• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
CineGourmet


Τετ 05 Ιαν 2005

Ο Valmont τρώει την brioche


Η ταινία : Valmont (1989)
&
Το πιάτο : Μπριός à la du Barry



Αφιέρωση
Αυτό το “cine-gourmet” αφιερώνεται στον μπαμπά της Άλκηστης Χαρσούλη που είναι φιλίστωρ και αγαπά τη στήλη

Υπόθεση : Η Μαρκησία ντε Μερτέγι (Annette Bening) θέλει να εκδικηθεί τον τελευταίο εραστή της, τον Κόμη ντε Ζερκούρ (Jeffrey Jones), επειδή την εγκατέλειψε για να παντρευτεί μια 15χρονη débutante, που, όπως αποδεικνύεται, είναι η ανιψιά της Μαρκησίας, η αθώα και άσπιλη Σεσίλ ντε Βολάνζ (Fairuza Balk), που μέχρι τότε ήταν εσώκλειστη σε μοναστήρι. Η Mαρκησία ντε Μερτέγι ζητά τη βοήθεια του παλαιού-εραστή-τώρα-πες-το-φίλου της, του υποκόμη ντε Βαλμόν (Colin Firth), που είναι διαβόητος διαφθορέας γυναικών και κορασίδων. Συγκεκριμένα ζητά από τον Βαλμόν να διακορεύσει τη Σεσίλ πριν το γάμο της με τον Ζερκούρ, για να απογοητευτεί ο τέως εραστής της, ανακαλύπτοντας ότι η πολύφερνη νύφη δεν ήταν παρθένα. Ο Βαλμόν αρχικά αδιαφορεί για την υπόθεση της Μαρκησίας, επειδή είναι απορροφημένος με την αποπλάνηση της ενάρετης Μαντάμ ντε Τουρβέλ (Meg Tilly), που φιλοξενείται στον πύργο της γηραιάς θείας του, της Μαντάμ ντε Ροζμόντ (Fabia Drake). Τελικά όμως αποδέχεται να βοηθήσει τη Μαρκησία, εμπλεκόμενος σε ένα στοίχημα με εντελώς απρόσμενο αντάλλαγμα. Η κατάσταση περιπλέκεται, λόγω του έρωτα της Σεσίλ για το νεαρό δάσκαλό της, της μουσικής, τον ιππότη Ντανσενύ (Henry Thomas).



Κοινό πεπρωμένο. Η ταινία «Valmont» είναι η μία από τις δύο ταινίες που συμμετείχαν, σε μία ανεπίσημη και πρωτοφανή «κόντρα», που έκτοτε (δηλαδή μετά το 1988-89) δεν έτυχε ανάλογη της να ξανακαταγραφεί στα χρονικά του κινηματογράφου: γυρίστηκαν δύο ταινίες με το ίδιο θέμα, τις «Επικίνδυνες Σχέσεις», το επιστολογραφικό μυθιστόρημα του Choderlos de Laclos, που γράφτηκε τον 18οαι., προκαλώντας σκάνδαλο, και που εκτότε δεν σταμάτησε να διαβάζεται και να «σκανδαλίζει».

Οι επικίνδυνες σχέσεις δύο κολοσσιαίων παραγωγών. Από τη μια λοιπόν γυριζόταν η εκδοχή της Warner Bros./Lorimar, με σκηνοθέτη τον Stephen Frears (Φρήαρς) κι από την άλλη, εκείνη της Orion με σκηνοθέτη τον Milos Forman (Φόρμαν). Όλα έδειχναν ότι οι «Επικίνδυνες Σχέσεις» του Φρήαρς θα γνώριζαν πολύ μεγαλύτερη επιτυχία, γιατί : (α) βασίζονταν στη θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος, από τον Christopher Hampton, η οποία γνώριζε τεράστια επιτυχία την εποχή εκείνη και ως εκ τούτου αναμενόταν να κεντρίσει την περιέργεια μεγαλύτερου μέρους του κοινού, (β) πρωταγωνιστούσαν σταρ σαν την Glenn Close, τη Michelle Pfeiffer και τον John Malkovich και (γ) βγήκε πρώτη στις αίθουσες (το Δεκέμβριο του 1988). Επιπλέον η ταινία του Φρήαρς κόστισε λιγότερο από τα μισά λεφτά της ταινίας του Φόρμαν (15 εκ. δολλ., έναντι 35 εκ. δολλ., εκ των οποίων τα έξτρα εκ. δολλ. καταναλώθηκαν σε πανάκριβα σκηνικά, κοστούμια και εξωτερικά γυρίσματα στη Γαλλία). Ο Φόρμαν είχε δηλώσει ότι πίστευε πως μόλις οι παραγωγοί του διαπίστωναν τα «μειονεκτήματα» του project του, σε σχέση μ’ εκείνο του Φρήαρς, θα του έλεγαν «Σάρρυ Μίλος, αλλά δεν θα το ρισκάρουμε». Προς μεγάλη έκπληξή του όμως τον ρώτησαν: «Μίλος ντάρλινγκ, σε πειράζει που ταυτόχρονα γυρίζεται και μια άλλη ταινία με το ίδιο θέμα;» και βέβαια ο Μίλος (που εκείνη τη στιγμή ζητωκραύγαζε από μέσα του το κλασικό «This is Hollywood! I love it!») είπε ένα μετριοπαθές «Μα, γιατί να με πειράζει;» και συνέχισε τα γυρίσματα ατάραχος και με το πάσο του.

