• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Περιεχόμενα

Τετ 25 Ιαν 2012

La Proie

Τετ 28 Δεκ 2011

En Familie - Μια Οικογένεια

Τετ 30 Νοε 2011

Carlos - η τηλεταινία

Τετ 12 Οκτ 2011

Troll Hunter - Κυνηγός Τρολ

Τετ 31 Αυγ 2011

Flores Negras - Μαύρα Λουλούδια

Cineυρωπαϊκόν


Τρί 18 Νοε 2003

Η μαγεία του Οτάρ Ιοσελιάνι και το κυνήγι της πεταλούδας




Το 44ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης που ξεκινάει στο τέλος αυτής της εβδομάδας (21/11/2003) έχει προγραμματίσει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον αφιέρωμα στον μεγάλο σκηνοθέτη Οτάρ Ιοσελιάνι. Για όσους τυχαίνει να μην τον γνωρίζουν, αντιγράφουμε ένα πολύ εύστοχο απόσπασμα από το επίσημο δελτίο τύπου του Φεστιβάλ : «Ο κινηματογράφος του Iosseliani διακρίνεται από το λεπτό χιούμορ, που φέρει επιρροές από το σινεμά του Jacques Tati, το έμμεσο κοινωνικό σχόλιο και έναν ιδιότυπο, τελείως προσωπικό, λυρισμό. Απολαυστικά ειρωνικός και διακριτικά αλληγορικός, ο Otar Iosseliani είναι ο σκηνοθέτης του κομψού αλλά αιχμηρού υπαινιγμού Η στήλη θεωρεί ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει ιδανικότερη και πιο σεμνή περιγραφή, σε δύο μόλις προτάσεις, της μαγείας του Οτάρ Ιοσελιάνι και γι αυτό μεταφέρει αυτούσιο το «λήμμα» από το δελτίο του Φεστιβάλ, και με την ευκαιρία θα ήθελε να εκφράσει τα συγχαρητήρια της στους επιμελητές του δελτίου, για τη λιτή και μεστή προσέγγιση της πεμπτουσίας το έργου αυτού του «δημιουργού» (βλ. auteur).

Βίος και λογοκρισία : Ο Ιοσελιάνι γεννήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 1934 στην Τιφλίδα της Γεωργίας και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην τέως Σοβιετική Ένωση. Εγκαταστάθηκε στη Γαλλία στις αρχές της δεκαετίας το 1980 και από τότε δημιούργησε το σημαντικότερο ίσως, κομμάτι του έργου του. Είναι απόφοιτος του (ιστορικής σημασίας) VGIK, του Κρατικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου της ΕΣΣΔ. Αλλά, από την πρώτη ταινία του, που έκανε αίσθηση στο κοινό, «Aprili» (1961), οι σχέσεις του με τις υπηρεσίες λογοκρισίας της χώρας διαταράχθηκαν, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει για ένα διάστημα τον κινηματογράφο και να δουλέψει ως μεταλλωρύχος και ως ναύτης αλιευτικού σκάφους. Επτά χρόνια αργότερα, καταφέρνει να γυρίσει τη δεύτερη σημαντική του ταινία, «Giorgobivste» (1968), που απέσπασε το βραβείο FIPRESCI στο Φεστιβάλ των Καννών της ίδιας χρονιάς. Μετά τη διάκριση αυτή παρέμεινε επισήμως στο χώρο του κινηματογράφου, αλλά πάντα υπό στενή επιτήρηση. Έτσι η ταινία του «Pastorali» (1975) πέρασε από τα σαράντα κύματα των λογοκριτών, και έμεινε παραχωμένη στους φακέλους των σχετικών υπηρεσιών για 6 ολόκληρα χρόνια, με το δικαιολογητικό, ότι δεν προάγει το πρότυπο μιας υγειούς σοσιαλιστικής προσωπικότητας. Όσο όμως το έργο του σκότιζε τις σοβιετικές αρχές που με αλχημείες προσπαθούσαν να συντηρήσουν ευαίσθητες ισορροπίες, τόσο η Δύση εκτιμούσε, καλούσε και προήγαγε τον Ιοσελιάνι, με ένα τρόπο ωστόσο, που ήταν διαφορετικός από εκείνον με τον οποίο προβάλλονταν, άλλοι, ευθέως αντικαθεστωτικοί δημιουργοί (όπως π.χ. ο Αντρέι Βάιντα). Τελικά, το 1982 το «Pastorali», προβλήθηκε με επιτυχία στο φεστιβάλ του Βερολίνου και δύο χρόνια αργότερα ο Ιοσελιάνι εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Εκεί γύρισε την περίφημη ταινία «Οι Ευνοούμενοι του Φεγγαριού» - «Les favoris de la lune», που απέσπασε το Μεγάλο Ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής του Φεστιβάλ Βενετίας, βραβείο το οποίο του απονεμήθηκε και δεύτερη φορά, 5 χρόνια αργότερα, με την ταινία του «Και εγένετο φως» - «Et la lumiere fut» (1989)

Στο αφιέρωμα του 44ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης έχει ανακοινωθεί ότι θα προβληθεί το σύνολο του έργου του.

