• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
CineGourmet


Πεμ 19 Μαϊ 2005

Μια ιδανική κρέμα


Το έργο : Ένας ιδανικός σύζυγος (1999)
&
το πιάτο : «φράουλες Όσκαρ Γουάιλντ» και κρέμα «Gertrude,… darling»



Η υπόθεση: Ο Σερ Ρόμπερτ Τσίλτερν (Jeremy Northam) είναι ένας βουλευτής που όλοι, εκτιμούν, σέβονται και αγαπούν. Επιπλέον, πιστεύουν ότι σύντομα θα καταλάβει μια θέση στην κυβέρνηση. Η σύζυγος του Γκέρτρουντ (βλ. Γερτρούδη – Cate Blanchett) τον στηρίζει, τον λατρεύει και είναι περήφανη γι’ αυτόν. Το ίδιο περήφανος και πιστός στον βουλευτή φίλο του είναι και ο ακαμάτης Λόρδος Γκόρινγκ (Rupert Everett), που όμως βαριέται την πολιτική, απεχθάνεται τις συνεχείς προτροπές του πατέρα του, Λόρδου Κάβερσαμ (John Wood) για να παντρευτεί, επαφίεται αποκλειστικά στις φροντίδες του μπάτλερ του Φιππς (Peter Vaughan) και πάνω απ’ όλα προτιμά να φλερτάρει με την αδελφή του Σερ Τσίλτερν, την έξυπνη και χαριτωμένη Μις Μέημπελ (Minnie Driver). Η κα Τσίβλυ (Julianne Moore) μια παλιά γνώριμη του Λόρδου Γκόρινγκ φτάνει από τη Βιέννη στο Λονδίνο, για να εκβιάσει τον Σερ Τσίλτερν για μια παλιά υπόθεση διαφθοράς.



«Το να αγαπήσεις τον εαυτό σου είναι η αρχή ενός ειδυλλίου που κρατάει μια ολόκληρη ζωή» Το διάσημο αυτό (καθολικού κύρους) απόφθεγμα από τον «Ιδανικό σύζυγο» (που στις μέρες μας, κάνει μια δεύτερη –ανεξάρτητη- καριέρα στα βιβλία λαϊκής ψυχολογίας) είναι το πλέον εμβληματικό από το «πλουμιστό» αυτό έργο του Όσκαρ Γουάιλντ, το οποίο αποτελεί ένα μπουκέτο αγκαθωτών ανθέων κοινωνικής κριτικής, σε όλα τα μέτωπα (όπως και κάθε άλλο θεατρικό έργο του άλλωστε), αλλά και ειδικότερα μια αλύπητη, εις βάθος ανάλυση των άσπιλων, τιμίων και ενάρετων χαρακτήρων και ειδικότερα της εν αγνοία τους ετοιμότητας, να ολισθήσουν προς παραπτώματα, που οι ίδιοι συνεχώς απορρίπτουν και σθεναρά καταδικάζουν. Πρόκειται για μια ανάλυση που τεκμηριώνει με άψογο τρόπο και φίνα επιχειρήματα, την πολύ απλή αλήθεια ότι κανείς δεν είναι τέλειος.