Διάλεξε ποια μαρκησία, ή ποιος υποκόμης είσαι. Έτσι κι αλλιώς, ο Φόρμαν δεν είχε κανένα λόγο να ανησυχεί, δεδομένου ότι ο Βαλμόν του βρισκόταν τόσο μακριά από το εσωστρεφές εγκεφαλικό παιχνίδι του Φρήαρς, που το Hollywood μπορεί να περηφανεύεται για πάντα, ότι, με τις δύο αυτές παραγωγές του, έκανε μια επιτυχημένη επίδειξη δεξιοτεχνίας, παρουσιάζοντας δύο εντελώς διαφορετικές, αλλά εξίσου ενδιαφέρουσες ταινίες, βασισμένες στην ίδια ιστορία. Μια ιστορία που, όπως επεσήμανε ο Φόρμαν, επιδέχεται κάθε πιθανή ερμηνεία. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι κανείς δεν μπορεί να αναφερθεί στη μια ταινία χωρίς να αναφερθεί και στην άλλη. Είναι πια τόσο πολύ συνδεδεμένες στο μυαλό των θεατών, που οποιαδήποτε συζήτηση, ή κριτική για τη μία, περιλαμβάνει σχεδόν υποχρεωτικά και συγκρίσεις της με την άλλη.

Ένα σκέρτσο με το χρόνο. Είναι λοιπόν, δύο ταινίες που αλληλοπροσδιορίζονται, γύρω από το ίδιο punctum, αλλά που ταυτόχρονα, τα όρια τους διαγράφονται ξεκάθαρα, χάρη στην ουσιαστικότατη διαφορά που τις διαχωρίζει : η ταινία του Φρήαρς ερευνά τη φύση της ίντριγκας και τη διαχρονικότητα της, ενώ η ταινία του Φόρμαν ερευνά την ανθρώπινη φύση και τον αυθόρμητο τρόπο με τον οποίο γεννά την ίντριγκα. Η ταινία του Φρήαρς σκιαγραφεί με ακριβείς λεπτομέρειες και κυνισμό τον «μακιαβελισμό της κρεβατοκάμαρας», το προσφιλές αυτό παιχνίδι στρατηγικής υψηλών απαιτήσεων, στο οποίο ο ανθρώπινος νους εξασκείται με χαρά και κακία, αναζητώντας όλο και πιο «ραφιναρισμένες» κινήσεις. Ο Φρήαρς πακετάρει -σχεδόν ειρωνικά- αυτόν τον μακιαβελισμό σε όμορφα κοστούμια εποχής, αλλά αυτό που ουσιαστικά επιθυμεί, είναι να τον προβάλλει στην εποχή μας, για να διατυμπανίσει το πόσο διαχρονικά αμετάβλητος παραμένει.
Αντίθετα ο Φόρμανεκμεταλλεύεται στο έπακρο το ότι η ιστορία διαδραματίζεται στον 18ο αι. και δεν ενδιαφέρεται να χρησιμοποιήσει αλληγορικά αυτό το γεγονός. Από τη μια εστιάζει στην ελαφρότητα της ίντριγκας του μπουντουάρ και από την άλλη στο ότι αυτή μπορεί να πηγάζει ταυτοχρόνως και «γάργαρα», τόσο από το δόλο, όσο και από την αθωότητα.
Οι ήρωες του Φόρμαν επιδίδονται στις ίδιες φρικτές δολοπλοκίες με εκείνες των ηρώων του Φρήαρς, αλλά είναι πολύ πιο ανθρώπινοι. Συνεχίζουν τη μάχη τους εκδικητικά και μέχρις εσχάτων, αλλά, σκουντουφλώντας, γλιστρώντας, πέφτοντας και σαστίζοντας. Εν ολίγοις, «τα παιδία παίζει και σκοτώνει», αλλά είναι όπως πάντα αξιαγάπητα.
Συγχρόνως ο Φόρμαν, θέλει να δείξει πως ο δόλιος δεν έχει χάσει το ρομαντισμό του και πως ο αγνός τελικά συμβιβάζεται πολύ εύκολα με το δόλο : ο μεγάλος διαφθορέας Βαλμόν πιστεύει πραγματικά στον τρυφερό έρωτα της Σεσίλ για τον Ντανσενύ και θέλει να τον διασώσει. Αντίθετα οι αγνοί και αθώοι Σεσίλ και Ντανσενύ προδίδουν χωρίς δισταγμό τα αισθήματα τους, για να απολαύσουν όλα όσα θα επωφεληθούν από τη (σεξουαλική) ίντριγκα, που τελικά αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ανθρώπινης φύσης.

Μα που είναι ο κύριος ντε Λακλό; Γράφοντας το σενάριο, ο Φόρμαν και ο Jean-Claude Carriere άφησαν κατά μέρος το βιβλίο και προχώρησαν στη δική τους εκδοχή της ιστορίας, που όμως παρέμενε πιστή στο πνεύμα του Λακλό. Ο Φόρμαν είπε στον Jean-Claude Carriere «ας ξεχάσουμε τις επιστολές του μυθιστορήματος και τη στρεβλή όψη της πραγματικότητας που αποκτούσε μέσω αυτών ο κάθε χαρακτήρας κι ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε αυτά τα πρόσωπα, κατά τις συγκεκριμένες στιγμές λίγο πριν πιάσουν το φτερό για να ξεκινήσουν να γράφουν αυτά τα γράμματα». Ο Jean-Claude Carriere ακολούθησε πιστά αυτή την οπτική μέχρι που έφτασε η ώρα που γύρισε στον Φόρμαν και του είπε : «έχεις συνειδητοποιήσει ότι τίποτα απ’ όσα γράψαμε στο σενάριο δεν υπάρχει στο βιβλίο
Ωστόσο η μόνη ουσιαστική διαφορά που μπορεί να εντοπίσει κανείς μεταξύ της ταινίας και του βιβλίου, βρίσκεται στο τέλος, όπου κανείς από τους «αμαρτωλούς» δεν τιμωρείται. (άλλωστε ο Jean-Claude Carriere πίστευε ότι το τέλος του βιβλίου ήταν έτσι κι αλλιώς για τα σκουπίδια και πως ο ίδιος ο Choderlos De Laclos το έβαλε αναγκαστικά, για να αποφύγει το σκόπελο της λογοκρισίας)

