• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Περιεχόμενα

Τετ 25 Ιαν 2012

La Proie

Τετ 28 Δεκ 2011

En Familie - Μια Οικογένεια

Τετ 30 Νοε 2011

Carlos - η τηλεταινία

Τετ 12 Οκτ 2011

Troll Hunter - Κυνηγός Τρολ

Τετ 31 Αυγ 2011

Flores Negras - Μαύρα Λουλούδια

Cineυρωπαϊκόν


Τετ 08 Οκτ 2003

Jean Cocteau: «Είμαι ένα ψέμα που λέει την αλήθεια»




Στις 11 Οκτωβρίου συμπληρώνονται 40 χρόνια από το θάνατο του Jean Cocteau και γι αυτό οργανώνονται παγκοσμίως, πολλά αφιερώματα για τον ίδιο και το έργο του. Ως σημαντικότερο από αυτά θεωρείται εκείνο που οργανώνει στο Παρίσι, το Κέντρο Πομπιντού (δηλαδή το Beaubourg). Πρόκειται για μια μεγάλη ρετροσπεκτίβα, που καλύπτει το σύνολο του έργου, ενός ανθρώπου, που υπήρξε το κέντρο της πνευματικής ζωής του Παρισιού -και κατά επέκταση της Ευρώπης- επί 50 συναπτά έτη και του οποίου η ίδια η ζωή υπήρξε ίσως το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό πόνημα.

Η απελπισία του να είναι κανείς υπερ το δεον χαρισματικός.

Όντας ένα παιδί θαύμα, ένας μικρός πρίγκηπας, τον οποίο δημιούργησε και λάτρεψε η μαμά του, ο Cocteau ονειρευόταν πάντα να μαγεύει τους γύρω του. Πολλοί πιστεύουν, πως, η κατάληξη αυτής της ενόρμησης του, ήταν, το δημόσιο του πρόσωπο, που διψούσε για δόξα και πάταγο, να καταπιεί τον καλλιτέχνη και το έργο του(σ.σ. υπερβολικό). Συγχρόνως, όλοι αναγνωρίζουν ότι η πληθώρα των ταλέντων του, που αναζητούσαν όλα διόδους έκφρασης, τον κυνηγούσε σαν μία κατάρα. Το μίγμα των ενδιαφερόντων και των ταλέντων του εξέπλησσε και οδηγούσε σε αστεϊσμούς. «Το κοκταίηλ στον ενικό, κάνει τα Cocteau στον πληθυντικό» έλεγαν περιπαικτικά την εποχή εκείνη. Ο ίδιος ένιωθε στοιχειωμένος από το παλιό όνειρο της ολικής τέχνης. Έγινε προοδευτικά, (ή και ταυτόχρονα), ποιητής, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ζωγράφος, κεραμίστας, σχεδιαστής, χορογράφος, και μυθιστοριογράφος. Ωστόσο, ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του ουσιαστικά ποιητή. Ενδεικτικά αναφέρουμε, ότι όταν μετά το θάνατο του ανοίχτηκε το προσωπικό του αρχείο, διαπιστώθηκε ότι ταξινομούσε τα έγγραφα του σε φακέλους που περιείχαν πάντα στον τίτλο τους, τη λέξη ποίηση : ποίηση της γραφιστικής, ποίηση της ζωγραφικής, θεατρική ποίηση, κινηματογραφική ποίηση κλπ.

Κατάφερε να ενοχλήσει πάρα πολύ, για να επωφεληθεί έστω και από την ελάχιστη επιείκεια. Αισθανόταν πως ήταν η ευαίσθητη ψυχή του κόσμου, αγωνιούσε να συμμετάσχει σε όλα, διαχεόταν παντού και ταυτιζόταν με ότι τον ενθουσίαζε. Ήταν εξαιρετικά γενναιόδωρος και δεν σταματούσε ποτέ μπροστά στα (ποικιλόμορφα) έξοδα που θα έπρεπε να κάνει, για να αναδείξει κάποιο ταλέντο.