Ένας ιδανικός Όσκαρ. Η αλήθεια είναι βέβαια ότι ακόμα και στην εποχή του Όσκαρ Γουάιλντ, που –πραγματικά- η κοινωνία του σαλονιού είχε φτάσει σε υψηλότατα επίπεδα εκζήτησης της κομψότητας στη συμπεριφορά και στο λόγο, οι άνθρωποι δεν απευθύνονταν ο ένας στον άλλο, ανταλλάσσοντας εκλεπτυσμένα επιγραμματικά ευφυολογήματα όπως συμβαίνει στο συγκεκριμένο έργο. Ωστόσο είναι τόσο μεγάλη η απόλαυση του να εκστασιάζεται κανείς με τον άφθαρτο λόγο του Γουάιλντ, που θα έπρεπε να θεωρεί κανείς τον εαυτό του αποκλειστικά πεζό, αν περιορίζεται στο κατά πόσο είναι, ή όχι πιστευτοί ως φυσιολογικοί και καθημερινοί οι διάλογοι του θεατρικού έργου. Επίσης, είναι εντυπωσιακή και η δομή του έργου, όπως και ο ιδιοφυής εκείνος «δραματουργικός μηχανισμός», με τον οποίο οι χαρακτήρες υψώνονται μεν σε ένα status υπεράνω πάσης υποψίας, αλλά για να αποκαθηλωθούν στη συνέχεια και σε αργή κίνηση να καταβαραθρωθούν, μέχρι εκεί που φτάνει το αυστηρό «νυστέρι» της αδέκαστης κοινωνικής κριτικής, ειδικά όταν μπαίνει όσο πιο βαθιά γίνεται. Γιατί άλλωστε, μόνο έτσι αποδεικνύεται –επιτέλους- αν οι ήρωες είναι πραγματικά ικανοί να διατηρούν πάντα την αρετή τους, ακόμα και στις στιγμές που δεν τους ευνοεί η θέση τους να το κάνουν.

Ένας cameo Όσκαρ. Ο «ιδανικός σύζυγος» παίχτηκε για πρώτη φορά στο θέατρο, το 1895, στο Λονδίνο, δηλαδή τη χρονιά που, κατόπιν της μήνυσης του πατέρα του εραστή του, ο Όσκαρ Γουάιλντ φυλακίστηκε για προσβολή της δημοσίας αιδούς κλπ. Ο Λόρδος Άρθουρ Γκόρινγκ στο έργο ήταν ένα alter ego για τον Γουάιλντ. Διέθετε τη δική του ευστροφία όπως και την αποφασιστικότητα και την ετοιμότητα να αμφισβητήσει με ψυχραιμία την ορθή τάξη των πραγμάτων. Δεν φοβόταν να εμπλακεί σε σκάνδαλα, εάν και εφόσον επρόκειτο να θριαμβεύσουν στο τέλος η λογική και η αλήθεια, όπως και η ουσιώδης και πραγματική ορθή τάξη, ακόμα και αν αυτή απομακρυνόταν από (ή ερχόταν σε αντίθεση με) τις κοινωνικές συμβάσεις.
Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος προσπάθησε να προσθέσει όσο το δυνατόν πιο πολύ Γουάιλντ στην ταινία. Έτσι, στη σκηνή που όλοι παρακολουθούν μια παράσταση και στο τέλος της όλοι ζητούν τον συγγραφέα να βγει και να μιλήσει στο κοινό, η παράσταση αυτή είναι «Η Σημασία του να Είναι Κανείς Σοβαρός» και ο συγγραφέας που βλέπουμε να βγαίνει μέσα από την κλειστή αυλαία, να μιλάει στο κοινό και να τον παρακολουθεί με ενδιαφέρον ο Σερ Τσίλτερν, υποτίθεται ότι είναι ο Γουάιλντ. Ανάλογα, σε κάποια άλλη σκηνή, όπου βλέπουμε τη είσοδο των καλεσμένων σε ένα χορό, ακούμε τον θαλαμηπόλο να ανακοινώνει την είσοδο του κυρίου και της κυρίας Γουιντερμίαρ και η κάμερα εστιάζεται πάνω στη βεντάλια της κυρίας. Επίσης στη σκηνή που ο Λόρδος Γκόρινγκ είναι στη λέσχη του, ακούγεται κάποιος να λέει «Μα, έλα τώρα Μπάνμπερι», όπου Μπάνμπερι είναι ο φανταστικός φίλος-άλλοθι του πρωταγωνιστή του «Η Σημασία του να Είναι Κανείς Σοβαρός» τον οποίο επικαλείται κάθε φορά που θέλει να ξεφύγει από μια δύσκολη κατάσταση.

