• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
CineGourmet


Πεμ 10 Μαρ 2005

Δωμάτιο με ερωτηματικά


Η ταινία : Δωμάτιο με Θέα (1985)
&
το πιάτο : Ρατατούγι λαχανικών στο στυλ της Τοσκάνης



Υπόθεση: Η Λούση Χάνιτσερτς (Helena Bonham Carter) και η αρκετά μεγαλύτερη εξαδέλφη της Σάρλοτ Μπάρτλετ (Maggie Smith) (που είναι επιφορτισμένη με την επιτήρηση της νεαρής και άβγαλτης δεσποινίδος, φτάνουν σε μια πανσιόν στη Φλωρεντία, στις αρχές του 20ου αι. Δεν τους παραχωρούνται δωμάτια με θέα στον ποταμό Άρνο, όπως ήταν η αρχική τους συνεννόηση με την ξενοδόχο και συζητούν για το θέμα αυτό στο τραπέζι, την ώρα του δείπνου. Στην ίδια πανσιόν διαμένουν ο κος Μπημπ (Simon Callow) που τυχαίνει να είναι ο εφημέριος της περιοχής τους στην Αγγλία, η συγγραφέας ευτελών (αλλά φλογερών) ερωτικών μυθιστορημάτων Μις Λάβις (Judi Dench), οι γηραιές αδελφές Άλαν και ο αντικονφορμιστής κος Έμερσον (Denholm Elliott) με τον απόμακρο και κάπως περίεργο γιο του Τζορτζ (Julian Sands).
Οι δύο τελευταίοι προσφέρονται να ανταλλάξουν τα δωμάτια τους, τα οποία έχουν την περιζήτητη θέα, με εκείνα της Λούση και της Σάρλοτ. Οι δύο εξαδέλφες αποδέχονται την προσφορά τους, αλλά γρήγορα η Σάρλοτ απογοητεύεται από τη συμπεριφορά του Έμερσον υιού και επισπεύδει την επιστροφή τους στην Αγγλία. Εκεί η Λούση ξαναβρίσκει τον ήρεμο ρυθμό της ζωής μιας κορασίδας, που κατοικεί στην επαρχία, μαζί με τη μητέρα της (Rosemary Leach) και τον αδελφό της και σύντομα αρραβωνιάζεται τον Σέσιλ Βάις (Daniel Day Lewis). Ωστόσο, η κατάσταση περιπλέκεται, καθώς -από σύμπτωση- οι Έμερσον νοικιάζουν ένα σπίτι κοντά σ’ εκείνο της οικογένειας Χάνιτσερτς.



Gourmet αναζητήσεις στον κόσμο των Όσκαρ. Η στήλη βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα τόσο ιλιγγιώδες, όσο και (τότε) επίκαιρο δίλημμα: τι είναι πιο gourmet, να ασχολείται κανείς με τα Όσκαρ, ή να τα περιφρονεί;
Ένα ερώτημα που είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί με σιγουριά και γι’ αυτό απαιτεί πολύ χρόνο περισυλλογής. Επειδή όμως, δεν είναι καθόλου gourmet να αμφιταλαντεύεται κανείς επ’ αόριστον μπροστά στα δυσεπίλυτα (και ταυτόχρονα να τη σπάει στην καθ’ όλα συμπαθέστατη αρχισυντάκτρια και στον καλοσυνάτο Διευθυντή έκδοσης, με κίνδυνο μάλιστα, να καταλήξει να μοιάζει με αντιπαθές αντιδραστικό πνεύμα) η στήλη βρήκε καταφύγιο στην πολύ gourmet τακτική του να ακολουθεί κανείς τη φωνή της θετικής σκέψης.
Έτσι και παρά το ότι δυσαρεστήθηκε επειδή υποστήριζε Annette Bening για το όσκαρ α’ γυναικείου ρόλου, η στήλη αποφάσισε προσωρινά, ότι τα Όσκαρ έχουν τεράστιο ενδιαφέρον, έβαλε τα καλά της, έστρωσε και κόκκινα χαλιά (όπου μπορούσε τέλος πάντων να στρώσει για να πατήσει) και αναζήτησε το αυθεντικό gourmet, ανάμεσα στις ταινίες που βραβεύτηκαν από την αρχή του θεσμού μέχρι σήμερα, δηλαδή τα τελευταία 75 χρόνια. Τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της κατάδυσης στον κόσμο των Όσκαρ δείχνουν ότι το gourmet κρύβεται μόνο στις ταινίες που έχουν διαχρονική αξία και ιδιαίτερα σε εκείνες που έχουν καταφέρει, εκτός από το να αρέσουν στο κοινό και στην Ακαδημία, να διαμορφώσουν νέες κινηματογραφικές μόδες, νέα είδη και αποδεκτά ήθη, τα οποία συνετέλεσαν και στο διαμορφώσουν νέες φόρμες και κανόνες που επέτρεψαν να προχωρήσει μπροστά η τέχνη του κινηματογράφου.

