• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Cineντευξη


Πεμ 06 Μαρ 2003

Δημητρης Μακρης


Ελλάς – Ιταλία Συμμαχία



Βασίλης Σωτηρόπουλος: Υπάρχει ακόμα προκατάληψη του κοινού για τις ελληνικές ταινίες;
Δημήτρης Μακρής: Φυσικά και υπάρχει προκατάληψη. Και δεν υπάρχει κουλτούρα κινηματογράφου στην Ελλάδα.
Β.Σ.: Παρ’ότι ο Ν.Ε.Κ. είναι ήδη 30 ετών.
Δ.Μ.: Παρ’ότι είναι 30 ετών. Είναι ακόμα «νέος» ελληνικός κινηματογράφος.
Γιάννης Κωνσταντινίδης: Εσείς είστε αμιγώς Έλληνας δημιουργός;
Δ.Μ.: Ναι, γιατί όχι; Επειδή έχω ζήσει αρκετά χρόνια έξω;
Γ.Κ.: Ναι, υπάρχει ένα πολύ έντονο ιταλικό στοιχείο. Η πρώτη αίσθηση ήταν ένα πιο ευρωπαϊκό στυλ από το συνηθισμένο.
Δ.Μ.: Έχεις δει άλλα φιλμ δικά μου;
Γ.Κ.: Έχω δει τους «Κεκαρμένους». Το οποίο ήταν ένα φιλμ που τότε με είχε σημαδέψει. Διότι ήταν η περίοδος που ήμουν στρατιώτης.
Δ.Μ.: Είναι το φιλμ που αγαπώ περισσότερο. Είναι το πιο δύσκολο φιλμ, γιατί χρησιμοποιεί κυκλικό τρόπο αφήγησης. Και αυτό πηγάζει από τον Πιραντέλλο, πριν από τον Κουροσάουα. Ο Κουροσάουα πήρε από τον Πιραντέλλο όταν έκανε το Ρασομόν. Τώρα εγώ δεν θέλω να παραλληλιστώ, απλώς αναφέρω τον Κουροσάουα για τη συζήτηση…Είναι όμως το φιλμ που έδωσα πολλά πράγματα. Το οποίο φιλμδεν είχε καμία τύχη. Ούτε καν στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης δεν το δέχτηκαν, τους «Κεκαρμένους». Πήγε όμως στη Βενετία. Στη Θεσσαλονίκη πήρε στο πληροφοριακό τμήμα. Με ευχαριστεί όμως που ακούω έναν άνθρωπο που λέει ότι τον είχε σημαδέψει και ότι του αρέσει.
Γ.Κ.: Στους «Κεκαρμένους» είχατε εικαστικές αναφορές σε έλληνες ζωγράφους. Στο «Όσο υπάρχει αλκόολ» ;
Δ.Μ.: Δεν σκέφτηκα κάτι ιδιαίτερα, είναι μια αισθητική που πηγάζει από μόνη της. Εγώ, προτού αρχίσω οτιδήποτε να κάνω, αυτό που με ενδιαφέρει πρώτα από όλα, είναι το ρεπεράζ των χώρων. Η ιστορία ξεκινάει, επειδή ο σκηνοθέτης της ταινίας, θέλει να βρει τους χώρους του. Εγώ πριν ξεκινήσω βγάζω 1000 φωτογραφίες με τους χώρους, κάνω άλμπουμ. Έχω βρει πάρα πολλούς χώρους και, μετά κάνω την επιλογή. Το αισθητικό μέρος προϋπάρχει στο ρεπεράζ. Έχει γίνει μια σπουδή πάνω στους χώρους.
Β.Σ.: Στην ταινία, όμως, δεν προσδιορίζεται σε ποια πόλη της Ιταλίας εκτυλίσσεται η ιστορία που βλέπουμε.
Δ.Μ.: Είναι στο Μιλάνο. Δεν θέλω ποτέ να προσδιορίσω χώρο και, αν είναι δυνατόν, και χρόνο. Όταν προσδιορίζεις κάποιον χρόνο, προσδιορίζεται και το φιλμ. Είναι «αυτής της εποχής». Εγώ, δεν ξέρω μέχρι ποιο σημείο το πετυχαίνω, αλλά μερικές φορές που προβάλλω, ας πούμε, τους «Κεκαρμένους», ή την «Καγγελόπορτα», όλοι με ρωτάνε «μα πότε το γύρισες;».Δεν λένε ότι αυτό το φιλμ ήταν της τάδε εποχής. Δεν εντοπίζουν τον αφηγηματικό χρόνο.