Φιππς: «Ναι, μυλόρδε μου». Το σενάριο είναι ρομαντικό, αστείο και συγκινητικό. Δεν είναι ακριβής μεταφορά του έργου, αλλά μοιάζει σαν να είναι. Το χειρότερο που μπορεί να του καταλογίσει κανείς είναι ότι φλερτάρει με εκείνο το ύφος εκλαΐκευσης που προτιμά το BBC για τις τηλεοπτικές μεταφορές αντίστοιχων έργων (είναι δηλαδή αυτό που, στη δική μας γειτονιά, «κατακρίνεται» με τη φράση: «το έκανε λίγο τηλεοπτικό») Ωστόσο, οι διάλογοι έχουν κρατήσει όλη την ευστροφία του αρχικού θεατρικού έργου. Μεταφέρουν την «αγνότητα» εκείνης της εποχής, αλλά συγχρόνως και τον καμουφλαρισμένο μακιαβελισμό της. Επιπλέον, δεν επιχειρείται καμιά υπερφόρτωση με στολίδια-δολώματα για «κουλτουριάρηδες» (κάτι που στις μέρες μας θεωρείται εξαιρετικά ανακουφιστικό).

Το σκηνοθετικό βαλς και ένα αποτυχημένο πάτημα στον κάλο. Η κάμερα παρακολουθεί τους ήρωες από κοντά, εστιάζοντας στις εκφράσεις του προσώπου τους. Αυτό θα μπορούσε να το πετάξει κανείς στο καλάθι με τα άπλυτα τηλεοπτικά κουσούρια της ταινίας, ωστόσο και επειδή οι ήρωες συχνά επικοινωνούν την ένταση των συναισθημάτων που βιώνουν με τα μάτια, τα κοντινά πλάνα καταφέρνουν ταυτόχρονα να αποδώσουν τέλεια και με κομψότητα το «τείχος των προσχημάτων» που φυλάκιζε τον αυθορμητισμό την εποχή εκείνη. Συγχρόνως τα βαλς που έχουν επιλεγεί ως μουσική υπόκρουση δίνουν ένα καθαρό και εύληπτο ρυθμό στην ταινία, που παράλληλα ορίζει μια γαλήνια σταθερότητα στη ροή της αφήγησης, η οποία παραμένει τόσο αδιατάρακτη από τις διάφορες εξάρσεις της πλοκής, όσο και η αίγλη της Βρετανικής αυτοκρατορίας την εποχή εκείνη.
Βέβαια αυτή η αναζήτηση της γαλήνιας σταθερότητας στη ροή της αφήγησης αποτέλεσε και το πιο παράτολμο σκηνοθετικό τρικ, το οποίο μάλλον απέτυχε. Η «αργή κίνηση» της πλοκής είναι βασικό χαρακτηριστικό του έργου του Γουάιλντ, που μπορεί μεν να λειτουργεί τέλεια στη θεατρική σκηνή, αλλά είναι τόσο ενάντια στη φύση του κινηματογράφου, που οδηγεί τελικά σε μια άνευρη πρόοδο της ιστορίας επί της οθόνης. Το πιο σίγουρο είναι ότι ένας θεατής που θα δει την ταινία χωρίς να έχει ενημερωθεί για το ότι η «αργή κίνηση» της είναι ηθελημένη, μπορεί είτε να μην την παρατηρήσει καθόλου, είτε, αν την παρατηρήσει, να την ερμηνεύσει ως ένα ακόμα τηλεοπτικό κουσούρι.