Δωμάτιο με Όσκαρ. Το «Δωμάτιο με θέα» για παράδειγμα, ήταν υποψήφιο το 1987 (τα γυρίσματα
ολοκληρώθηκαν κατά το τέλος του 1985, η ταινία προβλήθηκε το 1986 και ως εκ τούτου ήταν υποψήφια στα Όσκαρ του 1987) σε 8 κατηγορίες : (1) καλύτερου σεναρίου βασισμένου σε διασκευή προϋπάρχοντος λογοτεχνικού έργου, (2) καλύτερων σκηνικών, (3) καλύτερων κοστουμιών, (4) καλύτερης ταινίας, (5) σκηνοθεσίας, (6) φωτογραφίας, (7) καλύτερου β’ γυναικείου ρόλου - Maggie Smith, (8) καλύτερου β’ ανδρικού ρόλου - Denholm Elliott, εκ των οποίων πήρε τελικά τα Όσκαρ για τις τρεις πρώτες κατηγορίες, που αναφέρονται παραπάνω.
Οι πρώτοι ρόλοι: Helena Bonham Carter και Julian Sands, καθώς και ο Daniel Day-Lewis, παραήταν νέοι για να διακριθούν. Στην πραγματικότητα όμως και ειδικά αν κάνει κανείς συγκρίσεις (α) με όλο το σέβας προς τους παλαιότερους (β) τηρουμένων –εννοείται- των αναλογιών και (γ) επειδή η Maggie Smith και ο εμπειρότατος Denholm Elliott, τους ρόλους σαν αυτούς που έπαιξαν στη συγκεκριμένη ταινία, τους τρώνε για breakfast, δηλαδή επειδή κινήθηκαν απλά και μόνο εντός εκείνου του ύφους που τους καθιέρωσε, προκύπτει ότι οι τρεις νεαροί, που «μεσουράνησαν» κατά τις επόμενες μια-δυο χρονιές, ήταν μάλλον πιο εντυπωσιακοί από τους παλαιούς–σίγουρα όχι καλύτεροι, αλλά οπωσδήποτε το ίδιο καλοί. Επίσης, κέντριζαν το ενδιαφέρον των θεατών, λόγω του ότι ήταν πολύ φρέσκοι.

