• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
CineGourmet


Παρ 28 Ιαν 2005

Ο Σναποράζ περιτριγυρισμένος από ελιές


Η ταινία : Η πόλη των γυναικών – La citta delle donne (1980)
και
Το πιάτο : Μοσχαράκι γάλακτος με πράσινες ελιές.



Υπόθεση : Ο Σναποράζ (Marcello Mastroianni), ένας πενηντάρης σοβαρός κύριος που σκέφτεται μόνο τις γυναίκες, ταξιδεύει με το τρένο. Έχει κουραστεί και κοιμάται καθιστός στο κουπέ, το οποίο μοιράζεται με μια μυστηριώδη κυρία με ριγέ κοστούμι και γούνινο καπέλο. Κάποια στιγμή που ξυπνάει και την παρατηρεί και επειδή οι κραδασμοί του βαγονιού δημιουργούν, κατά περίεργο τρόπο, ερωτική ατμόσφαιρα και ρυθμό, ο Σναποράζ συμπεραίνει ότι η κυρία δέχεται με ευχαρίστηση τα γεμάτα ερωτικούς υπαινιγμούς βλέμματα του και την ακολουθεί στην τουαλέτα του τρένου, σίγουρος ότι εκεί θα του παραδοθεί. Η κυρία του δείχνει πράγματι ένα ενδιαφέρον, αλλά ουσιαστικά πρόκειται για παγίδα. Το τρένο σταματάει στη μέση ενός αγρού. Εκείνη του ξεφεύγει και κατεβαίνει. Ο Σναποράζ την ακολουθεί και τελικά οδηγείται σε ένα ξενοδοχείο, όπου γίνεται ένα παράξενο κι εντυπωσιακό φεμινιστικό συνέδριο. Έκπληκτος παρατηρεί γυναίκες χαμένες στον οίστρο μιας εξέγερσης. Τρομαγμένος εγκαταλείπει το ξενοδοχείο και ξεκινάει μιαν αλλόκοτη περιήγηση, που τον σπρώχνει να μπει σε ένα όνειρο, το οποίο διαδραματίζεται μέσα στο όνειρο και μέσω αυτής της διαδικασίας και των πιέσεων που του εξασκεί, φτάνει στο σημείο, όπου ξανασκέφτεται και επαναπροσδιορίζει ποια ακριβώς είναι η τέλεια γυναίκα.



Στοχεύοντας με το άλλο μάτι. Ένα από τα αγαπημένα «μοτίβα» του Φελλίνι είναι η αφήγηση της φαντασίωσης του εκάστοτε ήρωα του, κατά την οποία ξαφνικά αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται κάπου περιστοιχισμένος από όλες τις γυναίκες της ζωής του. Υποδειγματική μορφή αυτού του μοτίβου είναι η διάσημη «σκηνή του μαστιγίου» στο «8 ½» (βλ. άρθρο cine.gr, “ Felliniesque II”). Στην «Πόλη των γυναικών» η φαντασίωση αυτή καταλαμβάνει σχεδόν όλη τη διάρκεια της ταινίας. Είναι το μόνο έργο του Φελλίνι, που βασίζεται αποκλειστικά σε ένα όνειρο. Όλα, ακόμα και η παραμικρή λεπτομέρεια κάθε πλάνου έχουν κάποιο κρυμμένο νόημα, έναν συμβολισμό, ακριβώς όπως συμβαίνει και στα πραγματικά όνειρα.


Μα ήταν όνειρο ή εφιάλτης; Η κύρια διαφορά αυτής της ταινίας σε σχέση με την υπόλοιπη φιλμογραφία του Φελλίνι εντοπίζεται στο ότι οι γυναίκες είναι διαφορετικές από εκείνες που «γήτευαν» (και δαμάζονταν από) το Φελλίνιο σύμπαν των δεκαετιών του 50 και του 60. Οι γυναίκες είναι αλλιώς. Στην «Πόλη των γυναικών» ο ήρωας (που ως συνήθως, είναι το alter ego του ίδιου του Φελλίνι επί της οθόνης) μπορεί και τις βλέπει πια, όπως «είναι» (ή τέλος πάντων όπως ήταν το 1980) και όχι όπως ο ίδιος τις φανταζόταν και τις επιθυμούσε μέχρι τότε.