Γερτρούδη : «Εξαιρείται η εφημερίδα σας στην οποία η αλήθεια μοιάζει με φάρο και το ψεύδος μάταια προσπαθεί να κρυφτεί». Το 1999 που γυρίστηκε ο «Ιδανικός σύζυγος» η Cate Blanchett ζούσε ακόμα στον απόηχο της εξαιρετικής της εμφάνισης ως βασίλισσα Ελισάβετ στο «Elizabeth» και η εμφάνιση της ως Γερτρούδη επιβεβαίωνε την μέχρι τότε φήμη της ως μεγάλη ερμηνεύτρια-πρωταγωνίστρια ρόλων σε ταινίες εποχής. Τα στοιχεία που κάνουν τη Γερτρούδη της τόσο αξιοσημείωτη είναι η επιτυχημένη ισοστάθμιση της σύνεσης με το -τελικά- θερμόαιμο στοιχείο του χαρακτήρα της. Φαίνεται να ναρκισσεύεται ως μια σεμνότυφη, περφεξιονίστρια που είναι και νιώθει περήφανη για την αγνότητα και την ηθική της, αλλά είναι και ανά πάσα στιγμή έτοιμη να αποδείξει με το σπαθί της ότι καλά κάνει και νιώθει όπως νιώθει. Εντυπωσιάζει επίσης με την (gourmet) λεπτή απόδοση εκείνης της διαφοράς, που φαίνεται μόνο όταν ενσκήψει κανείς με προσοχή από πάνω της και χρησιμοποιώντας μεγεθυντικό φακό διακρίνει το (μικρό σε πλάτος, μεγάλο σε βάθος) χάσμα ανάμεσα στη σύγχυση που του προκαλεί η ίδια η κατάρρευση της προσωπικής του αυταπάτης και στην ηθική προσβολή που του προκαλεί το παράπτωμα που προκαλεί την κατάρρευση της προσωπικής του αυταπάτης.

κα Τσίβλυ: «Τα σκάνδαλα προσέδιδαν γοητεία στον άντρα κάποτε. Σήμερα τον καταστρέφουν! Και το δικό σας ήταν άσχημο. Θα χαθείτε από τον δημόσιο βίο θα εξαφανιστείτε». Η Julianne Moore είναι η «κακιά» της ταινίας. Ωστόσο, δεν είναι πια και τόοοοσο κακιά. Είναι όμως σίγουρα αυτό που της προσάπτει ο Λόρδος Γκόρινγκ : μικροπρεπής (και ως γνωστόν, η κακία κρύβεται ως «παράπλευρη απώλεια» στη μικροπρέπεια). Το μεγάλο επίτευγμα της Julianne Moore είναι ότι αποδίδει την μικροπρέπεια, ξεγελώντας και ξαφνιάζοντας κάθε φορά το θεατή, επιτυγχάνοντας δηλαδή να αποδώσει τον ανατριχιαστικό τρόπο με τον οποίο η μικροπρέπεια ξεπροβάλει τρομακτική, ως λύκος με δορά προβάτου, μέσα από μεγαλοπρεπή περιβάλλοντα και συνήθειες. Όταν για παράδειγμα η κα Τσίβλυ λέει στον Σερ Τσίλτερν «Δεν είστε αρκετά πλούσιος για να εξαγοράσετε το παρελθόν σας», οφείλει να ακουστεί περισσότερο μικροπρεπής απ’ όσο θα μπορούσε να την φανταστεί οποιοσδήποτε χαρακτήρας στο έργο, αλλά και λιγότερο μικροπρεπής απ’ όσο θα αντηχούσε η ίδια ατάκα σε κάποια σειρά της απογευματινής τηλεοπτικής ζώνης. Η Julianne Moore το καταφέρνει αυτό με την εξής ενδιαφέρουσα τακτική : φρενάρει με χάρη τη μικροπρέπεια και την εκτρέπει στο κανάλι του έμφυτου γυναικείου ανταγωνισμού (που – κατά κάποιο τρόπο- αποτελεί μια φυσική της κοίτη).
Αστείο παραλειπόμενο: Οι αμερικάνοι κριτικοί αποθέωσαν την Julianne Moore για την αγγλική προφορά της, ακριβώς όσο την απέρριψαν για τον ίδιο λόγο, οι κριτικοί με British accent.