Γ.Κ.: Η αλήθεια είναι ότι ο λόγος του Χριστόδουλου μας προσδιόρισε τον χρόνο και, από κει και πέρα μας «έλειπε» ο τόπος…
Β.Σ.: Γιατί βάλατε αποσπάσματα από τη λαοσύναξη του Χριστόδουλου στην ταινία;
Δ.Μ.: Αυτός (σ.σ. ο ήρωας της ταινίας) φεύγει ελαφρώς αηδιασμένος από μία κατάσταση. Και πέφτει σε μία κατάσταση που αηδιάζει ακόμα το ίδιο.Σε άλλο επίπεδο, αλλά το ίδιο. Γιατί ήταν ένας χώρος που τον σημάδεψε, που έζησε. Που, κάπου, μεγαλουργησε, αν θέλεις, σε εκείνον τον τόπο, κάποια εποχή. Και κάπου, όταν επιστρέφει, βλέπει αυτήν την κατάσταση της μπερλουσκονιάνικης εποχής και την παγκοσμιοποίησης. Γιατί η παγκοσμιοποίηση αυτό θέλει: να σε βάλει στο περιθώριο, να σε καταστρέψει, να σε απομονώσει.
Β.Σ.: Το γεγονός ότι η ταινία γυρίστηκε κατά μεγάλο μέρος της στην Ιταλία, έπαιξε ρόλο στο ότι δεν επιχορηγήθηκε από το Ε.Κ.Κ., το οποίο απαιτεί ένα συγκεκριμένο μέρος του γυρίσματος να πραγματοποιείται σε ελληνικό έδαφος για να χρηματοδοτήσει μια ταινία;
Δ.Μ.: Όχι. Το 80% έχει γυριστεί στην Ελλάδα. Ο διάλογος είναι 75% ελληνικός. Όλοι οι χώροι οι εσωτερικοί δεν είναι στην Ιταλία, τους έχω κατασκευάσει εδώ, σκηνικά. Αλλά, το «πάντρεμα» μου έχει βγει τόσο καλά που δεν το καταλαβαίνεις. Αν είδες, τα σκηνικά τα έχω κάνει εγώ στο φιλμ.
Β.Σ.: Σκεφτήκατε να γυρίσετε την ταινία σε dv; Ανήκετε σε μια γενιά κινηματογραφιστών συναισθηματικά δεμένη με το φιλμ.
Δ.Μ.: Εμείς, για αρκετά χρόνια, λέγαμε «εγώ δεν θα γίνω ποτε πατάω-κουμπιά-και-έληξε». Αλλά, σε όλα αυτά, είναι το πώς χρησιμοποιείς ένα μέσο. Το digital και η τεχνολογία η σύγχρονη είναι ένας εύκολος τρόπος για να εικονοποιήσεις πράγματα. Όχι για να αφηγηθείς, όμως. Το τεχνικό μέρος σε παρασύρει, καμιά φορά, και κάνεις πράγματα αλλοπρόσαλλα. Που δεν έχουν μέσα τους «ψυχή». Είναι πολύ εύκολο να πλησιάσεις, να βάλεις χρώματα, να αλλοιώσεις μερικά πράγματα. Μακρινά πλάνα δεν μπορείς να κάνεις. Βέβαια, η ζωή σε αναγκάζει να φτάσεις κι εκεί, στο digital.
B.Σ.: Το dv γίνεται δηλαδή για οικονομικούς λόγους;
Δ.Μ.: Για οικονομικούς λόγους, ξεκάθαρα. Περισσότερο από εκφραστικούς.
Β.Σ.: Πόσο κόστισε η ταινία;
Δ.Μ.: Γύρω στα 180.000.000 δρχ.
Β.Σ.: Νοιώθετε πικρία που δεν επιχορηγήθηκε από το Ε.Κ.Κ.;
Δ.Μ.: Μεγάλη πικρία.