Κατάχρηση οικειότητας
Και τώρα αγαπητό αναγνωστικό κοινό, η στήλη θα προβεί σε μιά απροκάλυπτη κατάχρηση οικειότητας, για την οποία ζητά προκαταβολικά συγνώμη.

Αντί μιας γρήγορης επισκόπησης του συνόλου του έργου του Ιοσελιάνι, θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε εκτενώς μόνο ένα έργο του, το «Κυνήγι της πεταλούδας» - «La chasse aux papillons» - «Chasing butterflies» (1992) το οποίο, παρά το ότι, κατά κοινή ομολογία δεν θεωρείται το καλύτερο, ή το χαρακτηριστικότερο του δημιουργού, είναι το αγαπημένο έργο όλων των εποχών του γράφοντα. (Για όσους λοιπόν αποφασίσουν να διαβάσουν και το υπόλοιπο αυτού του κειμένου εύχομαι από καρδιάς : καλό κουράγιο).

Η υπόθεση: (προειδοποίηση ! : επειδή η ταινία είναι γενικώς δυσεύρετη, δίνουμε μιά συνολική περιγραφή της υπόθεσης. Όσοι σκοπεύετε να τη δείτε στην προβολή του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, διαβάστε μόνο τις δύο πρώτες παραγράφους αν δεν θέλετε να χαλάσετε την έκπληξη)
Η Marie-Agnes de Bayonnette (Thamar Tarassachvili) είναι μια γηραιά αριστοκράτισσα, που ζει στον πύργο της, ο οποίος βρίσκεται κοντά σε μια πολύ ήσυχη, μικρή πόλη της Γαλλικής επαρχίας. Η υγεία της είναι κλονισμένη, χωρίς όμως να αποσαφηνίζεται από τί ακριβώς πάσχει και βέβαια χωρίς να οφείλει να μένει καθηλωμένη στο κρεβάτι. Την Marie-Agnes φροντίζει μια εξίσου γηραιά κυρία η (Pierrette Pompom Bailhache) Είναι μακρινή εξαδέλφη της από την επαρχία και προέρχεται από μια κατώτερη κοινωνική τάξη που της «επιτρέπει» να συναναστρέφεται με «ευκολία» τους απλούς ανθρώπους του χωριού, αλλά και να φροντίζει να εξοικονομεί τα ελάχιστα που αποζητούν, προς το ζην, «σκοτώνοντας» σε μία αντικέρ, το ένα μετά το άλλο, τα έπιπλα του chateau (βλ. πύργος). Οι δύο γηραιές κυρίες απορρίπτουν με αδιάφορη ευγένεια τις προσφορές των ξένων (γιαπωνέζων) επενδυτών, που θέλουν να αγοράσουν τον πύργο. Περνούν τη ζωή τους με παιχνίδια και παρέες, που αποπνέουν όλη την ελαφρότητα και τη νωχέλεια της καθημερινής ζωής της αριστοκρατίας του 18ου και 19ου αι. Στον πύργο φιλοξενούνται μερικοί οπαδοί του Κρίσνα, τους οποίους οι κυρίες «λατρεύουν» (και εκείνοι με τη σειρά τους «λατρεύουν» τις κυρίες) χωρίς φυσικά να έχουν κάποια ουσιαστική σχέση μεταξύ τους. Συνδέονται μόνο από μιαν ευγενική συμπάθεια και τη χαρά να αναγνωρίζουν οι μεν στους δε, το δικαίωμα να είναι όπως επιθυμούν. Και φυσικά δεν ζητωκραυγάζουν, γι αυτή τους τη μεγαλοψυχία, το κάνουν έτσι, απλά, ευγενικά, απόμακρα και φευγαλέα.

Τον πύργο επισκέπτεται τακτικά ο (αλκοολικός) πάστορας του χωριού, o πατέρας Andre (Emmanuel de Chauvigny. Κάποια στιγμή φτάνει και ένας φίλος τους από το εξωτερικό. Ένας εύπορος μαχαραγιάς(Sacha Piatigorsky), με αγέρωχο ύφος και αδυναμία στους πολύτιμους λίθους, που ζει μέσα στα πεπαλαιωμένα σύμβολα του κλέους και της ισχύς του. Ταξιδεύει με το προσωπικό του βαγόνι τρένου και συνοδεύεται από τους πιστούς του υπηρέτες.