Η μεταξωτή στρίγγλα. Η Annette Bening –ηθοποιός του θεάτρου- καθιερώθηκε στο Χόλυγουντ, χάρη σ’ αυτόν τον πρώτο της μεγάλο ρόλο σε ταινία. Η Μαρκησία ντε Μερτέγι της Bening μοιάζει να επιμελείται ίντριγκες, με τον τρόπο που θα επιμελείτο ένα απογευματινό τσάι κυριών : χωρίς εμπάθεια και σαν να μην εμπλέκεται σε κάτι το αξιόμεμπτο. Σαν να είναι απολύτως ενταγμένες στην κοινωνική ηθική, σχεδόν σαν να αποτελούν κι αυτές κάποια κοινωνική της υποχρέωση (κάτι το οποίο μάλλον βρίσκεται πιο κοντά στην ιστορική αλήθεια κι αυτό αποτελεί ένα σημείο στο οποίο η ταινία του Φόρμαν υπερέχει, σε σχέση με την «βαθιά ενοχή» που -σε δεύτερη, πλην όμως σημαντικότατη ανάγνωση- περιγράφει ο Φρήαρς). Η Μαρκησία διδάσκει στην Σεσίλ το πώς να απατά τον άνδρα της, προκειμένου να της δείξει πως θα επιβιώσει κοινωνικά και σχεδόν τρέφει για κείνη πραγματικά αισθήματα στοργής. Τα υπόλοιπα σχεδόν δεν τα προκαλεί –φαντάζουν σαν τη φυσική και λογική συνέπεια των όσων προηγήθηκαν.

Ένας μεγάλος ρομαντικός : ο Βαλμόν. Ο Βαλμόν του Colin Firth δεν έχει καμία σχέση με το φίδι που έπλασε ο Μάλκοβιτς στην ταινία του Φρήαρς. Είναι χαρούμενος και ρομαντικός. Αλλά βέβαια και μεγάλος μουρντάρης (όχι να μοιραστείς μαζί του κρεβάτι, αλλά ούτε καν παγκάκι σε δημόσιο πάρκο). Ωστόσο, δεν τον αντιλαμβάνεται κανείς ως κάποιον που επιβάλλεται επειδή είναι ακαταμάχητος, αλλά ως κάποιον στον οποίο παύεις να αντιστέκεσαι: παραδίδεσαι, χαρίζεσαι από μόνος σου. Ο ίδιος χαίρεται το παιχνίδι που έχει σαν έπαθλο την κατάκτηση μιας γυναίκας, σχεδόν περισσότερο απ’ όσο χαίρεται τη γυναίκα-τρόπαιο. Όλες οι σκηνοθεσίες του, ενόσω προσπαθεί να γοητεύσει την Μαντάμ ντε Τουρβέλ, φανερώνουν τη βαθιά πίστη του στη βασικότερη αρχή των παιχνιδιών γοητείας, που λέει ότι «αν αλώσεις κάποιου το νου, δεν θα αργήσεις να του αλώσεις και το σώμα» (και γι’ αυτό του αξίζει ένα μεγάλο μπράβο!)

Σεσίλ, ντάρλινγκ! Η Fairuza Balk εμφανίστηκε τυχαία, την τελευταία μέρα της οντισιόν του Φόρμαν στο Λονδίνο. Από την αρχή φάνηκε ότι ήταν τέλεια για το ρόλο. Ήταν μόλις 14 ετών. Κατά το ήμισυ παιδί και κατά το άλλο ήμισυ γυναίκα. Κάθε φορά που έπρεπε να είναι γυναίκα η παιδική πλευρά της διακρινόταν κρυμμένη στο βάθος και αντίστροφα κάθε φορά που έπαιζε σαν παιδί -γουρλώνοντας τα μάτια σαν την Μις Πίγγυ- ήταν σίγουρο πως γνώριζε καλά ότι άφηνε να φανεί και η γυναικεία αφοσίωση της στα παιχνίδια γοητείας.

Η λάθος Μαντάμ ντε Τουρβέλ. Οι περισσότερες κριτικές συμφωνούν : ό,τι η Michelle Pfeiffer έπλασε μια Μαντάμ ντε Τουρβέλ ιερομάρτυρα, στην ταινία του Φρήαρς, ενώ η Meg Tilly την απέδωσε ως δασκάλα του κατηχητικού. Επιπλέον η ασιατική φυσιογνωμία της δεν πείθει εύκολα για την «καθολικού δόγματος» ενοχή και πίστη της. Η γλυκιά Meg Tilly είναι μάλλον ένα καλό παράδειγμα miscast (λάθος διανομή). Ωστόσο οφείλουμε να της αναγνωρίσουμε ως ελαφρυντικό, το ότι καμία ηθοποιός δεν θα μπορούσε να αντέξει στη σύγκριση της με την Pfeifferστο ρόλο αυτό.
Η σκηνή της Mme de Tourvel που περιμένει στη βροχή, έξω από το σπίτι του Βαλμόν προστέθηκε μετά από πολύ σκέψη και κατόπιν κοινής απόφασης του Φόρμαν με τον Jean-Claude Carriere. Ουσιαστικά η σκηνή αυτή περιγράφει κάτι που είναι πολύ συνηθισμένο στις μέρες μας: μια σχέση τελειώνει, αλλά εκείνη το αρνείται, συνεχίζει να τηλεφωνεί, προσπαθεί να κάνει αισθητή την παρουσία και τη διαθεσιμότητα της και γενικότερα εκδηλώνει με κάθε τρόπο την παθητική προσμονή της για μια συνέχεια. Τότε εξαιτίας μιας διαστροφικής καλοσύνης, ενός οίκτου, που συνήθως γεννάται από κάποια ενοχή, εκείνος (δηλ. ο εκάστοτε Βαλμόν) αποδέχεται μια συνάντηση, που –ανεξέλεγκτα πως- φορτίζεται με μια ρομαντική διάσταση, η οποία οδηγεί στο σεξ και, αφού ολοκληρωθεί αυτός ο μικρός κύκλος, εκείνη εξαφανίζεται για πάντα. Φαίνεται πως αυτή η διαδικασία –τόσο κυνική, όσο και συνηθισμένη- είναι απαραίτητη σε πολλές γυναίκες, για να πειστούν ότι δεν είναι δυνατόν να τις εγκαταλείπει κανείς εύκολα, ότι εξακολουθούν να διατηρούν άθικτη την εξουσία που τους παρέχει η γοητεία τους, ακόμα και μετά την απόρριψη. Η σκηνή αυτή ήταν και η πιο επιτυχημένη της Meg Tillyστην ταινία.

