα ενθουσιασμένη από τον τρόπο που υποδέχτηκε το Αθηναϊκό κοινό, την τελευταία της δημιουργία, το Fauteuils d`Orchestre, στην πρεμιέρα του 7ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, η κομψότατη κυρία Danièle Thompson, δέχτηκε, στον απόηχο των εκδηλώσεων, να μιλήσει με το www.cine.gr για όλα όσα αφορούν την καριέρα της, τις εμπειρίες της και το μέλλον της στην σκηνοθετική καρέκλα…

- Κυρία Thompson καλώς ήλθατε στην Ελλάδα και στο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Σινεμά. Είχατε την τιμή η νέα σας ταινία να αποτελέσει την αφετηρία των φετινών εκδηλώσεων. Κατά γενική ομολογία, η κατάμεστη αίθουσα του Αττικόν την επιδοκίμασε με θέρμη. Πως είδατε κι εσείς την αντίδραση του κόσμου?

« - Ακριβώς όπως το λέτε συνέβη. Η αίθουσα ήταν υπερβολικά θερμή στην υποδοχή της ταινίας μου και προς μεγάλη μου έκπληξη, παρατήρησα ακριβώς την ίδια ατμόσφαιρα με την προβολή που έγινε στην Νέα Υόρκη, όπου το κοινό εκεί ήταν πάρα πολύ ζεστό και βρισκόταν πολύ κοντά στην ταινία.»

- Τι είδους ταινία είναι η «Πρώτη Σειρά Ορχήστρα»? Κωμική, δραματική ή κάτι ενδιάμεσο που αναμειγνύει και τα δύο ύφη?

« - Πραγματικά, είναι μια ερώτηση που και η ίδια έχω κάνει πολλές φορές στον εαυτό μου, ειδικά από την στιγμή που την ολοκλήρωσα, αφού ακόμη κι εγώ εξεπλάγην σε πολλά σημεία του φιλμ από το επίπεδο του συγκινησιακού στοιχείου που φτάνει. Βεβαίως τις κωμικές σκηνές τις είχα δουλέψει πολύ και το περίμενα λίγο πολύ πως ο κόσμος θα γελάσει και θα παρασυρθεί από αυτές, αλλά για τις αντίστοιχες δραματικές τις συγκινησιακές σεκάνς ομολογώ πως βρέθηκα προ εκπλήξεως. Πιστεύω πως η ταινία μου αγγίζει σαν genre την αμερικάνικη κομεντί.»

- Το φιλμ μου άφησε την γεύση πως εσείς σαν δημιουργός του, έχετε περάσει μέσα του πάμπολλα προσωπικά σας βιώματα? Ειδικά σε ότι αφορά στον τομέα της νοσταλγίας.

« - Ναι, ναι, είναι αλήθεια. Είναι γεγονός πως έχω περάσει αναρίθμητα προσωπικά μου στοιχεία μέσα στην ταινία, πράγματα που αφορούν τον πατέρα μου, την γιαγιά, πράγματα που δεν αφορούν σε γενικές γραμμές την Γαλλική κουλτούρα, αλλά σε πιο στενό πλαίσιο την οικογενειακή κουλτούρα. Προσωπικά λάτρευα την δική μου την γιαγιά, της οποίας η παρουσία υπάρχει σε όλη την διάρκεια του φιλμ. Εκείνη δεν ήταν καλλιτέχνης, αλλά παρακολουθούσε από κοντά όλα τα καλλιτεχνικά δρώμενα. Κάτι σαν τον χαρακτήρα της ταξιθέτριας στην ταινία, που έχει αυτόν τον άκρατο θαυμασμό για τους τραγουδιστές, τους ηθοποιούς. Από την άλλη μεριά ο πατέρας μου, ως σκηνοθέτης, πέτυχε απίστευτα εμπορικά και δημιουργικά κατορθώματα στην εποχή του, εντούτοις μέσα του επιθυμούσε την ίδια καταξίωση και σαν διανοούμενος. Και αυτός ο ρόλος υπάρχει στην ταινία. Η μητέρα μου πάλι έχοντας παίξει τον αντίστοιχο ρόλο που ερμηνεύει η κεντρική ηρωίδα στο θεατρικό του Φειντό, περνά κι εκείνη από τις εικόνες του φιλμ. Όπως πολύ σωστά κατάλαβες, πρόκειται για ένα παζλ της ζωής μου που το βλέπω ξανά και ξανά να συναρμολογείται.»