Η Marie-Agnes έχει και μιαν αδελφή την Helene Von Zastro (Alexandra Liebermann), που ξέμεινε στη Μόσχα, μετά την Οκτωβριανή επανάσταση και ζει –μάλλον αγόγγυστα- με τη φροντίδα της κόρης της, σε ένα θλιβερό δωμάτιο, μιας αντιστοίχως θλιβερής πολυκατοικίας της ρωσικής πρωτεύουσας. Περιβάλλεται από μερικά ξεθωριασμένα ενθυμήματα του παλιού της μεγαλείου, τα οποία κατάφερε να περισώσει. Η περιορισμένη αλληλογραφία της Marie-Agnes με την Helene αρκεί και στις δύο, για την συντήρηση της σχέσης τους και του μύθου του αριστοκρατικού τους παρελθόντος, αλλά και σαν κινητήρια δύναμη για την προσήλωση τους στον τρόπο ζωής και την ιεράρχηση των πάντων, που το παρελθόν αυτό καθόριζε.

Κάποια στιγμή, η Marie-Agnes πεθαίνει το ίδιο ήσυχα και αθόρυβα, όσο ζούσε. Με τη διαθήκη της, και ακολουθώντας «την ορθή τάξη των πραγμάτων» κληροδοτεί τον πύργο και όλα της τα υπάρχοντα, στην αδελφή της Helene, αφήνοντας «στους πέντε δρόμους» την εξαδέλφη της που όλα αυτά τα χρόνια τη φρόντιζε και της κρατούσε συντροφιά. Η εξαδέλφη της όμως, παρά τη δύσκολη θέση στην οποία περιέρχεται, δεν αφήνεται να παρασυρθεί στην απογοήτευση της, αφού κατανοεί πλήρως ότι αυτή θα έπρεπε να είναι η φυσική ροή των πραγμάτων. Η κόρη της Helene σχεδόν πριν καν ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις για τη μεταβίβαση της κληρονομιάς ξεπουλάει σωρηδόν, όλα τα έπιπλα του πύργου στην αντικέρ, αλλά και τον ίδιο τον πύργο στους Γιαπωνέζους.

Ο μαχαραγιάς αναχωρεί με το βαγόνι του και προσκαλεί σ’ αυτό την εναπομείνασα εξαδέλφη της φίλης του και μερικούς ακόμα φίλους από το χωριό για ένα ταξίδι αναψυχής. Το βαγόνι όμως παγιδεύεται με εκρηκτικά, από κάποια τρομοκρατική οργάνωση και τινάζεται στον αέρα, οπότε όλοι οι επιβάτες του βρίσκουν τραγικό θάνατο και το έργο τελειώνει εκεί.

Αλήθειες και ψέματα για τη ταινία

Πρόκειται για μια ταινία για τον αργό θάνατο της ξεπεσμένης αριστοκρατίας της Γαλλικής επαρχίας. Ψέματα. Αυτή ήταν η άποψη των (αγγλόφωνων κυρίως) κριτικών, που τοποθέτησαν την ταινία στην κατηγορία των ταινιών κοινωνικής παρατήρησης, που σχοινοβατούν μεταξύ μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ. Αν έπρεπε να κατατάξουμε την ταινία σε κάποιο genre θα λέγαμε ότι πρόκειται για τον τύπο της «καλαίσθητης ειρωνικής κωμωδίας, που παρακολουθεί κανείς αγέλαστος».
Είναι μια αλληγορική ταινία, όπου ο σκηνοθέτης, χρησιμοποιώντας το παράδειγμα το θανάτου της αριστοκρατίας των γενεών, μιλάει παραβολικά για τον θάνατο της αριστοκρατίας των ψυχών.
Οι γηραιοί πρωταγωνιστές ξεχωρίζουν για την ευγένεια, την καλοσύνη και την μεγαλοψυχία τους. Ζουν σε μία περιοχή «προστατευόμενης ευγένειας». Δέχονται το «ξένο και το περίεργο» ως κάτι το αυθύπαρκτο και το αξιοσέβαστο, που έχει κάθε δικαίωμα να υφίσταται, πλάι τους. Δεν αποδέχονται να διαπραγματευτούν αυτό που οι ίδιοι ορίζουν και αντιλαμβάνονται, ως ανθρώπινη αξιοπρέπεια και φυσικά, ούτε καν περνάει από το μυαλό τους, ότι θα μπορούσαν να κάνουν την παραμικρή «έκπτωση» σ’ αυτό το θέμα. Δεν επιθυμούν να επιβάλλουν κανένα δικό τους όρο, τον οποίο, θα απαιτούσαν, να αναγνωριστεί και ως αξιοσέβαστος. Δεν διεκδικούν τίποτα. Γνωρίζουν ότι ανήκουν στον κόσμο της ηθικής τάξης, ο οποίος αποτραβιέται και χάνεται, καθώς ο θορυβώδης μοντέρνος κόσμος των υλικών απολαύσεων, κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος.
Δεν είναι καν δραματικοί χαρακτήρες, με τον τρόπο που είναι δραματικά τα μαμούθ, για παράδειγμα, που εξαφανίστηκαν επειδή δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες του περιβάλλοντος τους. Εξαφανίζονται αθόρυβα, ή χάνονται από μια έκρηξη (εκείνη του βαγονιού), σαν μια φυσαλίδα σαμπάνιας, που σκάει μέσα σε μια στιγμή ευθυμίας και ηρεμίας.