Ενδιαφέροντα παραλειπόμενα
  • Η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά των «Επικίνδυνων σχέσεων» έγινε το 1959 από τον Roger Vadim και χωρίς κοστούμια εποχής.
  • Ο Henry Thomas που υποδύεται τον Ιππότη Ντανσενύ ήταν ο γήινος αδελφός του E.T. στην ομώνυμη ταινία του Σπήλμπεργκ
  • Η Michelle Pfeiffer είχε δεχτεί πρόταση να παίξει το ρόλο της Μαρκησίας ντε Μερτέγι στην ταινία του Φόρμαν, ενώ ταυτόχρονα είχε επιλεγεί ως Μαντάμ ντε Τουρβέλ στην ταινία του Φρήαρς.

    Ο λόγος για τον οποίο η ταινία ταιριάζει με το προτεινόμενο πιάτο : Marie Jeanne Bécu, Κόμισσα du Barry

    Η Marie Jeanne Bécu, Κόμισσα du Barry γεννήθηκε στην πόλη Vaucouleurs το 1743 και πέθανε στο Παρίσι το 1793. Ήταν η κόρη μιας μοδίστρας και (πιθανότατα) ενός φοροεισπράκτορα. Με έξοδα ενός κατοπινού εραστή της μητέρας της παρέμεινε εσώκλειστη, ως μαθήτρια, στο μοναστήρι Sainte Aure, του οποίου οι καλόγριες ήταν αφοσιωμένες στη λατρεία της Αγίας του Ιησού Καρδίας. Εκεί, απέκτησε μια κάποια βασική παιδεία (δηλαδή, γραφή και ανάγνωση, γενικές γνώσεις αστρονομίας και γεωγραφίας, την τέχνη του να ομιλεί περί του οτιδήποτε με υπερβολικό στόμφο, αλλά και να παίζει κλαβεσέν, κλαπατσίμπαλο, καθώς και τα υπόλοιπα ομοειδή, που απαιτούν μια μικρή ευκολία με τα κλαβιέ).
    Όταν η Marie Jeanne έκλεισε τα 15, οι καλόγριες θεώρησαν ότι είχε μάθει πια αρκετά απ’ όσα εκείνες όφειλαν να της μάθουν και επειδή μεταξύ άλλων είχαν διαπιστώσει μια κλίση της προς τους κηπουρούς, την ξαπόστειλαν στη μαμά της. Από την πενταετή παραμονή της στο μοναστήρι η Marie Jeanne αποκόμισε κυρίως μια θεοσέβεια (την οποία βέβαια, έκοψε και έραψε στα μέτρα της και κατά την προσωπική της αντίληψη) καθώς και έναν οίστρο για τη φιλανθρωπία, αρετές τις οποίες διατήρησε ενεργές, μέχρι το τέλος της ζωής της. Γυρνώντας στο Παρίσι, η μητέρα της την έβαλε μαθητευόμενη σε ένα εργαστήριο που έφτιαχνε πολύ κομψές περούκες για κυρίους και κυρίες. Γρήγορα όμως πήρε πόδι από εκεί, επειδή η εργοδότρια της δεν έβλεπε με καθόλου καλό μάτι, το φλερτ της Marie Jeanne με το γιο της. Στη συνέχεια βρήκε δουλειά ως καμαριέρα σε μια οικογένεια ανώτερων εφοριακών, όπου, παρατηρώντας τους, συμπλήρωνε και τελειοποιούσε τις γνώσεις της σε ότι αφορούσε την καθώς-πρέπει συμπεριφορά στα σαλόνια. Επειδή όμως τσιλιμπούρδιζε -και με τους δύο γιους της οικογένειας- αναγκάστηκε και πάλι να εγκαταλείψει το πόστο της και να δουλέψει ως εμποροϋπάλληλος στο κατάστημα “Labille”, που, την εποχή εκείνη, ήταν το πιο μοδάτο κατάστημα γυναικείων νεωτερισμών στο Παρίσι.
    Εκεί, το 1764, σε ηλικία 19 ετών πια, γνώρισε τον ιππότη Jean du Barry και έγινε αμέσως ερωμένη του. Ο ιππότης, ο οποίος ήταν μεν πιστός στην ιπποσύνη, αλλά ενίσχυε κάπως τα οικονομικά του με τη μαστροπεία, κάλεσε την Marie Jeanne και τη μητέρα της να μείνουν μαζί του, στο σπίτι του. Κατά την τριετία που ακολούθησε η Marie Jeanne ήταν καταχωρημένη ως «πόρνη πολυτελείας» στα κιτάπια όλων των αστυνομικών διευθυντών του Παρισιού. Ενθουσιασμένος από τις επιδόσεις της μικρής του, ο ιππότης σκέφτηκε να την προωθήσει στον βασιλιά Λουδοβίκο 15ο, ο οποίος δεν είχε ακόμα συνέλθει από το χαμό της αγαπημένης του Madame de Pompadour. Το σχέδιο δρομολογήθηκε, αρχικά με μερικά εντατικά μαθήματα φιλοσοφίας, λογοτεχνίας κ.λπ. και στη συνέχεια με τη βοήθεια του Le Bel, δηλαδή του προσωπικού αρχιθαλαμηπόλου του Λουδοβίκου του 15ου (μία από τις αρμοδιότητες του οποίου ήταν να επιλέγει τις μαιτρέσσες του βασιλιά του).
    Ο Λουδοβίκος ο 15ος ενθουσιάστηκε αμέσως με την Marie Jeanne. Κάτι που ήταν εντελώς αναμενόμενο, δεδομένου ότι, ακόμα κι αν εκείνη υστερούσε λιγουλάκι στα φιλολογικά, δεν υπήρχε τίποτα που να μην το γνωρίζει – και μάλιστα εις βάθος- στην επιστήμη του έρωτα (βλ. σεξ). Μοιραία λοιπόν (και πολύ γρήγορα) ο βασιλιάς την έκανε επίσημη μαιτρέσσα του. Εν τω μεταξύ μεθοδεύτηκε ένας λευκός γάμος της με τον αδελφό του Jean du Barry, δεδομένου ότι ο ίδιος ο ιππότης ήταν -όπως είναι σχεδόν αυτονόητο - ήδη παντρεμένος. Έτσι η Marie Jeanne παντρεύτηκε τον άξεστο και άχαρο κόμη Guillaume du Barry, που ζούσε με τη μητέρα του στην Τουλούζη. Με τον τρόπο αυτό απέκτησε επισήμως τον τίτλο της κόμισσας du Barry, που μέχρι τότε χρησιμοποιείτο καταχρηστικά και με φιλοπαίγμονα διάθεση.