Ακήρυχτοι πόλεμοι μαίνονταν πάνω από φλιτζάνια τσαγιού. Ωστόσο κανείς δεν θα μπορούσε να πει ότι η ταινία αδικήθηκε στα Όσκαρ: εάν η ταινία έπρεπε να διακριθεί μόνο σε τρεις μεταξύ των 8 της υποψηφιοτήτων, διακρίθηκε στις τρεις σωστές. Το σενάριο της Ruth Prawer Jhabvala είχε κάτι το εξαιρετικό και το νεόφερτο: διατηρούσε ένα λόγο πολύ ζωντανό, καθημερινό και σύγχρονο (θα έλεγε κανείς «φτιαγμένο αποκλειστικά με ατάκες του 1985»), ενώ ταυτόχρονα, ήταν πιστό στο αυστηρό ύφος, την αιδημοσύνη και τις συμβάσεις της Εδουαρδιανής εποχής, στην οποία υποτίθεται ότι διαδραματίζεται η ιστορία.
Αυτό το «ευχάριστο δίπολο» το αναγνωρίζει κανείς στους διάλογους, όπου συχνά επανεμφανίζεται το ακόλουθο μοτίβο: όποτε τα λόγια ενός χαρακτήρα φορτίζονται με εντάσεις και οι σκηνές αποκτούν μια ξεκάθαρη
ρομαντική ροπή, αυτή ανακόπτεται από ένα υποδόριο -σχεδόν ύπουλο- κυνισμό, με τον οποίο τον αντικρούει αιφνιδιαστικά ο συνομιλητής του, μεταθέτοντας κατά τον τρόπο αυτό, σε άλλο «φόντο» την κουβέντα και πριν καν ο θεατής νιώσει είτε ότι συναρπάζεται, είτε ότι λιγώνεται, από εκείνο το αρχικά ρομαντικό ύφος.
Παράδειγμα 1:
Μις Λάβις : Έχω μια θεωρία : υπάρχει κάτι στη φύση της Ιταλίας, που σπρώχνει τον οποιονδήποτε βρεθεί εδώ, στο να ερωτευτεί.
Μις Μπάρτλετ : Μου θυμίζει τη φύση κοντά στο Σροπσάιρ.
Παράδειγμα 2 :
Κος Έμερσον: (με ύφος ξερόλα προς τον κο Μπημπ) Διακηρύσσετε κι αναζητάτε το αιώνιο ναι.
Κος Μπημπ : (προσπαθώντας να ετοιμάσει το τσάι του και ψάχνοντας πάνω στο τραπέζι) : Κι ένα κουταλάκι, αν υπάρχει κανένα.
Αυτή η «προσήλωση» στην ευστροφία και στις ανατροπές, δημιούργησε ένα «απενοχοποιημένο» ύφος διασκευής λογοτεχνικού έργου για το
σινεμά, το οποίο επηρέασε τις περισσότερες ταινίες εποχής που ακολούθησαν, μέχρι και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990 (δηλαδή, μέχρι τότε που το Χόλιγουντ «επεξεργάστηκε» και τα περισσότερα έργα της Τζέην Ώστεν για τη μεγάλη οθόνη). Αυτή η «απελευθέρωση» από το λογοτεχνικό κείμενο διακρίνεται στο εξής : στο μυθιστόρημα του E.M. Forster η αφήγηση διατηρεί έναν έκπληκτο και διασκεδαστικό τόνο, τον οποίο, «αναπαράγουν» μεν οι διάλογοι της ταινίας, αλλά ακολουθώντας μια διαφορετική οδό για να φτάσουν ως αυτόν. Καθ’ όλα τ’ άλλα (σκηνοθεσία, σκηνικά, κοστούμια, φωτογραφία κλπ) η ταινία επιδεικνύει υποδειγματική και απόλυτη πίστη στο λογοτεχνικό έργο, από το οποίο κατάγεται. Ας σημειωθεί επί τη ευκαιρία, ότι το έργο αυτό του E.M. Forster, αν και θεωρείται εκείνο με το ελαφρύτερο «φορτίο βαθύτερων νοημάτων» σε σχέση με τα υπόλοιπα του, παραμένει πολύ αγαπητό στο κοινό, όπως και ο λογοτέχνης-έμβλημα της εποχής και της χώρας του.

Η νεαρή Αγγλίδα που μεταμορφώνεται από την Ιταλία. (Μις Λάβις : Και γιατί να μην μεταμορφωθεί; Αυτό συνέβη ακόμα και στους Γότθους!)
Κι όπως μεταμορφώνεται η νεαρή Αγγλίδα από την Ιταλία, έτσι μεταμορφώνεται με τα χρόνια και η άποψη του γράφοντα για την ταινία: αλλιώς έμοιαζε σε πρώτη προβολή –βλ. πριν 20 χρόνια- κι αλλιώς σήμερα. (Μις Λάβις : Και γιατί να μην μεταμορφωθεί; Αυτό συνέβη ακόμα και στους Γότθους!)
Έτσι αν από το σημείο αυτό και κάτω εντοπίσετε διάφορες ανισορροπίες στο κείμενο, παρακαλούμε να δείξετε κάποια κατανόηση. Δεν οφείλονται στη διαφορά του πόσο άρεσε η ταινία τότε και πόσο τώρα. Άλλωστε άρεσε και τις δύο φορές πάρα πολύ. Αλλά στην τεράστια διαφορά μεταξύ του γιατί μας άρεσε τότε και γιατί μας αρέσει τώρα. Έτσι και προκειμένου να έχει πάντα το προβάδισμα η δίκαιη κριτική θα προσπαθήσουμε να τεκμηριώσουμε ταυτόχρονα και τα δυο αυτά γιατί.