- Στην ταινία σας παίζει πολύ μεγάλο ρόλο η έννοια «μικρόκοσμος». Στο κέντρο του συστήματος, σαν ήλιος, βρίσκεται η νεαρή επαρχιωτοπούλα – σερβιτόρα και γύρω της κινούνται όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες

« - Σε όλες τις μεγάλες πόλεις του κόσμου υπάρχει αυτή η βασική ιδέα του μικρόκοσμου. Σε συγκεκριμένες γειτονιές, οι άνθρωποι ζουν λίγο ως πολύ την ίδια ζωή. Στις πλούσιες περιοχές καλύτερα, στις πιο φτωχικές λιγότερο καλά. Ακόμη πιο περιοριστικά, το μικρό καφέ που αποτελεί το βασικό σκηνικό του φιλμ, δεν είναι καν η γειτονιά, είναι ένα πολύ μικρό κομματάκι της, που λόγω της γειτνίασης με την αίθουσα συναυλιών, την γκαλερί δημοπρασιών και το θέατρο, συγκεντρώνει μια ομάδα ανθρώπων με πολύ ανοιχτή κοινωνική ψαλίδα. Όπως τονίζει άλλωστε και ο μετρ του καφέ, το μαγαζί δεν είναι ούτε πολύ αριστοκρατικό, ούτε ιδίως παρακατιανό, ώστε να μπορούν να περνούν ένα μικρό χρονικό διάστημα της ημέρας όλοι. Από τους λαμπερούς ηθοποιούς μέχρι και τους οδοκαθαριστές που το προτιμούν για το διάλειμμα τους. Εδώ όλοι είναι αποδεκτοί, όλοι είναι ευπρόσδεκτοι.»

- Αλήθεια, η παρουσία – έκπληξη του μεγάλου και τόσο αγαπητού, για το έργο του, στην χώρα μας, Sydney Pollack, στην ταινία σας, με ποιον τρόπο εξηγείται?

« - Είναι μια πραγματικά πολύ μεγάλη ιστορία. Αυτή η σκηνή έχει γραφεί σαν η κατεξοχήν κωμική σεκάνς του φιλμ. Από την άλλη μεριά είναι γραμμένη για έναν σκηνοθέτη ξένο, όχι Γάλλο, που θα μπορούσε να είναι Ιταλός, Ρώσος ή ακόμη και Έλληνας στην καταγωγή, αλλά κυρίως όχι Γάλλος. Όταν άρχισα να ψάχνω να εντοπίσω το ποιος θα ενσαρκώσει τον ρόλο του σκηνοθέτη ώστε να οργανώσω το κάστ, όλοι εκείνοι που μου προτείνονταν μου φαίνονταν πιο σοβαροί, πιο αυστηροί, από το στιλ που εγώ αναζητούσα. Κάποιον δηλαδή που να τονώσει το κωμικό αίσθημα της ιστορίας.

Τότε στο μυαλό μου ήλθε η σκέψη να συνεργαστώ με τον καλό μου φίλο από τα νεανικά μου χρόνια, τον Sydney Pollack, τον οποίο μόλις τον κάλεσα στο τηλέφωνο εκείνος δέχτηκε με χαρά κι έτσι τον είδατε κι εσείς στον ρόλο, τι άλλο, του αμερικάνου σκηνοθέτη!»