    Όταν, τρεις μήνες μετά το γάμο της, η κόμισσα du Barry παρουσιαζόταν επισήμως στην αυλή, δεν παρίστατο καμία γυναίκα στην τελετή (εκτός ίσως από την γηραιά και χαμερπή Mme de Béam, που τύχαινε να είναι και νονά της - διότι προφανώς, καμιά πραγματική κυρία δεν έχει όρεξη να υποδέχεται μια πόρνη τόσο χαμηλής καταγωγής). Εξάλλου, η σχέση της με την αυλή πήρε μια περίεργη και εντελώς απρόσμενη τροπή : εκείνοι εκ των αυλικών που ήταν διαβόητοι για τα «φιλελεύθερα ήθη» τους, δηλαδή εκείνοι που αναμενόταν ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα την υποστήριζαν, ήταν εκείνοι που τελικά της εναντιώθηκαν, επειδή αμφισβητούσαν κυρίως τον τίτλο της (θεωρούσαν ότι τους μείωνε το ότι της απονεμήθηκε). Αντίθετα οι πιο συντηρητικοί αυλικοί της συμπαραστάθηκαν (άθελα τους -προφανώς, επειδή έπαιρναν το μέρος οποιουδήποτε αντιμάχονταν οι φιλελεύθεροι). Όσο για τη Μαρία Αντουανέττα, την αρχιδούκισσα της Αυστρίας και σύζυγο του Λουδοβίκου 16ου, που γνώρισε την Κόμισσα du Barry σε ένα δείπνο στις Βερσαλλίες του 1770, αναφέρεται, ότι της κόπηκε η ανάσα από το θαυμασμό της ομορφιάς και της χάρης της. Ωστόσο, από τη στιγμή που έμαθε ποια ακριβώς ήταν η αρμοδιότητα της μέσα στο παλάτι, ένιωσε ένα απίστευτο μίσος για κείνη και φρόντισε να μην της απευθύνει ποτέ ξανά το λόγο. Μέχρι το θάνατο του Λουδοβίκου του 15ου η Κόμισσα du Barry, διατήρησε αναλλοίωτη τη φήμη της ως χυδαία και ακόλαστη πόρνη και η αλήθεια είναι ότι υπόμεινε τα πάνδεινα (βλ. προσβολές, διαβολές, αναβολές και λοιπές βολές). Ωστόσο, πέραν του ότι κάποια στιγμή «έφαγε» από το υπουργείο του τον Δούκα de Choiseul, δηλαδή, τον ηγήτορα της καμαρίλας, που, με -σχεδόν ακατανόητο- μίσος και μοχθηρία, κεντούσε την κακή της εικόνα, δεν επεδίωξε ποτέ να εκδικηθεί, ή να εξασκήσει εξουσία. Την ενδιέφερε μόνο ένα πράγμα : να περιβάλει το βασιλιά με τη ζεστασιά και την καλοσύνη της και να του προσφέρει την ευθυμία της, τη χαρά της για τη ζωή, καθώς και όλες τις άλλες χαρές που εκείνη γνώριζε να προσφέρει και οι οποίες τον αποσπούσαν και τον ξεκούραζαν από τα στρυφνά προβλήματα της διακυβέρνησης. Δηλαδή, υπήρχε μόνο για να διασκεδάζει το μονάρχη, που ήταν ήδη μεγάλος σε ηλικία, βαριόταν, φαινόταν να γερνάει όλο και πιο γρήγορα, είχε πάψει να είναι αγαπητός στο λαό του, είχε κουραστεί από τους πολέμους και είχε μια τάση να κλείνεται στον εαυτό του.
    Εις αντάλλαγμα, ο βασιλιάς την γέμιζε με δώρα -κυρίως πύργους (Louveciennes, Saint-Vrain) και μικρότερες πριγκιπικές κατοικίες. Μεταξύ των δώρων αυτών, ξεχωρίζει - ως πιο glamorous- το Μικρό Τριανόν των Βερσαλλιών, το οποίο βέβαια η Μαρία Αντουανέττα φρόντισε να «κατάσχει» αμέσως μετά το θάνατο του Λουδοβίκου του 15ου. Το μικρό Τριανόν λοιπόν, είχε αρχικά χτιστεί για την Madame de Pompadour, αλλά επειδή ο Λουδοβίκος ο 15ος είχε αγαπήσει αυτή τη μικρή τριόροφη ερωτική φωλίτσα, έσπευσε να το προσφέρει στη νέα αγαπημένη του maitresse-en-titre, την κόμισσα du Barry. Εκεί λοιπόν βρίσκονταν και οι δυο, όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα σημάδια ευλογιάς στο βασιλιά και αναγκάστηκαν να τον τρέξουν αμέσως πίσω στο παλάτι. Ο ίδιος ο Λουδοβίκος ο 15ος ζήτησε από την Marie Jeanne να μείνει εκεί που ήταν, για να μην κολλήσει. Εκείνη όμως δεν υπάκουσε την εντολή του και τον ακολούθησε στο παλάτι μένοντας κοντά του, μέχρι που εκείνος πέθανε στα χέρια της.
    Μετά το θάνατο του Λουδοβίκου (1774) η Κόμισσα du Barry έμεινε για δύο χρόνια σε μοναστήρι -σχεδόν ως εξόριστη- αλλά το 1776 γύρισε στον πύργο της στις Louveciennes, όπου έζησε μια όμορφη, ανέμελη, επιπόλαιη και αρκούντως χλιδάτη ζωή, μέχρι το 1791. Τότε, συνέβη το αναπάντεχο : μια εντυπωσιακή κλοπή κοσμημάτων και άλλων τιμαλφών από τον πύργο της. Η Κόμισσα ζήτησε να γίνει επίσημη έρευνα και επέδωσε στις (Επαναστατικές πια) αρχές ένα τεράστιο κατάλογο με το τι ακριβώς εκλάπη. Ο κατάλογος ήταν τόσο εντυπωσιακός, που αμέσως άρχισαν να κυκλοφορούν κουτσομπολιά, τα οποία διογκώνονταν από τον φθόνο και την καχυποψία. Όταν μάλιστα τα κλοπιμαία εντοπίστηκαν στο Λονδίνο και η κόμισσα άρχισε να πηγαινοέρχεται προκειμένου να κάνει τις απαραίτητες διαπραγματεύσεις που θα της επέτρεπαν να τα ανακτήσει, η όλη ιστορία πήρε τέτοιες διαστάσεις, που τελικά εκλήφθηκε ως σκευωρία, που οργανώθηκε από την ίδια και είχε σαν σκοπό τη φυγάδευση της τεράστιας περιουσίας στο εξωτερικό. Έτσι κατηγορήθηκε για συνομωσία εναντίον της νεότευκτης Γαλλικής Δημοκρατίας, συνελήφθη, δικάστηκε και αποκεφαλίστηκε (στη γκιγιοτίνα) στις 8 Δεκεμβρίου 1793.