Στο «κυνήγι της πεταλούδας» η αδέξια απληστία εκφράζεται από την ανιψιά της Marie-Agnes, που ξεπουλάει γρήγορα τα πάντα για να μπορέσει να απολαύσει ότι στερήθηκε, όσο ζούσε στην πρώην ΕΣΣΔ. Αυτή η διορατική αναφορά του Ιοσελιάνι, στην «επέλαση των λιμασμένων» είναι από τις πρώτες που διατυπώθηκαν ευθέως. (Η Λευκη Ταινια του Kieslowski ακολούθησε 2 χρόνια αργότερα –1994- και αφού το τοπίο στις πρώην ανατολικές χώρες είχε ήδη, αρχίσει –κάπως- να ξεκαθαρίζει).

Ο θεατής μπορεί εύκολα να ανακαλύψει σ’ αυτήν την ταινία, όλα τα χαρακτηριστικά που διαμορφώνουν το στυλ του Οτάρ Ιοσελιάνι και τα οποία μπορεί να εντοπίσει και σε όλες τις υπόλοιπες ταινίες του, που θα προβληθούν στο φεστιβάλ. Αλήθεια. α) Πρόκειται για μια σχεδόν βουβή φάρσα. Στο περισσότερο μέρος το έργου, ακούγονται οι φυσικοί ήχοι του δάσους γύρω από τον πύργο. Οι ηθοποιοί λένε ελάχιστα λόγια! Ωστόσο, η εκκεντρικότητα των χαρακτήρων, η αδιαπραγμάτευτη στάση τους και η παιχνιδιάρικη διάθεση τους, είναι οι βασικές πηγές του χιούμορ της ταινίας, που απελευθερώνεται σχεδόν αποκλειστικά από πράξεις και καταστάσεις. β) Η κάμερα κοιτάζει τους ηθοποιούς από μέση ή μακρινή απόσταση, ενώ πολύ συχνά αφήνει την αδυναμία του για τα αργόσυρτα πλάνα τοπίων, δοσμένα με ευρυγώνιο φακό να εκφραστεί ελεύθερα (χμμ…. κάτι εδώδιμο μου θυμίζει αυτό…). γ) ο ρυθμός της κινηματογραφικής αφήγησης είναι αργός και σταθερός (χμμ…. Ναι , ναι είμαι σίγουρος πως κάτι εδώδιμο μου θυμίζει αυτό!).

Και τώρα τα αποτελέσματα του διαγωνισμού Felliniesque II:


Ευχαριστούμε για άλλη μια φορά για την αθρόα συμμετοχή στο διαγωνισμό και συγχαρητήρια για τις σωστές απαντήσεις. Ας υπενθυμίσουμε ότι η ερώτηση του διαγωνισμού ήταν : Τι απαντάει ο Guido στον εαυτό του όταν αναρωτιέται σχετικά με την κρίση έμπνευσης του; Και η σωστή απάντηση ήταν «Σγκουλπ!!». Ας σημειωθεί ότι η απάντηση αυτή, δηλ. το περιπαιχτικό επιφώνημα «σγκουλπ» (που δεν έχει περιληφθεί στον υποτιτλισμό της ταινίας, παρά το ότι ο Marcello Mastroianni, ακούγεται να το λέει ξεκάθαρα) δείχνει την αμηχανία αλλά ταυτόχρονα και τη δύναμη του δημιουργού να αψηφήσει και να διακωμωδήσει με ελαφρότητα, το αδυσώπητο ερώτημα που τον πανικοβάλει.

Οι 5 υπερτυχεροί, όπως προέκυψαν από τη σχετική κλήρωση, κερδίζουν από ένα DVD της ταινίας 8 1/2 προσφορά της εταιρίας Artfree, και είναι οι παρακάτω :

    - Πέτρος Χατζησωτηρίου – Αλεξανδρούπολη
    - Σταύρος Γερόλυμος – Αργυρούπολη , Αθήνα
    - Χριστόφορος Ζακεστίδης – Καλαμαριά, Θεσσαλονίκη
    - Γεώργιος Μπρούντζας – Θεσσαλονίκη
    - Ελένη Κέρογλου – Θεσσαλονίκη


 
 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.