Β.Σ.: Για πρόσωπα ή για πολιτικές;
Δ.Μ.: Για πολιτικές. Όχι για πρόσωπα. Η πολιτική του Ε.Κ.Κ. ξεφεύγει από τη λογική της υποστήριξης του πραγματικού ελληνικού κινηματογράφου. Και πάει σε άλλα πλαίσια. Δηλαδή, ότι θα προσπαθήσουν να κάνουν έναν κινηματογράφο που θα μιλήσει στον κόσμο, αλλά, πως: αποβλέποντας στην εμπορική επιτυχία, δίχως, όμως, οι κανόνες που βάζει το Ε.Κ.Κ. να είναι αυτοί που η ζωή ζητάει αυτή τη στιγμή. Πως μπορείς να συναγωνιστείς στο θέαμα και στο μεγάλο κοινό, όταν υπάρχει ένας αμερικάνικος κινηματογράφος που κάνει, πια, τα πάντα; Για μένα είναι εσφαλμένη αυτή η λογική.
Β.Σ.: Μπορεί να επιβιώσει σήμερα –αισθητικά και εμπορικά- το σινεμά του δημιουργού, όπως το διεκήρυξε η γαλλική θεωρία της νουβελ βαγκ;
Δ.Μ.: Τώρα, αν θα επιζήσει δεν το ξέρω. Ήταν μία επιλογή. Θα πρέπει να μάθεις, κάποια στιγμή, να λες τα μεγάλα «όχι». Εγώ, αν δεν αφήσω τον αφηγηματικό χρόνο της κρίσης του θεατή απέναντί μου, δεν μπορώ. Δεν μπορώ να δουλέψω με τη λογική του αμερικάνικου κινηματογράφου, του γρήγορου μοντάζ, της εναλλαγής των συναισθημάτων κλπ. Αλλά, δεν ήταν μονάχα η νουβέλ βαγκ. Τώρα ας πούμε είναι οι Ολλανδοί που έκαναν το Δόγμα, είναι τόσοι που «κινούνται». Μια ωραία γενιά είναι οι Ιταλοί. Αλλά, η ιστορία Μπερλουσκόνι, έχει καπελώσει οτιδήποτε υπάρχει σε τέχνη και σε θέαμα. Και δεν μπορούν να προχωρήσουν, γιατί δεν βρίσκουν διέξοδο, ούτε κινηματογραφικά, αλλά ούτε και τηλεοπτικά. Γιατί ο Μπερλουσκόνι, εκτός από τα τρία κανάλια τα δικά του, ελέγχει και τα κρατικά.
Γ.Κ.: Ο Μπενίνι είναι μέσα στο μπερλουσκόνειο σύστημα;
Δ.Μ.: Ίσως όχι, αλλά δουλεύει με τους αμερικάνους, πάντως. Όχι ότι ο άνθρωπος δεν έχει πράγματα να δώσει. Και τα δίνει. Αλλά, αφηγείται κατά τέτοιο τρόπο που ικανοποιεί και την «άλλη» πλευρά.
Β.Σ.: Το θέμα του σκηνοθέτη που ψάχνει τους χώρους του για την ταινία του είναι και ένα αγγελοπουλικό μοτίβο.
Δ.Μ.: Η ταινία του άρεσε του Αγγελόπουλου. Μου είπε ότι θα έπρεπε να την «καθυστερήσω» λίγο, μέσα μου. Του λέω «εντάξει, Θόδωρε». (γέλια) Αλλά, εγώ βρίσκομαι σε μία ηλικία που οι καθυστερήσεις…
Γ.Κ.: Αυτό με την καθυστέρηση είναι σχεδόν ανεκδοτικό.
Δ.Μ.: Κατ’αρχήν είμαστε πολύ φίλοι με το Θόδωρο. Γύρισα ένα ντοκυμανταίρ («Αγγελόπουλος: ταξίδι μέσα στην ιστορία») και τον έκανα γνωστό στην Ιταλία. Αφηγείται την Τριλογία της Ιστορίας, από τις «Μέρες του 36», το «Θίασο» και τους «Κυνηγούς». Είχα έρθει με συνεργείο από την Ιταλία και παίχτηκε στη RAI. Και τότε έγινε γνωστός ο Θόδωρος στην Ιταλία. Ήμασταν πολύ φίλοι, το πρώτο γραφείο στη Σολωμού, το ανοίξαμε μαζί. Και παραμένουμε πολύ φίλοι.