Ο Φελλίνι απελευθερωτής. Για τον Φελλίνιη χειραφετημένη γυναίκα, όπως διαμορφώθηκε από το φεμινιστικό κίνημα και ειδικότερα τα «πρότυπα» της φεμινίστριας, κατά το διάστημα της μετάβασης από τα 70’ς στα 80’ς, δεν είναι παρά μια καρικατούρα της πραγματικά απελευθερωμένης γυναίκας. Δεν αναγνώριζε καμία αξία στις φεμινίστριες που αναλώνονταν στο να κάνουν απολογισμούς και ανακεφαλαιώσεις των αγώνων τους, με μόνο ουσιαστικό στόχο το να καγχάσουν αυτάρεσκα, απαριθμώντας τα φεμινιστικά κεκτημένα τους. Στην πραγματικότητα δεν καταλάβαινε ποιος ήταν ο λόγος για όλα αυτά, δεδομένου ότι για τον ίδιο και το «σύμπαν» του ήταν ξεκάθαρο ότι ο άνδρας δεν καταδυναστεύει τη γυναίκα. Απλά τη λατρεύει. Ταυτόχρονα, στην «Ιουλιέττα των πνευμάτων», η Ιουλιέττα αναζητά τον εαυτό της και τον βρίσκει, μόνο όταν αποκτά μια απόσταση από τον σύζυγο της που την απατά, όταν καταφέρνει τελικά να είναι «αυτόφωτη». Επίσης, όταν ο Φελλίνι έπλαθε τον χαρακτήρα της Luisa (Anouk Aimee), της συζύγου του Guido- Marcello Mastroianni, στο8 ½ είχε ήδη οριοθετήσει και αναγνωρίσει τα αγαθά και την αναγκαιότητα της έννοιας «απελευθερωμένη γυναίκα», χωρίς να την απογυμνώνει από τη φυσική της χάρη και γοητεία. Ο σημαντικότερος λόγος για να δει κανείς σήμερα την «Πόλη των γυναικών» είναι το να διαπιστώσει πως η σημερινή χειραφετημένη γυναίκα, (δηλαδή, η αρμονικότερη μέχρι τώρα εκδοχή της αφομοίωσης των επιδιώξεων του φεμινισμού από τη γυναικεία φύση), βρίσκεται πιο κοντά στο Φελλίνιο πρότυπο της Luisa και της ψυχολογικά αυτοδιευθετούμενης Ιουλιέττας, παρά στο ύφος των φεμινιστριών του ‘80.