Η απερισκεψία, η ευπιστία και η αδυναμία του να διακρίνει το πραγματικό από το φανταστικό, του κόστισαν επανειλημμένα πολύ ακριβά και τον εξέθεσαν σε κάθε πιθανό ηθικό κίνδυνο, τον οποίο τελικά αντιμετώπιζε κατά μέτωπο, χωρίς να κάνει την παραμικρή προσπάθεια να διαφύγει. Οι αφορισμοί, οι όμορφες λέξεις και ο ποιητικός λόγος, δημιουργούσαν όλα μαζί τη γοητεία του Cocteau, αλλά και το λόγο για τον οποίο έμεινε τελικά πιο μόνος, απ’ όσο οποιοσδήποτε σύγχρονος του καλλιτέχνης.

Για τους επικριτές, που τον προσπερνούν στα βιαστικά, δεν είναι παρά ένας δημιουργός χωρίς έργα, του καταλογίζουν μόνο ωραία λόγια. Βέβαια, ακόμα κι έτσι, άνισο και ανομοιόμορφο το έργο του, αστράφτει από την απαράμιλλη λάμψη της ποικιλότητας και της εμβάθυνσης του.

Ένας ματαιόδοξος δανδής που δεν φοβόταν την ελαφρότητα

Έγινε αμέσως δεκτός από την παριζιάνικη κοινωνία που αρεσκόταν στο να αγκαλιάζει τους καλλιτέχνες, με ενθουσιασμό και κτητικότητα, δηλαδή με τον τρόπο που θα χάιδευε με ευχαρίστηση κάθε δώρο που πρόσφερε στον εαυτό της.

Κι αν είναι αλήθεια ότι ο Cocteau πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του περιφερόμενος από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο, είναι άλλο τόσο αλήθεια, ότι δειπνούσε στο υπερπολυτελές Ritz, ή στο σπίτι του περίλαμπρου κοσμικού ζεύγους μαικηνών, Charles και Marie-Laure de Noialles. Ζούσε πάντα μέσα σε ένα χρυσό σύμπαν. Περιστοιχιζόταν από κυρίες της υψηλής κοινωνίας που η ευαισθησία τους για την τέχνη, δεν περιόριζε το χρόνο που αφιέρωναν σε κοσμικότητες. Μία από αυτές, η οποία τον στήριξε πάντα και με όλες της τις δυνάμεις ήταν η Coco Chanel.

Έτσι, ο Cocteau δεν έπαψε ούτε στιγμή, να αιωρείται μεταξύ των κοσμικών απολαύσεων και της απελπισίας της μοναξιάς του.

Ήταν ένας ομοφυλόφιλος των σαλονιών, που εξωτερίκευε αυτήν την πλευρά του, περισσότερο απ’ όσο το έκανε ο Gide, αλλά λιγότερο απ’ όσο το έκανε ο Genet. Η έλξη του προς την ανδρική ομορφιά ήταν εκείνη ενός «εστέτ», που δεν αγαπάει τη μορφή του, που δεν του αρέσει το σώμα του. Αφηνόταν να βαυκαλίζεται με την ουτοπία του έρωτα στην αρχαία Ελλάδα, αλλά ακόμα και όταν «διασκέδαζε με ναύτες», απείχε πολύ από τον «Καυγατζή της Βρέστης, του Genet, (παρά το ότι για τον ίδιο τον Genet, έτρεφε μεγάλο σεβασμό και συμπάθεια και τον υποστήριξε πάντα με σθένος).

Ο έρωτας του για τον Raymond Radiguet δεν βρήκε ποτέ ανταπόκριση, δεδομένου ότι ο νεαρός φίλος του, τον οποίο σχεδόν συνκηδεμόνευε μαζί με τον φυσικό του πατέρα, προτιμούσε τις «ζωηρές μικρούλες» και τις ώριμες γυναίκες. Έτσι ο άνθρωπος που έγινε κινητήρια δύναμη και πηγή έμπνευσης για τον Cocteau, τον καταδίκασε συγχρόνως στο μαρτύριο ενός έρωτα χωρίς ανταπόκριση, το οποίο (ο Radiguet) φρόντιζε να συντηρεί, με τις πολύ προσεκτικά δοσομετρημένες περιόδους αδιαφορίας προς το πρόσωπο του μέντορα του.

Ο θάνατος του Radiguet υπήρξε ο λόγος που έσπρωξε τον Cocteau στο όπιο, το οποίο έγινε γι αυτόν τρόπος ζωής και πηγή έμπνευσης. Ταυτόχρονα έγινε και απόλυτος σκλάβος του. Πέρασε από δύσκολες περιόδους αποτοξίνωσης (με την προτροπή και τη βοήθεια της Κοκό Σανέλ) από τις οποίες έβγαινε μόνο περιστασιακά νικητής, χωρίς να μπορέσει να εγκαταλείψει ποτέ αυτή τη συνήθεια.