π ρ ο σ ο χ ή

οι τέσσερις παράγραφοι που ακολουθούν περιέχουν αποκαλυπτικά στοιχεία για την πλοκή και γι αυτό, αν δεν έχετε δει το έργο και προτίθεστε να το δείτε, προσπεράστε και πηγαίνετε στο κεφάλαιο «Γιατί η ταινία ταιριάζει με αυτό το πιάτο»

Λούση : (κλείνοντας το πιάνο, όπου μόλις πριν έπαιζε Μπετόβεν). Η μαμά δεν θέλει να παίζω Μπετόβεν! Λέει ότι είμαι αναστατωμένη μετά.
Κος Μπημπ : Αυτό είναι φυσικό

Η Λούση, συγκινούσε το 1986, επειδή ήταν ένα κορίτσι από σπίτι που αψηφούσε τα πάντα –δηλαδή τις κοινωνικές συμβάσεις- για να ζήσει τον έρωτα της. Ήταν μια ηρωίδα που επαναστατούσε. Το ίδιο έκανε και ο Τζορτζ Έμερσον. Ο έρωτας τους ήταν γοητευτικός επειδή ήταν τόσο αυθόρμητος και πηγαίος, που φόρτιζε με αρκετή δύναμη το νεαρό ζευγάρι, ώστε να αψηφήσει τα πάντα προκειμένου να συναντήσει την αλήθεια. Ήταν όλα τόσο ρομαντικά!
Το 2005 το ζευγάρι εξακολουθεί να πείθει για το ρομαντισμό των προθέσεων του. Ωστόσο, η Λούση μοιάζει σχεδόν με ηρωίδα που σχεδόν επαναστατούσε. Το ίδιο και ο Τζορτζ Έμερσον. Ο έρωτας τους είναι σχεδόν γοητευτικός επειδή μοιάζει σχεδόν αυθόρμητος και σχεδόν πηγαίος, τόσο, που σχεδόν φορτίζει με αρκετή δύναμη το νεαρό ζευγάρι, ώστε σχεδόν να αψηφήσει τα πάντα για να συναντήσει σχεδόν την αλήθεια. (Φτωχοί μου Τζορτζ και Λούση!)

Κος Μπημπ : (για τη Λούση) Δεν σας κάνει εντύπωση το ότι ενώ παίζει παίζω Μπετόβεν τόσο θαυμάσια, ζει τόσο σιωπηλά; Πιστεύω πως κάποια στιγμή η μουσική και η ζωή της θα συναντηθούν. Τότε θα είναι υπέροχη και στα δύο.
Οι κυνικοί μάλλον θα ανακαλύψουν περισσότερο ενδιαφέρον στους δευτερεύοντες χαρακτήρες. Κι αυτό επειδή εκείνοι (ακόμα και η καημένη Σάρλοτ Μπάρτλετ) παραμένουν ψύχραιμοι και δηλώνουν με τη στάση και την ηρεμία τους, ότι δεν θα εναντιωθούν σ’ αυτόν τον αγνό έρωτα. Αντιθέτως μάλιστα, θα τον θαυμάζουν και τον υποστηρίζουν, εφόσον βέβαια τα παιδιά ξεκαθαρίσουν από μόνα τους ότι πραγματικά αγαπιούνται και ότι αυτό ζητάει η καρδιά τους.


Σέσιλ Βάις : (για τους Έμερσον) Τους γνώρισα στην Εθνική Πινακοθήκη. Πατέρας και γιος! Το πιο περίεργο ζευγάρι
Βέβαια, σήμερα θα παρατηρούσαμε σίγουρα, πως είναι φυσικό για ένα παιδί σαν τον Τζορτζ Έμερσον, να έχει βασικά προβλήματα κοινωνικής ένταξης, όταν ο πατέρας του είναι τόσο γλυκανάλατα κοινωνικά απροσάρμοστος. Επίσης, σήμερα θα θέλαμε τον μπαμπά Έμερσον τουλάχιστον αλκοολικό, για να είναι κάπως πιο αληθοφανής.
Αλλά τέλος πάντων, όλα αυτά είναι λεπτομέρειες και εκείνο που θα μείνει ανυπέρβλητα συγκινητικό εις τους αιώνας των αιώνων, είναι το μελαγχολικό ύφος του Τζορτζ Έμερσον στις σκηνές της αρχής και συγκεκριμένα σ’ εκείνες που φτιάχνει ερωτηματικά με τα λαχανικά στο πιάτο του και τα απευθύνει στην διακριτικά εσωτερικώς αφηνιασμένη Λούση. Η σκηνή με τη ρατατούγι λαχανικών είναι ανυπέρβλητη και θα αγγίζει πάντα τους θεατές όσο σκληροί και κυνικοί μπορεί να γίνονται με τα χρόνια.