    Όλα τα παραπάνω, παρά το ότι φαίνονται λιγωτικά μεγαλοπρεπή (αφού έτσι κι αλλιώς είναι και λιγωτικά και μεγαλοπρεπή, κυρίως, επειδή θα έπρεπε να είναι και λιγωτικά και μεγαλοπρεπή, αφού αφορούν μια τόσο εξέχουσα και σημαντική για την εποχή της προσωπικότητα) είναι ταυτόχρονα και απολύτως φυσιολογικά για τον 18ο αι. (Έτσι ήταν τότε. Όποιος είχε τα γένια ήταν βέβαιο πως είχε και τα χτένια). Εκείνο που θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς «οξύμωρο» στην ιστορία της Κόμισσας du Barry, είναι το ότι, ενώ δεν πρέπει να υπήρχε τότε στη Γαλλία, άλλο πρόσωπο που να ενδιαφερόταν λιγότερο από εκείνη, για την πνευματική και ηθική αναγέννηση της χώρας της και την εξάπλωση των ιδεωδών του διαφωτισμού που οδήγησαν στην Γαλλική Επανάσταση, η ίδια αποτέλεσε -εν αγνοία και εν τη αδιαφορία της, από απλή αγάπη για το ωραίο- έναν από τους βασικότερους αρωγούς (χωρίς ποτέ να γίνει αληθινός μαικήνας) των τεχνών και του πνεύματος. Η φυσική της ροπή προς το ευ ζην, η αγάπη της για την πρωτοτυπία, για την ελαφρότητα και την ανέμελη καλοπέραση βοήθησαν πολλούς καλλιτέχνες να παρουσιάσουν όλους εκείνους του νεωτερισμούς που οδήγησαν στη διαμόρφωση του στυλ του τέλους του 18ου αι. Ανάλογη ήταν και η «συνεισφορά» της στην αρχιτεκτονική. Η ίδια απέκτησε μια έφεση στις επεκτάσεις και αναδιαμορφώσεις των διαφόρων ανακτόρων της και ακολουθούσε πάντα τις πιο μοδάτες αρχιτεκτονικές τάσεις και τις συμβουλές νεαρών αρχιτεκτόνων, που εμπιστευόταν μόνο από διαίσθηση. Έτσι σε πολλές περιπτώσεις πρόσθεσε νέες πτέρυγες και ολόκληρα παραρτήματα, που αν και με σημερινά μέτρα και σταθμά θα κρίνονταν αυθαίρετα, δημιούργησαν νεωτερικά στυλ, που συνδέθηκαν με το όνομα της.
    Ακόμα εντονότερη ήταν η «επίδρασή» της στην υψηλή μαγειρική. Κάθε μεγάλος σεφ της αφιέρωνε και από ένα πιάτο, που συνήθως ήταν εξαιρετικά gourmet. Έτσι, σήμερα υπάρχει πληθώρα εξεζητημένων εδεσμάτων που ονομάζονται à la du Barry. Για παράδειγμα: η περίφημη σούπα crème du Barry, με πολλή φρέσκια κρέμα και κουνουπίδι, ή, οι Μπεκάτσες comtesse du Barry που φτιάχνονται με ψωμιά λαρδί βούτυρα και φουά-γκρα ή ακόμα και η brioche à la du Barry, που είναι το πιάτο που προτείνει σήμερα το cine-gourmet, είναι δημιουργίες τόσο εντυπωσιακά γευστικές, που τα τελευταία 250 χρόνια περίπου, δεν λείπουν ποτέ από τους τόπους αποθέωσης της υψηλής γαστρονομίας.
    Όσοι έχουν επισκεφθεί το μουσείο κέρινων ομοιωμάτων της Μαντάμ Τυσσώ στο Λονδίνο ίσως να θυμούνται το κέρινο ομοίωμα της Κόμισσας du Barry. Είναι ένα έκθεμα για το οποίο το Μουσείο αισθάνεται ιδιαίτερα περήφανο, μια και ήταν και ένα από τα πρώτα στο οποίο ενσωματώθηκε μηχανισμός που μιμείται την αναπνοή. Βλέποντας το κανείς δεν μπορεί να πιστέψει ότι πρόκειται για κέρινο ομοίωμα : η μικρόσωμη Κόμισσα φαίνεται ζωντανή! Είναι πρόχειρα ξαπλωμένη σε ένα χαρακτηριστικό Λουί-κένζ πολυθρονο-ντίβανο. Αναπαύεται με τα μάτια κλειστά και σχεδόν χαμογελά πονηρά καθώς κοιμάται. Είναι ροδαλή, όμορφη και σέξι-από-αμεριμνησία-και-αθωότητα.
    Αν λάβει κανείς υπόψη τα παραδείγματα των πιάτων που παρατέθηκαν παραπάνω, είναι εύλογο να αναρωτηθεί περί του τι και γιατί έσπρωχνε τους βασιλικούς σεφ να δίνουν το όνομα μιας τόσο λεπτεπίλεπτης, μικροκαμωμένης και εύθραυστης γλυκιάς κοπέλας, σε πιάτα που είναι πνιγμένα στο λαρδί, το βούτυρο, τη φρέσκια κρέμα και το φουά-γκρα!
    Μήπως πρόκειται για υπαινικτική αναφορά; Μήπως τα πλούσια μπουκέτα θερμίδων καθενός από τα μικρά αυτά γαστρονομικά θαύματα προσφέρονται με τον υπαινιγμό ότι προορίζονται για την αναπλήρωση των θερμίδων που υποτίθεται ότι χάνονταν κατά την πανθομολογούμενη σεξουαλική υπερδραστηριότητα της Κόμισσας;
    Όπως και να ‘χει, από τα παραπάνω προκύπτει ότι η μικρή, αθώα, παιχνιδιάρα Σεσίλ (Fairuza Balk) του Valmont έχει τόσες πολλές φυσιογνωμικές ομοιότητες, αλλά και εν πολλοίς, τόσο ανάλογη ψυχοσύνθεση με την πραγματική Κόμισσα du Barry, που θα έλεγε κανείς ότι ο Μίλος Φόρμαν και ο Jean-Claude Carriere πρέπει να εμπνεύστηκαν από το συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο, όταν σκιαγραφούσαν αυτόν το χαρακτήρα του έργου.