Μια ματιά στον καθρέφτη. Ο Φελλίνι είχε δηλώσει ότι είναι ο αυθεντικός άνδρας-παγώνι που αισθάνεται ως φυσική του υποχρέωση το να σηκώσει και να ανοίξει την φαντασμαγορική ουρά του, μπροστά σε κάθε γυναίκα. Έτσι ακριβώς παρουσιάζει και τον Σναποράζ. Η «Πόλη των γυναικών» παύει να είναι μια ταινία για τις γυναίκες και μετατρέπεται σε μια ταινία για τον σαρδανάπαλο άνδρα που γερνάει απαράλλαχτος και καθώς προσπαθεί να κάνει την αντανακλαστική κίνηση του «ανοίγματος της ουράς του παγωνιού» διαπιστώνει ξαφνικά ότι οι γυναίκες, που θα «απολάμβαναν το θέαμα» δεν υπάρχουν πια. Στην «Πόλη των γυναικών» η κάμερα κοιτάζει τις γυναίκες, για να δείξει τον άνδρα που θρηνεί την απώλεια της γυναίκας. Ο Σναποράζ, ένας λάτρης των γυναικών, ο αρχέτυπος του αχαλίνωτου γυναικά, ο άνδρας που παίρνει μόνο χαρά από τις γυναίκες, που αφήνεται και παραδίδεται σ΄ αυτές, ξαφνικά, αναγκάζεται να γίνει κριτής τους. Τις παρατηρεί, χωρίς πια η ματιά του να θολώνει από την «εξωραϊστική επίδραση» του πόθου. Μένει εμβρόντητος μπροστά στο θέαμα των γυναικών που αλαλάζουν, αμφισβητώντας την εξουσία του. Φτάνει στο σημείο να τις ξεσυνερίζεται πραγματικά, χωρίς να τις αντιλαμβάνεται. Ο Φελλίνι είχε πει ότι ο Σναποράζ βλέπει πια τις γυναίκες σαν ένα απροσπέλαστο μυστήριο και όχι πια σαν το ένα και μοναδικό αντικείμενο των φαντασιώσεων του. Για τον Σναποράζ κάθε γυναίκα είναι μητέρα, σύζυγος, κυρία στο σαλόνι και πόρνη στην κρεβατοκάμαρα, σαν την Βεατρίκη του Δάντη, η προσωπική του μούσα και μια εκμαυλίστρια σε πορνείο. Προβάλει πάνω της όλες του τις φαντασιώσεις, αλλά ξαφνικά ανακαλύπτει μιαν άλλη φυλή. Για το λόγο αυτό και τρομάζει. Ωστόσο εξακολουθεί να έχει μια μεγαλοφροσύνη απέναντι στις φεμινίστριες, με την έννοια ότι δεν προσπαθεί ούτε στιγμή, να ακυρώσει τον «μπολσεβικισμό» τους και όσες φορές έρχεται αντιμέτωπος μ’ αυτόν, απλώς αποτραβιέται, επειδή δεν μπορεί και δεν θέλει να τον εναγκαλιστεί και να τον επικυρώσει, αλλά και επειδή δεν θέλει να αντιταχθεί ή να απορρίψει κάτι που δεν χωράει ο νους του.

Αφήνει τον κο Άντρακλα να κάνει όλη τη βρωμοδουλειά. Με το χαρακτήρα του καταπληκτικού γυναικοκατακτητή, του κου Άντρακλα, που είναι αφοσιωμένος στη μαμά του και γιορτάζει με ένα λαμπρό πάρτι στον πύργο του την κατάκτηση της υπ’ αριθμόν 10.000 ερωμένης του, γίνεται η μόνη (έμμεση) αναγνώριση κάποιου δίκιου στον φεμινιστικό θυμό. Ο κος Άντρακλας είναι κι αυτός μια καρικατούρα του άνδρα. Ένα γερασμένο και ανήμπορο πρότυπο που γελοιοποιείται χωρίς καν να το γνωρίζει. Γελοιοποιείται ήδη από το ίδιο του το όνομα που είναι «Katzone» και προέρχεται από την ιταλική λέξη για το πέος. (Η μετάφραση του «Katzone» σε «κο Άντρακλα» διατηρεί μεν την ειρωνεία της ιταλικής λέξης, αλλά δεν την ενισχύει την ενισχύει, όπως η αγγλική απόδοση σε Zuberkock
που αποτελεί μια γελοία παραφθορά του Supercock, με την προσθήκη γερμανικής προφοράς. Σήμερα, που είμαστε κάπως πιο αθυρόστομοι απ’ ότι το 1980, ίσως ο υποτιτλιστής να είχε προτιμήσει να μεταφράσει τον κο «Katzone» ως «κο Αρχίδα»). Ο «γκροτέσκ» κος Άντρακλας λοιπόν, ο φανατικότερος τύπος υπερασπιστή της ανωτερότητας των ανδρών σε σχέση με τις γυναίκες, είναι ο μόνος στην ταινία, που επιφορτίζεται με την επιβολή της αυστηρότερης ποινής στις φεμινίστριες, δηλαδή εκείνη της ολοκληρωτικής απόρριψης: τις πυροβολεί με την απέχθεια ενός γεωργού που σκοτώνει τις καλιακούδες που του χαλάνε τα σπαρτά στο χωράφι.