- Υπάρχουν όμως κάποιες σκηνοθετικές πινελιές του γνώριμου ύφους του και στην δική σας δημιουργία.

« - Ναι. Ο Sydney αντίθετα από όσα μπορεί να πιστεύει ο κόσμος, δεν κάνει περάσματα στις ταινίες επειδή εκπληρώνει κάποιες υποχρεώσεις σε φίλους ή επειδή δεν έχει κάτι να πει καινούργιος στις ταινίες του. Ο Sydney από την στιγμή που ξεκίνησε στην Tootsie να κρατά βασικούς ρόλους, έκτοτε λατρεύει να συμμετέχει σαν ηθοποιός στις ταινίες. Σαν ρολίστας έχει κάτι πολύ ιδιαίτερο, βγάζει χιούμορ με τρόπο παθητικό, δηλαδή ακούγοντας και όχι μιλώντας ή συμμετέχοντας. Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι και ιδιαίτερα οι ηθοποιοί αυτήν την δυνατότητα, είναι μια ιδιαιτερότητα από την στιγμή που μπορεί να αποδώσει αυτό το έκπληκτο ύφος, όπως στο φιλμ την ώρα που η ηρωίδα εξαντλεί μπροστά του μια ολόκληρη θεατρική παράσταση.»

- Έχετε ένα σπουδαίο παρελθόν σαν σεναριογράφος πολύ μεγάλων επιτυχιών. Αργήσατε να περάσετε όμως πίσω από την κάμερα.

« - Καταρχήν πάντοτε ήμουν πολύ ευχαριστημένη με την δουλειά μου σαν σεναριογράφος, διότι είχα αρχικά την ευκαιρία να συνεργαστώ με πολύ σπουδαία δημιουργικά ονόματα, με πραγματικούς μύθους της σκηνοθεσίας. Και ειδικά από την στιγμή που είχα και μεγάλη επιτυχία σε αυτό που έκανα, δεν έβρισκα τον λόγο που θα έπρεπε να αλλάξω επάγγελμα. Με το πέρασμα του χρόνου όμως, με κτύπησε εκείνο το γνωστό δημιουργικό σύνδρομο και ταυτόχρονα δέχτηκα τις παραινέσεις γνωστών συγγενών και φίλων, που με παρότρυναν να κάνω κάποια στιγμή κι εγώ την δική μου ταινία. Όλα αυτά με έκαναν να προβληματιστώ ιδιαίτερα πάνω στο αν πρέπει ή όχι να κάνω την ολόδική μου ταινία. Όταν μάλιστα οι προτροπές έγιναν προτάσεις άρχισα να το σκέφτομαι ολοένα και πιο πολύ και τελικά κατέληξα στο συμπέρασμα, πως αν δεν το έκανα τότε δεν θα το έκανα και ποτέ.

Δύσκολη απόφαση εντέλει, αφού όπως γνωρίζετε καλά, όταν είσαι σκηνοθέτης τα πάντα περνούν από τα χέρια σου, ενώ όταν απλά είσαι σεναριογράφος, δεν έχεις και τόσο μεγάλη κινητικότητα. Το έκανα επειδή ήθελα να το κάνω και όχι επειδή ήθελα να αλλάξω επάγγελμα.»


- Να μιλήσουμε λίγο και για το κεφάλαιο του La Boum, ενός φιλμ που υπογράψατε το σενάριο και που έγραψε την δική του ιστορία στις καρδιές μιας ολόκληρης γενιάς εφήβων, εκεί πίσω στα 80s και που και στην χώρα μας υπήρξε τεράστια εμπορική επιτυχία, αναδεικνύοντας σε αστέρι πρώτου μεγέθους την Sophie Marceau. Πως σας δημιουργήθηκε η ιδέα για μια τέτοια ταινία και πως τελικά εισπράξατε το αποτέλεσμα?