    Η συνταγή

    Μπριός à la du Barry

    Υλικά για 6 άτομα

  • 6 ψωμάκια μπριός, κατά προτίμηση αλμυρά, (αν δεν βρούμε μπριός, ρίχνουμε πολύ το επίπεδο, αλλά τέλος πάντων, μπορούμε να βάλουμε ψωμάκια για χάμπουργκερ)
  • 1 χούφτα ροδοπέταλα
  • 30 γρ. χαβιάρι μαύρο
  • 3 κρόκοι αυγού
  • 100 γρ. κατσικίσιο τυρί (γαλλικό chèvre)
  • 150 γρ. φρέσκια κρέμα γάλακτος
  • 30 γρ. βούτυρο
  • 1 ποτήρι κρασί μαδέρα (ή, μαυροδάφνη αν δεν βρίσκουμε το αυθεντικό)
  • 6 καρύδια
  • πιπέρι.

    Εκτέλεση

  • Την παραμονή σπάμε τα καρύδια, τα κόβουμε σε μικρά κομματάκια (μέγιστη διάμετρο 5-7 χιλιοστά) και τα βάζουμε να μαριναριστούν στο κρασί όλη τη νύχτα.
  • Ξεκινάμε σουρώνοντας την μαρινάδα μας, για να διαχωρίσουμε τα καρύδια από το κρασί.
  • Κόβουμε το κατσικίσιο τυρί σε μικρά κομματάκια.
  • Κόβουμε τα ροδοπέταλα σε πολύ λεπτές λωρίδες.
  • Κόβουμε ένα καπελάκι από τις μπριός και αφαιρούμε την ψίχα από το εσωτερικό τους.
  • Βάζουμε τους κρόκους των αυγών σε ένα κατσαρολάκι, πάνω σε χαμηλή φωτιά και με ένα χτυπητήρι τους κτυπάμε προσθέτοντας σιγά -σιγά την κρέμα γάλακτος.
  • Συνεχίζουμε να χτυπάμε μέχρι το μίγμα μας να πήξει καλά.
  • Τότε προσθέτουμε το κατσικίσιο τυρί, το βούτυρο και πιπέρι κατά βούληση.
  • Ανακατεύουμε συνεχώς, μέχρις ότου λιώσει καλά το τυρί και το μίγμα μας γίνει φίνο και ομοιόμορφο.
  • Προσθέτουμε το κρασί (χωρίς τα καρύδια – τα καρύδια δίνουν μόνο άρωμα) και το χαβιάρι. Ανακατεύουμε ξανά μέχρι να γίνει ομοιόμορφο το μίγμα μας.
  • Κατεβάζουμε από τη φωτιά και προσθέτουμε τα ροδοπέταλα.
  • Ανακατεύουμε ξανά.
  • Ζεσταίνουμε λίγο τις μπριός στο φούρνο και τις γεμίζουμε με την ωραία κρέμα που φτιάξαμε. Αν θέλουμε μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε λίγο χαβιάρι ακόμα για ντεκόρ.