Τι ήθελε να πει ο ποιητής; Η πόλη των γυναικών θεωρήθηκε από πολλούς μια ταινία του Φελλίνι, για το φεμινισμό (και μάλιστα, στην Ελλάδα το βασικότερο φεμινιστικό περιοδικό των αρχών της δεκαετίας του ’80 ονομαζόταν «Πόλη των γυναικών»). Στην πραγματικότητα όμως είναι μια πολύ ξεκάθαρη απόδειξη του πόσο ο Φελλίνι απωθούσε μέσα του τον φεμινισμό και του πως η απώθηση δεν τον άφηνε να πάρει τίποτα στα σοβαρά γύρω απ’ αυτό το θέμα και πάνω απ’ όλα, ότι δεν μπορούσε να διανοηθεί ποια ακριβώς ήταν η σκοπιμότητα του.
Ο Φελλίνι ουσιαστικά δεν είχε έρθει σε επαφή με τον φεμινισμό πριν τα γυρίσματα της ταινίας. Άρχισε να ενημερώνεται επί τούτου, για τα φεμινιστικά θέματα. Γι’ αυτό και πολλοί είπαν ότι με αυτή την ταινία, ειρωνεύεται τον φεμινισμό, επειδή ακριβώς δεν κατάφερε ποτέ να καταλάβει περί τίνος επρόκειτο. Η αλήθεια είναι ότι μια προσεκτική ανάγνωση της ταινίας φανερώνει ότι όχι μόνο ο είχε καταλάβει τι πραγματευόταν, αλλά και ότι, επειδή ακριβώς είχε καταλάβει πως ο φεμινισμός ήταν πια ένα κίνημα, ένας φάρος καθοδήγησης ανθρωπίνων μαζών, τον τοποθέτησε (όπως συνήθιζε σε τέτοιες περιπτώσεις βλ. π.χ. με την εκκλησία) στο στόχαστρο της ειρωνείας του.
Όταν η ταινία παίχτηκε στις αίθουσες υπήρξε βέβαια και ένα κοινό που την είδε με διαφορετικό μάτι από εκείνους που μιλούσαν για «Φελλινιέσκ φεμινισμό» : εκείνοι που διέγνωσαν το ακριβώς αντίστροφο, δηλαδή μια εντελώς φαλλοκρατική άποψη. Πιο οξυδερκής η άποψη τους από εκείνη των υπολοίπων, αλλά ωστόσο δεν ήταν σωστή, δεδομένου ότι ο Φελλίνι είναι υπεράνω του χαρακτηρισμού του φαλλοκράτη δεδομένου ότι σε όλα τα έργα του, έχει παρουσιάσει γυναίκες, των οποίων ο δυνατός χαρακτήρας τους προσδίδει μιαν ιδιότυπη προσωπική χειραφέτηση.
Γενικώς πάντως, οι πολλαπλές ερμηνείες δημιούργησαν την πεποίθηση ότι η ταινία υπήρξε ασαφής ως προς τις προθέσεις της. Για το λόγο αυτό δεν έτυχε της θερμής υποδοχής του κοινού και των κριτικών στην πρώτη της προβολή. Το κρίμα είναι ότι τότε υποτιμήθηκε, παρά το γεγονός ότι εξακολουθούσε να περιέχει όλη τη φαντασία και την ειρωνεία των φιλμ της λεγόμενης σουρεαλιστικής του περιόδου του Φελλίνι, με τη διαφορά ίσως ότι όλα αποδίδονταν με ένα λίγο πιο αργόσυρτο και κατά συνέπεια πιο κουραστικό ρυθμό.