« - Τότε βρισκόμουν στην αρχή της καριέρας μου, ήδη είχα πολλά προβλήματα στην προσωπική μου ζωή αφού προερχόμουν από ένα διαζύγιο και είχα μια μικρή δωδεκάχρονη κόρη, που περνούσε μια δύσκολη πρόωρη εφηβεία. Ήταν κάτι τρομερό και για τις δυο μας, αφού επιζητούσε μια δική της ανεξαρτησία και πάντοτε ερχόμασταν σε ρήξη για ζητήματα είτε εμφάνισης είτε συμπεριφοράς. Αυτό το περιστατικό που βίωσα με την δική μου κόρη και μάλιστα σε τόσο μεγάλη ένταση, μου έδωσε την λαβή να γράψω το σενάριο του La Boum, που όπως βλέπετε κι εσείς είναι επίσης μια υπερβολικά βιωματική ταινία.»

- Τρεις γενιές καλλιτεχνών στην κινηματογραφία. Από τον μεγάλο Gerard Oury, τον πατέρα σας και δημιουργό αξέχαστων και τόσο ιστορικών – κωμικών κυρίως – στιγμών του Γαλλικού σινεμά, σε εσάς και κατόπιν στον γιο σας τον Christopher, με τον οποίο όχι μόνο συγγράφετε τα σενάρια σας, αλλά συμμετέχει και ο ίδιος σαν πρωταγωνιστής στις ταινίες σας.

« - Πραγματικά δεν φαντάζεστε πόσο μεγάλη τύχη είναι να μεγαλώνει κανείς δίπλα σε έναν τόσο σπουδαίο σκηνοθέτη και συνάμα σε έναν τόσο μεγάλο άνθρωπο. Να βλέπει σαν παιδί και κατόπιν σαν εκκολαπτόμενη κινηματογραφίστρια τις κινήσεις του, που κατεύθυναν τόσο μεγάλα ονόματα, τόσο μεγάλους ηθοποιούς. Το σημαντικότερο με τον πατέρα μου δεν είναι τόσο το ότι έχει γράψει την δική του ιστορία στην Γαλλία και γενικότερα με κωμωδίες που είδαν εκατομμύρια θεατών (La Grande Vadrouille, La Folie des grandeur, Les Aventures de Rabbi Jacob) αλλά κυρίως το ότι κατόρθωνε να μπει μέσα στο μυαλό του θεατή και να τον κάνει να γελάσει, να ταξιδέψει, να διασκεδάσει. Και ξαναβλέποντας σήμερα τις ταινίες του, αντιλαμβάνεται κανείς πως δεν ήταν απλές κωμικές στιγμές, αλλά πλήρεις και ολοκληρωμένες προτάσεις με άριστη φωτογραφία, υπέροχη μουσική και εκπληκτικές ερμηνείες. Πολύ μεγάλη εμπειρία το να βρίσκεσαι δίπλα σε έναν τόσο σπουδαίο άντρα.

Όσο για τον έτερο άντρα της ζωής μου, τον γιο μου, ξεκινήσαμε την συνεργασία μας δειλά δειλά, προτείνοντας μου κάποιες ιδέες πάνω στα σενάρια και κατόπιν συνυπογράφοντας τα, ενώ προσφάτως παρατήρησα και την θέληση του να περάσει και την δική του μορφή στο σελιλόιντ. Έχει και μεγάλη θέληση και ταλέντο και είμαι βέβαιη πως θα συνεχίσει εξίσου επιτυχημένα την πορεία του ονόματος.»


- Κλείνω, ευχαριστώντας σας για την όμορφη κουβέντα που μου χαρίσατε και ευχόμενος σας επιτυχία στην νέα σας ταινία.

«- Η χαρά ήταν όλη δική μου!»


Η ταινία Fauteuils d`Orchestre της Danièle Thompson θα προβάλλεται στις αίθουσες από την Πέμπτη 20 Ιουlίου και στην χώρα μας σε διανομή της Prooptiki.


 
 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.