Β.Σ.: Έχετε υπάρξει οπερατέρ;
Δ.Μ.: Όχι σαν επάγγελμα. Αλλά, σε όλες μου τις ταινίες, εγώ κάθομαι στη μηχανή. Κατ’ αρχήν, γιατί μ’ αρέσει. Δεν μπορεί να είναι η λήψη μία τεχνική διεκπεραίωση. Ο οπερατέρ θα κάνει αυτά που του πεις να κάνει. Ενώ εγώ παίρνω τις πρωτοβουλίες μου, γιατί ευθύνομαι για οτιδήποτε.
Γ.Κ.: Έχετε δουλέψει στη διαφήμιση;
Δ.Μ.: Πάρα πολύ. Η διαφήμιση μου έδωσε τη δυνατότητα να προχωρήσω. Τα φιλμ δεν θα μπορούσαν. Στην Ιταλία έκανα πάνω από 6.500 διαφημιστικά. Στην Ιταλία υπήρχε το «Καροζέλο», μικρά αφηγηματικά σποτάκια που η ουρά τους ήταν η διαφήμιση. Δούλεψα με πάρα πολύ μεγάλους ηθοποιούς: Μανφρέντι, Λίζι, Φερναντέλ, Τονιάτσι…
Γ.Κ.: Το 1960;
Δ.Μ.: Από το ’60 μέχρι και το ’80, στην Ιταλία. Έπειτα, δούλεψα και εδώ.
Γ.Κ.: Είναι εύκολο σε κάποιον που δουλεύει σε καθημερινή βάση στη διαφήμιση, με άλλους νόμους και σταθμά, να κρατήσει ξεκάθαρο το μυαλό του, όταν θέλει να κάνει κάτι σαν το «Όσο υπάρχει αλκοόλ» που είναι τελείως διαφορετικό; Ποια είναι η «σύγκρουση», αν έπρεπε να την περιγράψετε.
Δ.Μ.: Εγώ από το πρώτο φιλμ που γύρισα, το «Εδώ Πολυτεχνείο», αμέσως μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, γυρίστηκε στην Ιταλία με την φροντ προζέξιον. Δηλαδή, πήρα κάποια φιλμ του Δανού γυρισμένα στο Πολυτεχνείο και έβαλα τους ηθοποιούς μου μέσα σε αυτά τα πλάνα. Πρώτος το έκανε ο Κιούμπρικ, στην Οδύσσεια 2001. Το είχαμε σπουδάσει στο Μιλάνο και το κάναμε.[ σε αυτό το σημείο, ο κ. Μακρής φτιάχνει σε ένα χαρτί ένα σκαρίφημα αναλύοντάς μας αυτήν την τεχνική «μίξης» εικόνας]. Το χρησιμοποίησα και στο «Αλκοολ».
Β.Σ.: Στη σκηνή με το μπαλκόνι;
Δ.Μ.: Ναι, και όταν πετάει πάνω από την πόλη. Δεν θέλησα να το γυρίσω με ψηφιακά μέσα. Το ψηφιακό το έκανα στην κατεδάφιση του πύργου, που δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Αλλά, νομίζω ότι βγήκε πάρα πολύ καλό αυτό το εφφε. Τόσο που με ρωτούν «το ήξερες ότι θα γίνει η κατεδάφιση και πήγες και το γύρισες;».
Β.Σ.: Για το «Προπατορικό αμάρτημα» ακούσατε πάρα πολλά από τους κριτικούς. Για το «Όσο υπάρχει αλκοόλ»…
Δ.Μ.: Κι εδώ θα τα ακούσω. Είναι κατεστημένο, είναι εμπαθείς. Δεν μπορείς να ανταλλάσσεις γνώμες μαζί τους. Ο Ραφαηλίδης ήταν φίλος και άξιος άνθρωπος, αλλά έφυγε. Έπειτα, για καθήστε, ποια «Κριτική»; Ο κριτικός δεν είναι αυτός που μιλάει μονο για τα φιλμ! Είναι αυτός που ασχολείται με το σινεμά, που έρχεται σε συζήτηση με εμάς… Πες μου , πότε γράφτηκε το τελευταίο θεωρητικό βιβλίο για το σινεμά. Εκτός από τις ιστορικές αφηγήσεις.