Οι φεμινίστριες-μαινάδες. Η ταινία έχει μεγάλη αξία για τον σημερινό θεατή και ως μια πιστή καταγραφή της συμπεριφοράς των φεμινιστριών της εποχής εκείνης (δηλαδή πριν 25 χρόνια). Ο Φελλίνι παρουσιάζει τις φεμινίστριες «σχεδόν σαν ανθρώπινα όντα». Στα υπόλοιπα έργα του Φελλίνι οι γυναίκες «δεν είναι άνθρωποι», είναι ανά πάσα στιγμή γυναίκες (για την ακρίβεια : «δεν προλαβαίνουν να αποδείξουν ότι είναι άνθρωποι, επειδή είναι τόσο γυναίκες»). Εδώ, παύουν να είναι γυναίκες και γίνονται χοντροκομμένοι επαναστάτες. Ήδη η εμφάνιση της Bernice Stegers με το γούνινο ρώσικο καπέλο και το ριγέ κοστούμι παραπέμπει στον τύπο των γυναικών, που προτιμούν να περισφίγγουν τη θηλυκότητα τους με αυστηρά ταγιέρ και κοκκάλινα γυαλιά, τα οποία κάνουν δυσδιάκριτες τις εκφράσεις των ματιών τους.

Φεντερίκο + Ίνγκμαρ. Η ιδέα να γυρίσει αυτή την ταινία ήρθε στον Φελλίνι, ένα βράδυ που έκανε βόλτα στους δρόμους της Ρώμης με τον Ινγκμαρ Μπέργκμαν και τη Ληβ Ούλμαν. Η πρώτη σκέψη ήταν να κάνουν μια ταινία από κοινού. Ο καθένας θα έκανε ένα τμήμα του έργου, το οποίο κάποια-στιγμή-κάπως θα συνδεόταν με το άλλο. Η ιδέα δεν προχώρησε και πολύ. Η διαφωνία ξεκίνησε ήδη από το που θα διαδραματιζόταν το «στόρυ» του φιλμ Ο μεν Φελλίνι το φανταζόταν στην Ιταλία και ο Μπέργκμαν στη Σουηδία.

Μαίη Γουεστ η αιώνια σεξοβόμβα. Η πιο διάσημη σεκάνς του έργου είναι εκείνη όπου άνδρες διαφόρων ηλικίων, αλλά κυρίως έφηβοι, είναι τοποθετημένοι σε παράταξη, σαν να βρίσκονται σε μια κινηματογραφική αίθουσα η οποία αντί για καθίσματα έχει τεράστια κρεβάτια, που καταλαμβάνουν ολόκληρο το πλάτος μιας σειράς καθισμάτων. Οι άνδρες είναι ξαπλωμένοι στα φανταστικά αυτά τεράστια ενιαία κρεβάτια, των οποίων τα σεντόνια ανασηκώνονται και κυματίζουν. Σ’ αυτή τη στάση, υποτίθεται ότι οι άνδρες αυνανίζονται, βλέποντας στην οθόνη τη Μαίη Γουέστ.

Γιατί η ταινία ταιριάζει με αυτό το πιάτο

Ο Σναποράζ σε όλο το πρώτο μισό της ταινίας μοιάζει με ένα μοσχάρι που πάει για σφαγή. Ένα μοσχαράκι που περιτριγυρίζεται από τους θύτες του, όπως το μοσχαράκι του πιάτου περιτριγυρίζεται από τις πράσινες ελιές. Οι ελιές με τη σειρά τους ταυτίζονται, κατά κάποιο ποιητικό τρόπο με τη γυναίκα, τουλάχιστον, στα περισσότερα πιάτα της ιταλικής κουζίνας στα οποία πρωταγωνιστούν (π.χ. στην περίφημη μακαρονάδα «α λα πουτανέσκα» κλπ) Ειδικά οι πράσινες ελιές που συχνά είναι πιο πικρές και ίσως και πιο αλμυρές θα έλεγε κανείς ότι είναι οι πιο «φεμινίστριες» απ’ όλες τις ελιές. Το πιάτο δηλαδή είναι μια γαστρονομική αναπαράσταση του Σναποράζ περικυκλωμένου από τις φεμινίστριες.