«Οι άλλοι είναι φρικτοί! Η μόνη σωστή κοινωνία στην οποία μπορεί να συμμετάσχει κανείς είναι εκείνη με τον εαυτό του». Λέτε αλήθεια μυλόρδε μου; Ο Άρθουρ, Λόρδος Γκόρινγκ, του Ρούπερτ Έβερετ είναι μια πολύ σωστά προσαρμοσμένη στη βικτοριανή εποχή, εκδοχή, του («αλά Τζίγκερ») περιζήτητου εργένη: κανείς δεν πιστεύει ότι πρόκειται ποτέ να ερωτευτεί και να «τακτοποιηθεί» κι εκείνος όχι μόνο το κάνει, αλλά ούτε καν προβάλλει τις αναμενόμενες πιθανές υπερβολικές απαιτήσεις του: επιλέγει εκείνη που από την πρώτη στιγμή μπερδευόταν μέσα στα πόδια του. Έχει τον κυνισμό, την ευστροφία και την κακή συμπεριφορά ενός καλλιεργημένου ανθρώπου με στιβαρό θεωρητικό υπόβαθρο (π.χ. «Μου αρέσει να μιλάω για το τίποτα. Είναι τα μόνο πράγμα για το οποίο γνωρίζω κάτι»), αλλά και θράσος για να τεκμηριώσει με επιχειρήματα κάθε παραδοξολογία του.

Παράδειγμα:
Λόρδος Κάβερσαμ (πατέρας του Λόρδου Γκόρινγκ): Τι κάνεις εδώ; Χαραμίζεις τη ζωή σου όπως συνήθως; Ξενυχτάς πολύ! Άκουσα ότι τις προάλλες χόρευες μέχρι τις 4 π.μ. Πως αντέχεις τη Λονδρέζικη κοινωνία; Είναι όλοι τους ασήμαντοι που αερολογούν.
Λόρδος Γκόρινγκ: Μου αρέσει αυτό πατέρα. Μόνο αυτό ξέρω να κάνω.
Λόρδος Κάβερσαμ: Αυτό είναι παράδοξο. Απεχθάνομαι τα παράδοξα
Λόρδος Γκόρινγκ: Κι εγώ πατέρα. Μόνο παράδοξα υπάρχουν στις μέρες μας. Αυτό κάνει την κοινωνία εντελώς προφανή.
Λόρδος Κάβερσαμ: Καταλαβαίνεις πάντα τα όσα λες;;
Λόρδος Γκόρινγκ: Ναι, αν τα ακούσω προσεκτικά.

Ωστόσο όλα αυτά είναι η ασπίδα ενός πιστού φίλου και μιας ευαίσθητης ψυχής, που τιθασεύεται από μόνη της, έτσι ώστε να αποφεύγει κάθε πιθανή ανακολουθία με την ύψιστη αισθητική επιταγή του να είναι κανείς τζέντλεμαν.
Η ερμηνεία του είναι εξίσου καλή στο κωμικό σκέλος του ρόλου του, όσο και στο «ηρωικο-σοβαρό» και γι’ αυτό μάλλον αδικήθηκε που, ενώ προτάθηκε, δεν απέσπασε το Όσκαρ εκείνη τη χρονιά.

Μέημπελ η τσαχπίνα. Η Μέημπελ της Minnie Driver, είναι μια χαρά για τις απαιτήσεις του ρόλου, αλλά δεν κάνει την υπέρβαση που θα μπορούσε να κάνει για να μείνει στην ιστορία του ρόλου. Εκτός από κάτι τεντώματα στις μύτες των ποδιών της, που επιτείνουν την παιδικότητα του χαρακτήρα της και εκφράζουν με επιτυχία κάποια προσμονή και ανυπομονησία, η Minnie Driver έπαιξε το ρόλο της με σιγουριά σαν να ήξερε ότι ο Λόρδος Γκόρινγκ θα γίνει δικός της, μια σιγουριά που όταν σκεφτόμαστε θετικά, φαίνεται σαν να φανερώνει τη πεποίθηση της ότι κι εκείνος την αγαπά, ενώ όταν σκεφτόμαστε σαν πολύ απαιτητικοί θεατές (δηλαδή όπως θα έπρεπε) μοιάζει σαν κάποιος να της έχει αποκαλύψει εμπιστευτικά ότι ο Λόρδος Γκόρινγκ την είχε αγοράσει από τον πατέρα της (έναντι, πες, εκατό καμήλων) όταν εκείνη ήταν 12 χρονών.