Σέσιλ Βάις : (για τον ίδιο) Είμαι κάτι σαν… Εγγλέζος-Ιταλιανάτος / ένας διάβολος, ωραίος –κοτσονάτος
Ο Σέσιλ Βάις είναι ο τύπος του «νερντ» που ποτέ δεν θα παίξει τένις, δεν αντέχει τη λαϊκή μουσική και τις αγριοφωνάρες, δεν του πετάει καμία τρίχα στα μαλλιά όσο δυνατά κι αν φυσάει ο αέρας, ενώ δεν εμφανίζεται πουθενά χωρίς μονόκλ ή πενς-νε.
Εν ολίγοις είναι ένας αφόρητος μπαστουνόρθιος, που κριτικάρει, σαρκάζει και σνομπάρει. Ωστόσο, το οικοδόμημα του είναι μάλλον ισχυρό, μια και δεν καταρρέει όταν η Λούση διαλύει τόσο βάναυσα τον αρραβώνα της μαζί του. Αντίθετα δέχεται με απαράμιλλο τακτ την καρα-αποριψάρα και συνεχίζει. Ο Σέσιλ είναι ο μόνος χαρακτήρας του έργου που έχει κάποιες πιθανότητες να αλλοιωθεί βαθιά και αμετάκλητα από την Ιταλία. Όλοι οι υπόλοιποι μεταμορφώνονται επιδερμικά και για λίγο (όσο χρειάζεται για να δικαιολογήσουν στον εαυτό τους την «κουτσουκέλα»-τους-συγνώμη-για-την-άκομψη-λέξη) και μετά να γυρίσουν στην Αγγλία για να απολαύσουν με άνεση αυτό που κέρδισαν στην Ιταλία. Ο Σέσιλ είναι ο μονος ήρωας που θα μπορούσε να εγκαταλείψει την Αγγλία για να αφεθεί ολοκληρωτικά στην Ιταλία.
Ο μόνος που μπορεί να επιθυμεί να τον φάει η Ιταλία. Αυτή η δύναμη του να αφεθεί να αλωθεί, τον καθιστά διαχρονικά και αδυσώπητα ρομαντικό –ΤΟ ίνδαλμα για τους θεατές του έτους 2005. Αν σε όλα τα προηγούμενα προσθέσει κανείς την εκπληκτική ερμηνεία του Daniel Day Lewis έχει το απόλυτο διαφυγόν Όσκαρ, δηλαδή κάτι πραγματικά gourmet για το οποίο αξίζει να δει και να ξαναδεί την ταινία.

Γιατί η ταινία ταιριάζει με αυτό το πιάτο

Μα είναι απλό: γιατί όση ώρα θα βλέπετε την ταινία, θα φτιάχνετε όμορφα ερωτηματικά στο πιάτο σας ακριβώς όπως ο Τζορτζ στην αρχή της ταινίας– τα άκρον άωτον του ρομαντισμού και με λαχανικά.



Η συνταγή

Ρατατούγι λαχανικών στο στυλ της Τοσκάνης

Υλικά για έξι άτομα

  • 8 όμορφες και μεγαλούτσικες ντομάτες
  • 4 μεγάλα κρεμμύδια
  • 3 κολοκύθια
  • 2 μελιτζάνες
  • 1 πράσινη πιπεριά
  • 12 ελιές καλαμών χωρίς κουκούτσι
  • 12 πράσινες ελιές χωρίς κουκούτσι
  • 250 g παρμεζάνα τριμμένη ή σε «πέταλα» (όπως προτιμά ο καθένας)
  • λάδι ελιάς –όσο τραβήξει
  • 5 σκελίδες σκόρδο (προαιρετικό)
  • 2 κ.σ. ξύδι balsamico
  • 2 κ.σ. ξύδι από κόκκινο κρασί
  • θυμάρι
  • βασιλικός
  • αλάτι
  • πιπέρι