Ο Cocteau συναναστράφηκε όλα τα μεγάλα πνεύματα που σημάδεψαν τον 20ο αι.

Θεωρήθηκε από πολύ μικρός σαν ο νέος Rimbaud και συμμετείχε σε κάθε πιθανή καλλιτεχνική πρωτοπορεία της εποχής του για να επιστρέψει στο τέλος στον κλασσικισμό.

Τον υποδέχθηκαν διθυραμβικά μορφές σαν τον Proust τον Maiakovski και τον Ezrah Pound. Συναναστράφηκε όλες τις ιδιοφυΐες της εποχής του, τον Stravinsky, τον Diaghilev, τον Modigliani, τον Picabia, τον Picasso, τον Gide (για τον οποίο επαναλάμβανε πάντα το λογοπαίγνιο Αndrogyde -το μικρό όνομα του Gide ήταν Andre, οπότε μετέτρεπε το Andre Gide σε androgyde, που παραπέμπει ηχητικά στη λέξη ανδρόγυνος), τον Aragon, τον Satie, τον Apollinaire, τον Max Jacob, τον Man Ray, και άλλους πολλούς. Δημιουργούσε όμως και ένα εντελώς δικό του μικρόκοσμο που ξέφευγε από κάθε εξωτερική επιρροή.

Δεν ανήκει σε κανένα κίνημα ή δόγμα. Η αρχική συνάφεια του με τους σουρεαλιστές προσέκρουε κατ’ επανάληψη στο μίσος, που ένιωθε γι αυτόν ο Αντρέ Μπρετόν, ο οποίος τον περιφρονούσε με το δικαιολογητικό ότι ο Cocteau δεν πρέσβευε σε τίποτα, πέραν της ποίησης του.

«Ο θρύλος μου απομακρύνει τους ηλιθίους»

Μέχρι την παραμονή του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου δεν είχε καταφέρει να καθιερωθεί σαν ένας από τους μεγαλύτερους της εποχής του και αυτό συνεχίστηκε στη συνέχεια και τον κατάτρεχε για όλη του τη ζωή. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο πόλεμο τα μεγάλα πνεύματα της εποχής, τον τσακίζουν, πρωτοστάτες ο πάντοτε άσπονδος φίλος του Gide, ο Sartre και ο Camus.

Τουλάχιστον ανακηρύχθηκε μέλος της γαλλικής ακαδημίας, (μέλος δηλαδή, ενός θεσμού, που θεωρείται ο προθάλαμος του επίσημου θανάτου ενός δημιουργού) και έτσι έλαβε τουλάχιστον τη χαρά και το κουράγιο να μεταφράσει το λόγο του στην αργκό των φυλακών και να περιλάβει μεταξύ των καλεσμένων του στη τελετή, τον Jean Genet, τον οποίο οι Αθάνατοι απεχθάνονταν ως μίασμα.

Η παρεξηγημένη περίοδος το Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Συνδέθηκε με δεσμούς φιλίας με τον Ernst Junger και τον Arno Brecker τον γλύπτη-φετίχ του Χίτλερ, για τον οποίο έγραψε μία ελεγεία, με τίτλο «Χαιρετισμός στον Brecker», την οποία δημοσίευσε στο περιοδικό “Comoedia”, με την ευκαιρία της έκθεσης των γλυπτών του στο Παρίσι το 1942.

Ένα βράδυ στο Παρίσι, ο Arno Brecker, του «εξήγησε» τις σκέψεις του Φύρερ, όπως του «εξήγησε» επίσης, ότι ο Φύρερ δεν ήταν παρά ένας καγκελάριος με λεπτό γούστο, που δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο, πέραν του πώς θα προστατεύσει την ποίηση και γενικώς τα γράμματα και τις τέχνες, και κυρίως του «εξηγούσε» ότι ήταν ένας πολύ μεγάλος φίλος της Γαλλίας. Ήταν τόση η ευπιστία του Cocteau, που εκείνο το βράδυ αναρωτιόταν πώς ήταν δυνατόν, να του έχει διαφύγει για τόσο καιρό, ότι οι Σύμμαχοι επιδίδονταν σε αισχρότατες συκοφαντίες και στο στυγνό διασυρμό του αγνού γερμανού ηγέτη.