    «Ψιλοδωρήματα» (sic) (βλ. tips)

    Διασκεδάστε ψωνίζοντας: Το «διασκεδάστε ψωνίζοντας» έχει «καθιερωθεί» (μάλλον έχει «ολισθήσει» εξαιτίας των γνωστών «φτωχών βιοπαλαιστών» βλ. μανάβης, χασάπης κλπ) σε «παιχνίδι απειλών». Αυτή τη φορά θα ξεφύγουμε από το αγαπημένο μας μοτίβο, για να ακολουθήσουμε ένα «παιχνίδι δράσης».
    Το πιο δυσεύρετο αλλά και το πιο σημαντικό από τα υλικά της σημερινής συνταγής είναι τα ροδοπέταλα τα οποία και θα αναζητήσουμε. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν επισημαίνοντας ότι τα ροδοπέταλα των τριαντάφυλλων που βρίσκουμε στα ανθοπωλεία ΔΕΝ ΤΡΩΓΟΝΤΑΙ.
    Τα τριαντάφυλλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με εκείνα με τα οποία οι γιαγιάδες μας έφτιαχναν το αγαπημένο γλυκό του κουταλιού τριαντάφυλλο κι εμείς αυτό που χρειαζόμαστε είναι τα «ροδοπέταλα της γιαγιάς». Ψάχνουμε δηλαδή ροδοπέταλα από τριανταφυλλιά που είναι μεγάλη σε μέγεθος, φυτεμένη σε κήπο όπου δεν χρησιμοποιούν χημικά λιπάσματα. Μια τριανταφυλλιά μυρωδάτη και τρυφερή. Το πιο απλό είναι βέβαια να ζητήσουμε τριαντάφυλλα από κάποιο φίλο που έχει εξοχικό, ή σπίτι με κήπο σε προάστιο. Ωστόσο, είναι γνωστό σε όλους : οι καλύτερες τριανταφυλλιές βρίσκονται σε στρατόπεδα και σε προαύλια υπουργείων και τα όμορφα τριαντάφυλλα, όμορφα κλέβονται, αρκεί λίγο σβέλτο έρπειν. Γι’ αυτό μην διστάσετε.
    Υ.Γ. Tα τριαντάφυλλα της φωτογραφίας είναι της ποικιλίας du Barry. Είναι λοιπόν αυτονόητο ότι αν θέλετε να αγγίξετε την υψηλότερη νότα του gourmet στην οποία μπορεί να φτάσει αυτό το πιάτο, μοιραία θα πρέπει να τα αναζητήσετε.

    Δ Ι Α Γ Ω Ν Ι Σ Μ Ο Σ

    Και πάλι ευχαριστούμε για την αθρόα συμμετοχή !!!!!!! Συνεχίστε!! Μας αρέσει και θα σας αρέσει επίσης. Η Altamira σας περιμένει!!!

    Θα βάλουμε δύο ερωτησούλες και αυτή τη φορά: μια δυσκολούτσικη για να μη βαριέται κανείς παίζοντας και μια αρχιπανεύκολη για να μην βαριέται κανείς στην κλήρωση.

    Ξεκινάμε λοιπόν με τη δυσκολούτσικη : «Ποιο είναι το μικρό όνομα (στο έργο -όχι στην πραγματικότητα) της φιλήδονης μαύρης υπηρέτριας της Μακρησίας ντε Μερτέγι και πόσο επιτυχημένο βρίσκετε το συμβολισμό του»

    Όσο για την αρχιπανεύκολη, αυτή είναι : «Σε ποια ταινία ο Κόλιν Φερθ, ο ασυγχώρητος γυναικάς Βαλμόν, δεν είναι πια διαφθορέας κυριών, αλλά το «βασιλόπουλο με το άσπρο άλογο» που ερωτεύεται την Ρενέ Ζελβέγκερ»

    ---------------<>-----------------


    Στο διαγωνισμό των «Γυρισμάτων της enchiladas» και στην ερώτηση Πείτε μία ταινία του Robert Altman ανάλογης δομής με τα «Γυρίσματα της τύχης»
    Ως σωστή απάντηση θεωρείτο οποιαδήποτε από τις παρακάτω: «Στιγμιότυπα», «Pret à Porter» και «Έγκλημα στο Γκροσφορντ Παρκ» και νικήτρια κληρώθηκε η Αλίνα Μπαχράμη που απάντησε «Pret à Porter» (που τυχαίνει να είναι και η δική μας αγαπημένη απάντηση) ! Σ υ γ χ α ρ η τ ή ρ ι α.

    Αναμένουμε λοιπόν τις νέες σας συμμετοχές.

    Όνομα:

    Επίθετο:

    Email:

    Διευθυνση / Τ.Κ. / Πολη:

    Απάντηση (Δύσκολη):

    Απάντηση (Εύκολη):



    Αρχή του άρθρου



  •  
     
    Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

    Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.