Γιατί η ταινία ταιριάζει με αυτό το πιάτο

Δεν υπάρχει τίποτα πιο Wildean από τις «φράουλες Όσκαρ Γουάιλντ». Είναι ακριβώς αυτό που δηλώνει το όνομα τους: γλυκές και πιπεράτες. Όσο για την κρέμα «Gertrude,… darling» είναι τόσο λευκή, τόσο αγνή, και τόσο βανίλια που είναι ίδια η Γερτρούδη του έργου. Είναι σαν να τρώτε την ίδια την Cate Blanchett. Εξάλλου -ας μην γελιόμαστε- η κρέμα «Gertrude,… darling» είναι μια διασκευή της κλασσικότατης Erdbeercremetorte, που είναι παραδοσιακό βιεννέζικο γλυκό και έτσι βάζουμε και λίγη από τον «διεφθαρμένο» Αυστριακό προσανατολισμό της κα Τσίβλυ στο στόμα μας.



Οι συνταγές

«Φράουλες Όσκαρ Γουάιλντ»


υλικά για 6 άτομα

  • 400 g φρέσκιες φράουλες (κατά προτίμηση Αμαλιάδος)
  • 400 g ζάχαρη κατά προτίμηση μαύρη, από ζαχαροκάλαμο
  • 1 κ.σ. νερό
  • 40 g γλυκόζη
  • 100 g πιπέρι λευκό, κομμένο σε χοντρό μύλο (μέγιστη διάσταση κόκκου 2-3 mm)
Εκτέλεση

  • Πλένουμε τις φράουλες και ξεδιαλέγουμε μόνο τις καλές (φαντάζεστε πόσο οξύμωρο θα ήταν το πιάτο να ονομάζεται Όσκαρ Γουάιλντ και οι φράουλες του να είναι δευτέρας διαλογής;) Μπορούμε να αφήσουμε τα κοτσανάκια τους αν η παρέα μας εκτιμά το νατουραλιστικό ρεαλισμό, αλλά αν προτιμά την αισθητική εκζήτηση, θα ήταν καλύτερα να τα αφαιρέσουμε και να τοποθετήσουμε στη θέση τους ωραίες οδοντογλυφίδες.
  • Σε ένα κατσαρολάκι βάζουμε τη ζάχαρη, με τη γλυκόζη και το ελάχιστο νερό.
  • Αφήνουμε το σιρόπι μας να βράσει και κατεβάζουμε τη φωτιά αφήνοντας το να ψηθεί μέχρι το χρώμα του να γίνει χρυσό.
  • Βάζουμε σε ένα μπωλάκι το πιπέρι.
  • Βουτάμε μία-μία τις φράουλες μέσα στο σιρόπι και στη συνέχεια μέσα στο πιπέρι και σερβίρουμε.


Κρέμα «Gertrude,… darling»

υλικά για 6 άτομα

  • ¼ l γάλα
  • 350 g φρέσκια κρέμα γάλακτος
  • 4 κρόκοι αυγών
  • 125 g ζάχαρη
  • 3 κ.σ. λικέρ κεράσι
  • 5 φύλλα (15 g) ζελατίνας
  • 3 μερίδες βανίλια σε σκόνη
  • 3 φύλλα κρούστας (τα πιο χοντρά που υπάρχουν)
  • 500 g φρέσκιες φράουλες
  • μερικά φύλλα μέντας.
Εκτέλεση