Με την απελευθέρωση πέρασε από ανάκριση για όλη τη στάση του στα χρόνια του πολέμου. Ωστόσο, ο αγώνας του στη διάρκεια της κατοχής, για να σώσει τον Max Jacob από τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως των Εβραίων, η κακή σχέση του με την κυβέρνηση του Vichy (τους ονόμαζε «φωλιά από θείτσες και γκεσταπίτισσες», και αντίστοιχα εκείνοι τον είχαν σπιλώσει όσο περισσότερο μπορούσαν για την ομοφυλοφιλία του) και οι μαρτυρίες υπεράσπισης των Genet, Eluard και Aragon, τον έσωσαν.

Cocteau cinéaste – Ο Cocteau κινηματογραφιστής

Ο άνθρωπος που «άγγιζε τα πάντα» ήταν αδύνατον να μην ενδιαφερθεί για το σινεμά. Ειδικά, όταν σκεφτεί κανείς, ότι ο Cocteau σε παιδική ηλικία, είχε παραστεί στην πρώτη παγκόσμια κινηματογραφική προβολή των αδελφών Lumiere, αντιλαμβάνεται ότι αποκλειόταν να μην στραφεί και στο «μελάνι του φωτός» όπως ονόμαζε την κινηματογραφική τέχνη. Το σινεμά ήταν για τον Cocteau ένα νέο όχημα, που του επέτρεπε να περιηγηθεί στον προσωπικό του χώρο, να αυτοσχεδιάζει πάνω στις εμμονές του. Το φιλμ δεν ήταν στα χέρια του και στα μάτια του, παρά ένα ακόμα μέσο, που θα του επέτρεπε να συνεχίσει το έργο του.

Ωστόσο, παρέμεινε στο περιθώριο του σινεμά της εποχής του, καθώς και των κανόνων και των μέσων του. Ο Cocteau δημιούργησε μιά δική του κινηματογραφική γλώσσα, για να φέρει στην οθόνη τα μυστικά της προσωπικής του μυθολογίας. Ήταν από τους πρώτους που μίλησαν για την ανάγκη δημιουργίας μίας κινηματογραφικής γραμματικής, ενός «συντακτικού των εικόνων» όπως έγραφε.

Το να δημιουργήσει μια κινηματογραφική γλώσσα, το να τα κάνει όλα ένα όλον, το να αποδώσει το χώρο και το χρόνο σαν κάτι ρευστό ήταν τα προβλήματα στα οποία έπρεπε να δώσει λύση όντας ουσιαστικά αυτοσχέδιος κινηματογραφιστής, που παρέμενε ταυτόχρονα ποιητής, σχεδιαστής, θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος και μυθιστοριογράφος.

Όμως, το ότι διαθέτει τόσες σκανδάλες το όπλο του δεν έχει μόνο πλεονεκτήματα. Χρειάζεται να αποπέμψει την ευκολία, να αποκωδικοποιήσει τα επαγγελματικά μυστικά των στούντιο, να προσαρμοστεί στις τεχνικές αντιξοότητες, να μάθει τις τεχνικές του φιλμ, να αποδείξει ότι δεν είναι ένας ερασιτέχνης, αλλά ένας προσεκτικός χειροτέχνης.