Η συνταγή

Μοσχαράκι γάλακτος με πράσινες ελιές

Υλικά για 6 άτομα

  • Μια ολόκληρη ωμοπλάτη από μοσχαράκι γάλακτος χωρίς το κόκκαλο και κομμένη σε μικρά κομμάτια (περίπου στο μισό μέγεθος απ’ όσο συνήθως τα κόβουμε για το κλασικό κοκκινιστό)
  • 200 g προσούτο Πάρμας
  • 200 g πράσινες ελιές χωρίς κουκούτσι
  • 200 ml ζωμό βοδινού
  • 1 μεγάλο κρεμμύδι
  • 1 ποτηράκι του κρασιού Μαυροδάφνη
  • 1 σκελίδα σκόρδο
  • 1 ματσάκι μαϊντανό
  • 1 δαφνόφυλλο
  • 2 κ.σ. ψιλοκομμένη φλούδα λεμονιού
  • 1 κ.σ. λάδι ελιάς.
  • Αλάτι και πιπέρι

    Εκτέλεση
  • Ψιλοκόβουμε το κρεμμύδι
  • Ψιλοκόβουμε τον μαϊντανό
  • Κόβουμε το προσούτο σε μικρές και λεπτές λουρίδες
  • Βάζουμε το λάδι σε μια κατσαρόλα και σοτάρουμε το κρέας μέχρι να αλλάξει το χρώμα του
  • Προσθέτουμε το κρεμμύδι και το σκόρδο στην κατσαρόλα.
  • Μετά από λίγο προσθέτουμε το ψιλοκομμένο λεμόνι και το προσούτο και συνεχίζουμε να σοτάρουμε μέχρι να πάρουν και αυτά χρώμα
  • Προσθέτουμε το μαϊντανό, το δαφνόφυλλο, τη Μαυροδάφνη και το ζωμό βοδινού.
  • Ανακατεύουμε καλά και με μια ξύλινη κουτάλα τρίβουμε τον πάτο της κατσαρόλας για να ξεκολλήσει ότι έχει τύχει να κολλήσει. Ανακατεύουμε ξανά καλά μέχρι να διαλυθεί ότι ξεκόλλησε από τον πάτο της κατσαρόλας, μέσα στο ζωμό.
  • Κατεβάζουμε τη φωτιά και αφήνουμε να σιγοβράσει για 1 ώρα περίπου και μέχρι να τραβήξει καλά
  • Στο τέλος προσθέτουμε τις ελιές και αν χρειάζεται, διορθώνουμε το αλάτι και το πιπέρι

    Μικρά μυστικά
    Μπορούμε να συνοδέψουμε το πιάτο αυτό με ένα απλό ιταλικό πουρέ της επαρχιακής τρατορίας, φτιαγμένο από φυσικές πατάτες λιωμένες με το πηρούνι και απλή προσθήκη αλατιού και ενός γευστικού ελαιόλαδου.

    «Ψιλοδωρήματα» (sic) (βλ. tips)