Β.Σ.: Θα πηγαίνατε σε μία κινηματογραφική σχολή να διδάξετε;
Δ.Μ.: Είναι μεγάλο ζήτημα. Δεν ξέρω αν έχω τη δυνατότητα να διδάξω. Θα μπορούσα να διδάξω πάνω στην πράξη: τη στιγμή που γίνεται η προετοιμασία, τα γυρίσματα, κλπ. Επειδή δεν μου έχει ζητηθεί και ποτέ, δεν το σκέφτομαι. Αλλά, θα σκεφτόμουν πολύ κατά πόσο είμαι ικανός να διδάξω. Άλλο να κατέχεις τα πράγματα κι άλλο αν έχεις την μεταδοτικότητα. Είναι μια άλλη διαδικασία.
Γ.Κ.: Ας πάμε λοιπόν, στην σούπερ επίμαχη σκηνή, που θα μείνει στην ιστορία, τουλάχιστον της δικής μας παρέας: την αναφορά στον Αλμοδοβάρ. Φοβερό ξάφνιασμα, εξαιρετικά καλογυρισμένη σκηνή, απίστευτη η ερμηνεία, της κοπέλας κυρίως…
Δ.Μ.: Εμένα μου αρέσει τρομερά ο Αλμοδοβάρ. Ξενύχτησα προχτές την Κυριακή που είχε μια ταινία του στην τηλεόραση. Η αναφορά ήταν με μεγάλη στοργή και αγάπη. Και υπήρχε και Φελίνι και Ροσσελίνι στην ταινία.
Γ.Κ.: …Παζολίνι…
Δ.Μ.: Παζολίνι… Αυτό το φιλμ, το «Θαύμα» του Ροσσελίνι. Η Άννα Μανιάνι βλέπει τον Φελίνι που είναι ένας απλός βοσκός και νομίζει ότι είναι ο Άγιος Ιωσήφ! Και την καταφέρνει να κάνουν έρωτα και μετά την κοροϊδεύει όλο το χωριό γιατί αυτή νομίζει ότι θα γεννήσει το Χριστό. Είναι ένα καταπληκτικό φιλμ, υπάρχουν όλοι αυτοί οι μεγάλοι…
Β.Σ.: Σε πόσο διάστημα γυρίστηκε η ταινία σας;
Δ.Μ.: Σε 6 εβδομάδες.
Γ.Κ.: Πολύ μικρό χρονικό διάστημα.
Δ.Μ.: Πάρα πολύ μικρό, όταν σκεφτείς ότι είχαμε γυρίσματα στην Ιταλία, μέσα σε τραίνα, λεωφορεία, στο Καστέλλο, σε δρόμους, όλα αυτά ήταν πολύ δύσκολα. Είχε οργανωθεί έτσι ώστε είχαμε κέρδος και μία μέρα! Δεν πάω ποτέ στο πλατό, όπως πάνε οι Αμερικάνοι, που έχουν τα πάντα έτοιμα. Όταν πάω εγώ, πρέπει να έχω και εναλλακτικές λύσεις, που να μην είναι εις βάρος της ταινίας. Ο καιρός, το ανθρώπινο στοιχείο , του ηθοποιού… Το σημαντικό είναι να κρατήσεις ένα συνεργείο να δουλεύει με πάθος. Να αισθανθεί ο άλλος ότι εκφράζεται, ότι δημιουργεί.
Β.Σ.: Υπάρχουν σκηνές οι οποίες δεν μπήκαν στην τελική κόπια;
Δ.Μ.: Πάρα πολλές. Εγώ κόβω πολύ. Το πρώτο μοντάζ ήταν πάνω από 3 ώρες! Ακόμα και τώρα, θα κοβα, να σου πω την αλήθεια.