  • Κτυπάμε καλά (μέχρι να ασπρίσουν) τους κρόκους, με τη μισή ζάχαρη.
  • Σε ένα κατσαρολάκι βράζουμε το γάλα με την υπόλοιπη ζάχαρη. Μόλις πάρει μια βράση, αδειάζουμε το μισό από αυτό στους κρόκους. Ανακατεύουμε να αναμιχθούν καλά και μεταφέρουμε το μίγμα στο αρχικό κατσαρολάκι με το υπόλοιπο γάλα αφήνοντας να κρυώσει.
  • Βάζουμε τη ζελατίνη σε κρύο νερό για λίγη ώρα.
  • Στη συνέχεια κτυπάμε με το μίξερ χειρός την κρέμα γάλακτος μαζί με τη βανίλια μέσα σε ένα μεγαλούτσικο μπολ και μέχρι να πήξει, σαν σαντιγί.
  • Ζεσταίνουμε σε χαμηλή φωτιά τη ζελατίνη με το λικέρ, προσέχοντας να μην πάρει βράση.
  • Βάζουμε τη ζελατίνη με το λικέρ στο μπολ με την κρέμα γάλακτος και προσθέτουμε το γάλα από το κατσαρολάκι.
  • Συνεχίζουμε να κτυπάμε με το μίξερ χειρός μέχρι να πετύχουμε ένα όμορφο ομοιογενές μίγμα και το τοποθετούμε στο ψυγείο.
  • Διπλώνουμε τα φύλλα κρούστας στα δύο και μετά διαγωνίως για να πετύχουμε όμορφα τρίγωνα -ένα τόσο ευδιάθετο και κομψό σχήμα.
  • Βάζουμε τα τρίγωνα στο φούρνο για 2-3 λεπτά μέχρι να ψηθούν και βγάζοντας τα, τα κρατάμε κάπου απλωμένα για να μην πανιάσουν.
  • Πλένουμε και καθαρίζουμε τις φράουλες και τις κόβουμε σε λεπτές ροδέλες.
  • Στη συνέχεια στήνουμε ατομικά «μοντάζ» με φύλλο, κρέμα και φράουλες όπως φαίνεται στη φωτογραφία. (Προσθέτοντας -αν θέλουμε- ζάχαρη άχνη στο επάνω-επάνω φύλλο).


«Ψιλοδωρήματα» (sic) (βλ. tips)

Οι φράουλες είναι δύσκολο φρούτο γιατί πωλούνται σε πλαστικά κεσεδάκια που δεν επιτρέπουν τον έλεγχο του τι αγοράζουμε. Οι επάνω φράουλες είναι όμορφες και φρεσκότατες, ενώ από κάτω μπορεί να κρύβεται ότι πιο ελεεινό και σάπιο. Ευτυχώς όμως, επειδή όπως έχει πει ο Όσκαρ Γουάιλντ «είμαστε όλοι χωμένοι μέσα στον υπόνομο, αλλά μερικοί από μας κοιτάζουν τα αστέρια» και αυτό ερμηνεύεται στην περίπτωση αυτή από το ότι δεν θα αφήσουμε να μας πασάρουν το κεσεδάκι της δεύτερης ποιότητας. Θα πάμε στο γνωστό θλιβερό μανάβικο και θα προκαλέσουμε τις συνθήκες που θα μας επιτρέψουν να ελέγξουμε τις φράουλες που θα αγοράσουμε. Ντυνόμαστε λοιπόν δανδήδες με φράκο, ημίψηλο και κομψό μπαστούνι, βάζουμε ένα ωραίο γαρίφαλο στο πέτο και πάμε στο θλιβερό μανάβη. Δεν λέμε πολλά. Τον κοιτάμε για λίγο, χωρίς να αφήσουμε να φανεί πόσο ευχαριστιόμαστε το ότι είναι τόσο τρομαγμένος που μας βλέπει ντυμένους έτσι και ξαφνικά λέμε «Φράουλες…» και κάνουμε μια γρήγορη μεταβολή, γυρίζοντας την πλάτη στη ζυγαριά του -ει δυνατόν και στις φράουλες του ταυτόχρονα. Με αυτή την κίνηση δείχνουμε, ότι απαιτούμε να εξυπηρετηθούμε γρήγορα και άψογα. Ο μανάβης σίγουρα θα τσακιστεί να μας δώσει ότι βρει μπροστά του, κυρίως επειδή θέλει να φύγουμε όσο το δυνατόν γρηγορότερα από το θλιβερό του κατάστημα. Εμείς μένουμε με την πλάτη γυρισμένη προς τη ζυγαριά και μόλις ακούσουμε ότι εκείνος ακούμπησε το κεσεδάκι επάνω της, γυρίζουμε με ορμή και με μια αστραπιαία κίνηση σπρώχνουμε με το μπαστούνι μας το κεσεδάκι από τη ζυγαριά, κάνοντας το να πέσει κάτω και οι φράουλες να χυθούν πάνω στον πάγκο για να μπορέσουμε να τις δούμε όλες - και αυτές που είναι από κάτω. Ταυτόχρονα με επιτακτικό ύφος λέμε: « Είπα φράουλες…». Προφανώς θα μας ικανοποιήσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα και ακριβώς όπως μας αρέσει, δηλαδή θα επιλέξει τις επάνω φράουλες από όλα τα άλλα κεσεδάκια και θα φτιάξει το τέλειο κεσεδάκι ειδικά για μας.