    Διασκεδάστε ψωνίζοντας: Παίρνετε το πιο «φελλινιέσκ ύφος» σας και πηγαίνετε στο γνωστό χασάπη. Παραγγέλνετε την ωμοπλάτη του βοδινού και εξηγείτε ότι θέλετε να σας βγάλει το κόκκαλο και να κόψει το κρέας σε μικρά κομμάτια. Εξυπακούεται ότι του έχετε ήδη ζητήσει να κάνει το πιο βαρετό κομμάτι της δουλειάς του και είναι βέβαιο ότι θα προσπαθήσει να το αποφύγει κάνοντας τον χαζό. Θα προσπαθήσει π.χ. να πιάσει κουβέντα για τον καιρό και δήθεν αφηρημένος, να σας τυλίξει στα ύπουλα το κρέας, στο θλιβερό χαρτί του με τα εντελώς υποκριτικά (αν και cult) «καλή όρεξη – φρέσκα κρέατα», για να σας το πασάρει, όχι απλώς άκοπο, αλλά και με την κοκκάλα!
    Εσείς κάνετε ότι δεν έχετε καταλάβει και μόλις πάει να σας δώσει το πακέτο, στυλώνετε το βλέμμα στο ταβάνι και φωνάζετε δυνατά προς το μέρος του χασάπη, με εντελώς επαναστατημένο ύφος (βλ. σε trance) και φροντίζοντας να μην τον κοιτάζετε, όση ώρα σκούζετε : «Άθλιο οπισθοδρομικό φαλλοκρατικό γουρούνι, θα πληρώσεις για όλες σου τις καταχρήσεις αν δε βγάλεις αυτή τη στιγμή την κοκκάλα και δεν κόψεις το ψαχνό σε κομμάτια περίπου στο μισό μέγεθος απ’ όσο συνήθως τα κόβουμε για το κλασικό κοκκινιστό». Αποκλείεται να μην υπακούσει.

    Δ Ι Α Γ Ω Ν Ι Σ Μ Ο Σ

    Και πάλι ευχαριστούμε για την αθρόα συμμετοχή !!!!!!!
    Συνεχίστε!! Μας αρέσει και θα σας αρέσει επίσης. Η Altamira σας περιμένει!!!

    Θα βάλουμε μόνο μια ερωτησούλα αυτή τη φορά, απλά για να δούμε αν βλέπετε τα DVD που παίρνετε με τις εφημερίδες ή τα μαζεύετε μόνο από συλλεκτική μανία. Η ερώτηση λοιπόν είναι: «Τίνος Αμερικανού σταρ του Χόλιγουντ και της κλακέτας (ο οποίος είχε αποτελέσει και ο ίδιος θέμα άλλης ταινίας του Φελλίνι), ένα από τα γνωστότερα τραγούδια ακούγεται στην «Πόλη των γυναικών» και το χορεύει ο Σναποράζ με δύο ημίγυμνες κυρίες. »

    ---------------<>-----------------


    Στο διαγωνισμό του «Βαλμόν που τρώει την Μπριός» και στη δυσκολούτσικη ερώτηση «Ποιο είναι το μικρό όνομα (στο έργο -όχι στην πραγματικότητα) της φιλήδονης μαύρης υπηρέτριας της Μακρησίας ντε Μερτέγι και πόσο επιτυχημένο βρίσκετε το συμβολισμό του» Η σωστή απάντηση ήταν : Βικτουάρ, που σημαίνει Νίκη στα Γαλλικά και ο συμβολισμός είναι πολύ επιτυχημένος επειδή ακριβώς η Βικτουάρ συμβολίζει τη διαφθορά που θριαμβεύει.

    Στην αρχιπανεύκολη ερώτηση «Σε ποια ταινία ο Κόλιν Φερθ, ο ασυγχώρητος γυναικάς Βαλμόν, δεν είναι πια διαφθορέας κυριών, αλλά το «βασιλόπουλο με το άσπρο άλογο» που ερωτεύεται την Ρενέ Ζελβέγκερ» η απάντηση ήταν φυσικά « Το ημερολόγιο της Bridget Jones ».

    Νικητής κληρώθηκε ο Γιώργος Μορφούλης! Σ υ γ χ α ρ η τ ή ρ ι α.

    Αναμένουμε λοιπόν τις νέες σας συμμετοχές.

    Όνομα:

    Επίθετο:

    Email:

    Διευθυνση / Τ.Κ. / Πολη:

    Απάντηση:



    Αρχή του άρθρου



  •  
     
    Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

    Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.