Γ.Κ.: Μιας και δουλεύετε με ηθοποιούς από το 1960 μέχρι σήμερα, πως αντιμετωπίζετε αυτούς που είναι σήμερα 25άρηδες, διατιθέμενοι στην πιάτσα;
Δ.Μ.: Είναι μία ερωτική σχέση, του σκηνοθέτη με τον ηθοποιό. Πρέπει να υπάρχει αυτό το feeling, αυτός ο μαγνητισμός…
Γ.Κ.: Ερωτεύονται, δηλαδή;
Δ.Μ.: Αν δεν ερωτευτεί, τον έχεις χάσει. Αυτό φαίνεται αμέσως. Και φαίνεται σε αυτούς που εργάζονται στην τηλεόραση. Τους νέους ηθοποιούς πρέπει να τους κρατάς να μην ξεφεύγουν σε ελαφρύτητα. Αντίθετα, οι μεγάλοι είναι επηρεασμένοι από το θέατρο. Και η εκφραστική του θεάτρου δεν έχει καμία δουλειά στο σινεμά.
Β.Σ.: Έχετε δουλέψει και με τον Κούρκουλο, στο «Φράγμα». Δ.Μ.: Με τον Κούρκουλο είχαμε τσακωθεί κι όλας. Γιατί είχε μια συμπεριφορά σταρ. Ήταν πάντοτε στα γυρίσματα με την τσατσάρα κλπ. Μετά γίναμε φίλοι, αλλά ήρθαμε σε κάποια ρήξη. Όλοι οι έλληνες έχουν ένα στόμφο. Να βαρύνουν σε αυτά που λένε.
Γ.Κ.: Ποιο πολύ από τους Ιταλούς;
Δ.Μ.: Πιο πολύ. Γιατί σε αυτούς το θέατρο έρχεται μετά. Και το θέατρο της Ιταλίας δεν επηρέασε ποτέ την απόδοση των ηθοποιών στο σινεμά, εκεί.
Β.Σ.: Ποια είναι η προσδοκία σας για το «Όσο υπάρχει αλκοόλ»;
Δ.Μ.: Μου είπαν ότι τα ελληνικά πάνε κατά διαόλου. Δεν ξέρω. Είναι δύσκολα τα πράγματα.
Γ.Κ.: Στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης είδατε κάποια ελληνική που να σας αρέσει;
Δ.Μ.: Κοίτα, είδα το φιλμ της Ευαγγελάκου. Που είπα ότι είναι μια ωραία νότα κλπ. Αλλά, η αισθητική της εικόνας μου φάνηκε τόσο παλιά και τόσο ελαφρύ. Κρίμα, γιατί η κοπέλα θα μπορούσε να πει πολλά πράγματα, με αυτόν τον τρόπο της κωμικής νότας. Και μένα με ενοχλεί ό,τι αισθητικά δεν είναι μελετημένο. Έπειτα, ο τρόπος συμπεριφοράς, μου φάνηκε λίγο παλιός. Το ντύσιμο κλπ. Που τώρα μπορείς μόνο να τα γελοιοποιήσεις, αλλά το φιλμ δεν το γελοιοποιούσε. Δεν είδα τον Νικολαϊδη, αν και του έχω αδυναμία.
Γ.Κ.: Ποιο θα ήταν το ιδανικό καστ για την ταινία σας, παγκοσμίως;
Δ.Μ.: Ξέρετε πόσες φορές με έχουν ρωτήσει;
Γ.Κ.: Οπότε, έχετε έτοιμη την απάντηση.
Δ.Μ.: Τζέρεμι Άιρονς, ο πρωταγωνιστής. Φραντσέσκα Νέρι, η κοπελιά. Ντεπαρντιέ στα νειάτα του, για το μετρ. Σε όλα μου τα φιλμ, π.χ. για τους Κεκαρμένους, οι Ιταλοί μου έλεγαν γιατι δεν το ξαναγυρίζεις, με αυτούς τους ηθοποιούς…
Β.Σ.: Αυτή τη στιγμή έχετε έτοιμο κάποιο σχέδιο για μελλοντική ταινία;
Δ.Μ.: Έχω, δύο. Το ένα το έχω ήδη καταθέσει. Είναι σχετικό με τη δικτατορία. Περιμένω απάντηση από το Ε.Κ.Κ. Και το άλλο είναι στα ιταλικά και περιμένω κι από κει απάντηση.
Γ.Κ.: Τα χρόνια της δικτατορίας ήσασταν στην Ιταλία;
Δ.Μ.: Ναι, δεν μπορούσα να έρθω. Μου είχαν πάρει το διαβατήριο.
Β.Σ.: Σας ευχαριστούμε για τη συζήτηση.
Δ.Μ.: Κι εγώ.


 
 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.