    Εκτέλεση
  • Κόβουμε τις ντομάτες, τις μελιτζάνες τα κολοκυθάκια και τα κρεμμύδια σε ροδέλες (όπως θα τα κόβαμε για ένα μπριάμ).
  • Τα αλατίζουμε.
  • Ρίχνουμε λάδι στο ταψί έτσι ώστε να καλυφθεί όλος ο πάτος του
  • Στη συνέχεια στρώνουμε τα λαχανικά σε στρώματα, προσθέτοντας σε κάθε στρώμα πιπέρι, σκόρδο (προαιρετικό), βασιλικό, θυμάρι και παρμεζάνα
  • Στο τέλος προσθέτουμε κι άλλο λάδι και τα δύο είδη ξυδιού και καλύπτουμε με όλη την υπόλοιπη παρμεζάνα, έτσι ώστε να πασπαλιστεί παντού και να δημιουργήσει μια ωραία κρούστα (το σωστό gratin δηλαδή)
  • Ψήνουμε στο φούρνο, σε ψηλή θερμοκρασία 190-200ο C, για 30-40’


    Μικρά μυστικά
  • Η ρατατούγι είναι μια «δυτική» εκδοχή του δικού μας μπριάμ. όσα μυστικά ξέρετε για το ψήσιμο του μπριάμ μπορείτε να εφαρμόσετε κι εδώ.
  • Στη Γαλλία θεωρείται περισσότερο γαρνιτούρα παρά κύριο πιάτο. Κυκλοφορεί ευρέως σε κονσέρβες διαφόρων ποιοτήτων ξεκινώντας από την πιο ευτελή μορφή και φτάνοντας στην πιο gourmet.
  • Η συνταγή της Τοσκάνης που παραθέτει το σημερινό gourmet, ταιριάζει πολύ ωραία με αλλαντικά (π.χ. προσούτο, ή σαλάμι) αλλά φυσικά και κρεατικά στη σχάρα κι ένα ωραίο δροσερό κόκκινο κρασί.
  • «Ψιλοδωρήματα» (sic) (βλ. tips)

    Διασκεδάστε ψωνίζοντας: Σήμερα είναι αλήθεια ότι θα πάμε στο μανάβη.
    Επίσης είναι αλήθεια ότι οι ανάγκες του μενού τοποθετούν αυτομάτως τη λίστα με τα ψώνια μαναβικής, στην κατηγορία του υψηλού κινδύνου. Μόλις ο φαύλος δει το είδος και την ποσότητα των λαχανικών που χρειάζεστε, τα μάτια του θα λάμψουν σαν του καλλικάντζαρου! Θα λυσσάξει! Δεν θα ξέρει ποιο σάπιο να σας πασάρει πρώτο. Κάτι που αποδεικνύει την υποστάθμη του φρονήματος του, τη μικροψυχία του και το υπανάπτυκτο της αγνωμοσύνης του! Και μάλιστα, αγνώμων προς ποιον; Προς εσάς, που ψωνίζετε τόσο συχνά -και πάντα με στυλ- από το θλιβερό μαγαζάκι του! Αλλά τι να κάνει κανείς! Έτσι είναι αυτά! Πρέπει να είναι κανείς συνεχώς σε εγρήγορση και να μην αγχώνεται προκαταβολικά. Για κάθε ποταπή συμπεριφορά υπάρχει η κατάλληλη διορθωτική επέμβαση, που αποκαθιστά την ορθή τάξη και νουθετεί τους χαμερπείς. Θα έρθει κάποια στιγμή που θα πάτε σ’ αυτόν τον ίδιο μανάβη κι εκείνος χωρίς κουβέντα, θα σας σφίξει το χέρι συγκινημένος, θα σας κοιτάξει στα μάτια και αφού σας πει ένα ευχαριστώ που θα τα λέει όλα, θα κατεβάσει ρολά και θα εγκαταλείψει την πόλη για πάντα, με άγνωστο προορισμό.
    Αλλά για να επανέλθουμε στο πρακτέο σχετικά με την ρατατούγι: Πηγαίνετε στο μανάβη με εντελώς αδιάφορο και αμέριμνο ύφος και μάλιστα, πολύ ωραίο θα ήταν, αν σφυρίζατε συγχρόνως, το χαρούμενο σκοπό μιας παραδοσιακής ιταλικής ταραντέλας. Σίγουρα θα τρομάξει! Εσείς βέβαια δεν κολλάτε σ’ αυτό. Τον κοιτάζετε έντονα και βασανιστικά, βαθιά μέσα στα μάτια και χωρίς να χαιρετήσετε, ή να του πείτε κάτι άλλο. Συνεχίζοντας να σφυρίζετε τον όμορφο σκοπό σας και με ένα ύφος που θα μπορούσε να παρεξηγηθεί ως απειλητικό, του βάζετε στο χέρι ένα χαρτάκι, όπου έχετε φροντίσει να γράψετε τα ψώνια που χρειάζεστε από το μαγαζί του. Εκείνος πανικοβάλλεται κάπως, αλλά φυσικά, όχι αρκετά για να μην κάνει τη σκανταλιά του. Μόλις τελειώσει το ζύγισμα και ενώ εσείς δεν έχετε καν μπει στον κόπο να κατασκοπεύσετε τι σας έχει βάλει στις ταπεινές σακουλίτσες του, παίρνετε μερικά αγγουράκια Κνωσσού που είναι πολύ νόστιμα και στα φόρτε τους αυτή την εποχή και φτιάχνετε ένα τεράστιο ερωτηματικό πάνω στον πάγκο του. Αυτό αρκεί! Έχει ζωώδη διαίσθηση και θα διορθώσει αμέσως, κάθε μικροπρέπεια που θέλησε να κάνει εις βάρος σας. Εσείς απλώς θα συνεχίσετε να σφυρίζετε την αγαπημένη ταραντέλα σας.