Δ Ι Α Γ Ω Ν Ι Σ Μ Ο Σ

Και πάλι ευχαριστούμε για την αθρόα συμμετοχή στον τελευταίο διαγωνισμό !!!!!!!
Μας συγχωρείτε για την απουσία τόσων εβδομάδων. Θα προσπαθήσουμε να αναπληρώσουμε το κενό αυτό το μήνα, επειδή η Altamira σας περιμένει!!!

Θα βάλουμε μόνο μια αρχιπανεύκολη ερωτησούλα για να σας καλοπιάσουμε για τις τόσες απουσίες που κάναμε: «Ποιο είναι το πιο διάσημο μυθιστόρημα του Όσκαρ Γουάιλντ;»

Απαντήστε μέσω της φόρμας που θα βρείτε παρακάτω ή απευθείας με μέηλ στο rocco@cine.gr αν νομίζετε –όπως μερικοί παραπονιέστε – ότι η φόρμα δεν σας ανταποκρίνεται με εγκαρδιότητα (Μα φόρμα είναι! Πως θέλετε να σας ανταποκριθεί;)


---------------<>-----------------


Στο διαγωνισμό του «Δωματίου με ερωτηματικά» και στην εκατό-κιλά-ερώτηση «Όταν η Λούση ξεπορτίζει και τυχαία παρευρίσκεται σε ένα καυγά που τελειώνει με αίματα και αυτό την κάνει να ζαλιστεί και να λιποθυμήσει στη μέση μιας πλατείας, ο Τζόρτζ, που τυχαίνει να βρίσκεται εκεί κοντά, τη σηκώνει και την πηγαίνει κάπου (σε μια στοά) που στην πραγματικότητα ανήκει σε ένα διάσημο μουσείο της πόλης, το οποίο όμως, δεν γειτονεύει με την πλατεία όπου υποτίθεται ότι βρίσκονταν πριν. Ποιο μουσείο είναι αυτό κι αν πιστεύετε ότι το αναγνωρίσατε νομίζετε ότι θα φαινόταν από το παράθυρο με θέα, του δωματίου της Λούση;»
Η σωστή απάντηση ήταν ότι το μουσείο είναι η «στοά Vasari» και ότι μόνο τα δωμάτια του δευτέρου και τρίτου ορόφου του ξενοδοχείου "Hotel degli Orafi" που βλέπουν στο ποτάμι έχουν θέα στο μουσείο.

Νικήτρια κληρώθηκε η Μαρία Μιχαλογιαννάκη! Σ υ γ χ α ρ η τ ή ρ ι α. Αναμένουμε λοιπόν τις νέες σας συμμετοχές.

Όνομα:

Επίθετο:

Email:

Διευθυνση / Τ.Κ. / Πολη:

Απάντηση:



Αρχή του άρθρου



 
 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.