Ξεκίνησε τις ταινίες του με χρηματοδότηση των Charles και Marie-Laure de Noailles καθώς και του Luis Bunuel. Έτσι οι μαικήνες χρηματοδότησαν την avant garde της avant garde. Ας σημειωθεί, ότι την εποχή εκείνη, δηλαδή κατά τη δεκαετία του ’30, το σινεμά δεν είχε ακόμα αποβάλλει τη «ρετσινιά» του λαϊκού αξιοθέατου, που απευθυνόταν στα πλήθη των πανηγυριών και των λούνα πάρκ. Δηλαδή δεν είχε γίνει δεκτό στο μεγάλο ναό της Τέχνης και κανείς δεν πίστευε, ότι πραγματικά κάποια στιγμή, μορφές σαν τον Eisenstein, ή τον Griffith, θα έμπαιναν στο πάνθεον των μεγάλων δημιουργών του αιώνα. Το σινεμά θεωρείτο ένα νόθο τέκνο του θεάτρου και γι αυτό, το να το εμπιστευτεί κανείς σε καλλιτέχνες διαβόητους για τον αντικομφορμισμό τους, όπως ήταν ο Cocteau, ήταν αυτομάτως ένα τεράστιο «επενδυτικό» ρίσκο. Η αρχή ήταν μάλλον εύκολη, αλλά γρήγορα διαπίστωσε ότι «το σινεμά είναι απλησίαστο». Κάθε λεπτό στοιχίζει μια περιουσία και τα συνεργεία αρνούνται να δουλέψουν έστω και ένα δευτερόλεπτο πέραν του ωραρίου τους . Οι «χειροτέχνες» θα εξαφανιστούν κυνηγημένοι από τα συνδικάτα. (Μία πραγματικότητα που την ίδια εποχή, παρέλυσε -και διέλυσε- τις μεγάλες ορχήστρες). Έτσι το σινεμά-τέχνης θα γίνει ένα προϊόν λαθρεμπορίου και σχεδόν θα διατηρήσει αυτό το status, μέχρι τον ουσιαστικά πλήρη αφανισμό του κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Η γλώσσα του και τα σύμβολα της

Ο Cocteau δημιούργησε μία νέα γλώσσα, που τα έλεγε όλα, αλλά με ένα τρόπο που πήγαινε ενάντια στο ρεύμα. Αυτό ισχύει για όλο το έργο του και όχι μόνο το κινηματογραφικό. Ωστόσο, με το κινηματογραφικό του έργο, γίνεται πολύ πιο εύκολα εμφανές, ότι βρέθηκε αμέσως στο περιθώριο του σινεμά της εποχής του, μακριά από τους κανόνες και τις νόρμες του.

Έτσι, την εποχή που γεννιόταν η εννοιολογική τέχνη, εκείνος κοίταζε αλλού και δημιούργησε τη γλώσσα του θαυμαστού, τη γλώσσα του φαντασιακού, της μαγείας και των νεράιδων (που πολλές φορές φλέρταρε απροκάλυπτα με το κιτς) με την οποία εκφράστηκε και στο σινεμά. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Cocteau είχε προσδιορίσει το «Αίμα του Ποιητή»-«Le Sang du Poete» (1930) σαν «ένα ρεαλιστικό ντοκιμαντέρ για φανταστικά γεγονότα» Μέσω αυτού του πρίσματος αντιμετώπισε τη μαγεία και το «θαυμαστό» στην La Belle et la bête - Ωραια και το Τερας το 1946. Θα προσκολλήσει ακόμα περισσότερο σ’ αυτή την αρχή με τον Orphée - Ορφεα και στη Le Testament d`Orphée - Η Διαθηκη του Ορφεα και θα αρνηθεί με το δίκιο του την βιαστική και κακοπροαίρετη άποψη ότι στις ταινίες του (και ειδικά στην πρώτη) δοκίμαζε τις συνταγές των σουρεαλιστών. Οι αναφορές στην αρχαιότητα συνδυάζονται με συμβολικά αντικείμενα, όπως ο καθρέφτης, η μάσκα, το βέλος, η χιονόμπαλλα, δημιουργεί ένα κόσμο που μένει ανεπηρέαστος από το χρόνο αλλά που δεν απομακρύνεται από ένα μυστικό κήπο, που δεν είναι άλλος από την παιδική του ηλικία. Ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την καλλιγραφία των σκιών πολλές από τις οποίες παραπέμπουν στις σκιές των εξπρεσσιονιστικών φιλμ των μεγάλων γερμανών κινηματογραφιστών.

Έδωσε σενάρια σε άλλους σκηνοθέτες όπως η «Αιώνια Επιστροφή» –«L’ Eternel Retour» (1943) στον Delannoy, ή βοήθησε να μεταφερθούν έργα του στην οθόνη όπως τα Les Enfants Terribles - Τα τρομερα Παιδια (1950) από τον Melville - μεγάλο και ακατανόητο λάθος, που οδήγησε σε μιά αποτυχία για την οποία δεν έφταιγε ο Cocteau στο σύνολο της.

Τις τελευταίες του μέρες που σημαδεύτηκαν από αλλεπάλληλες καρδιακές προσβολές τις πέρασε με τον Jean Marais ο οποίος τον περιέβαλλε με την τρυφερότητα του.


 
 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.