    Δ Ι Α Γ Ω Ν Ι Σ Μ Ο Σ

    Και πάλι ευχαριστούμε για την αθρόα συμμετοχή !!!!!!!
    Μας συγχωρείτε για την απουσία των τελευταίων εβδομάδων. Θα προσπαθήσουμε να αναπληρώσουμε το κενό αυτό το μήνα, επειδή η Altamira σας περιμένει!!!

    Θα βάλουμε μόνο μια ερωτησούλα και αυτή τη φορά, απλά για να δούμε και πάλι, αν βλέπετε τα DVD που παίρνετε με τις εφημερίδες ή τα μαζεύετε μόνο από συλλεκτική μανία.
    Η ερώτηση είναι από την κατηγορία γεωγραφία: «Όταν η Λούση ξεπορτίζει και τυχαία παρευρίσκεται σε ένα καυγά που τελειώνει με αίματα και αυτό την κάνει να ζαλιστεί και να λιποθυμήσει στη μέση μιας πλατείας, ο Τζόρτζ, που τυχαίνει να βρίσκεται εκεί κοντά, τη σηκώνει και την πηγαίνει κάπου (σε μια στοά) που στην πραγματικότητα ανήκει σε ένα διάσημο μουσείο της πόλης, το οποίο όμως, δεν γειτονεύει με την πλατεία όπου υποτίθεται ότι βρίσκονταν πριν. Ποιο μουσείο είναι αυτό κι αν πιστεύετε ότι το αναγνωρίσατε νομίζετε ότι θα φαινόταν από το παράθυρο με θέα, του δωματίου της Λούση;»


    Απαντήστε μέσω της φόρμας που θα βρείτε παρακάτω ή απευθείας με μέηλ στο rocco@cine.gr αν νομίζετε –όπως μερικοί παραπονιέστε – ότι η φόρμα δεν σας ανταποκρίνεται με εγκαρδιότητα (Μα φόρμα είναι! Πως θέλετε να σας ανταποκριθεί;)


    ---------------<>-----------------


    Στο διαγωνισμό του «Σνάποραζ που ήταν περιτριγυρισμένος από ελιές» και στην αρχιπανεύκολη ερώτηση «Τίνος Αμερικανού σταρ του Χόλιγουντ και της κλακέτας (ο οποίος είχε αποτελέσει και ο ίδιος θέμα άλλης ταινίας του Φελλίνι), ένα από τα γνωστότερα τραγούδια ακούγεται στην «Πόλη των γυναικών» και το χορεύει ο Σναποράζ με δύο ημίγυμνες κυρίες.» Η σωστή απάντηση ήταν Φρεντ Ασταίρ.

    Νικήτρια κληρώθηκε η Παρασκευή Πλιάτσικα! Σ υ γ χ α ρ η τ ή ρ ι α.

    Αναμένουμε λοιπόν τις νέες σας συμμετοχές.

    Όνομα:

    Επίθετο:

    Email:

    Διευθυνση / Τ.Κ. / Πολη:

    Απάντηση:



    Αρχή του άρθρου



     
     
    Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

    Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.