• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22315
  • Αριθμός συν/τών: 759967
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
CineGourmet


Τετ 17 Νοε 2004

In the mood for γαρίδες


Η Ταινία: Ερωτική Επιθυμία - In The Mood for Love (2000)
&
το πιάτο: Πατέ από γαρίδες, με σαλάτα «Σου Λιζέν»



Η υπόθεση: Το 1962 στο Χονγκ Κονγκ, ένας δημοσιογράφος ο κος Τσόου (Tony Leung) νοικιάζει ένα δωμάτιο από τον κο Κου, για να μείνει μαζί με τη γυναίκα του που δουλεύει σε ένα ξενοδοχείο ως ρεσεψιονίστ. Από σύμπτωση την ίδια μέρα, σε ένα διπλανό δωμάτιο, εγκαθίσταται η Σου Λιζέν (Maggie Cheung) της οποίας ο άνδρας λείπει στο εξωτερικό για δουλειές. Σύντομα οι δύο νέοι ένοικοι ανακαλύπτουν προς μεγάλη τους έκπληξη και μια ακόμα σύμπτωση: οι σύζυγοι τους τους απατούν και είναι ένα παράνομο ζευγάρι. Ο κος Τσόου προτείνει στη Σου Λιζέν να τον βοηθήσει στη συγγραφή ενός μυθιστορήματος σε συνέχειες που δημοσιεύεται στην εφημερίδα του. Η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ τους, αποκτά ένα λανθάνον πάθος, που γίνεται όλο και πιο δυνατό, χωρίς όμως ποτέ να ξεφύγει από το πλατωνικό πλαίσιο στο οποίο επέλεξαν να αυτοπεριορίζεται. Ο κ. Τσόου αρχίζει να αναρωτιέται αν αυτό που νιώθει είναι τελικά η αληθινή αγάπη.


Το πιο συγκινητικό ντεφιλέ. Πολλοί λένε πως η «Ερωτική επιθυμία» δεν είναι παρά ένα… φόρεμα. Ένα cheongsamqipao όπως λέγεται στην επίσημη κινεζική) το παραδοσιακό κινέζικο φόρεμα, του οποίου η πιο «τουριστική» εκδοχή, διατίθεται σε όλα τα κινεζομάγαζα που αφθονούν πια και στον τόπο μας. Το cheongsam αγκαλιάζει αυστηρά το γυναικείο σώμα, αλλά συγχρόνως το αγκαλιάζει και πολύ σφιχτά, έτσι ώστε να διαγράφονται οι καμπύλες και η ομορφιά του.
Η Maggie Cheung ντυμένη με cheongsam, αποτελεί μιαν ιδανική εικόνα της προαιώνιας κινεζικής θηλυκότητας. Ταυτόχρονα, ενσαρκώνει το πρότυπο μιας μοντέρνας (για τα 60’ς) Κινέζας, που παρ’ όλ’ αυτά παραμένει πιστή στην παραδοσιακή ηθική. Στην ταινία τα cheongsam της Σου Λιζέν μοιάζουν να έχουν τις ιδιότητες μιας σιδηράς πανοπλίας. «Περιφρουρούν» την πρωταγωνίστρια και προστατεύουν την ευθραυστότητα της. Ταυτόχρονα όμως, η ίδια αυτή γυναίκα τα «διαπερνά». Η θηλυκότητα της και η «διαθεσιμότητα» της σέβονται την «πανοπλία», αλλά ταυτόχρονα την διαποτίζουν και αναδύονται στην επιφάνεια της κι αποτυπώνονται απαστράπτουσες στο χρώμα και στα σχέδια του φορέματος.
Οι εκφράσεις της Σου Λιζέν είναι μονίμως γεμάτες θλίψη (που οφείλεται στην προσβολή που νιώθει αναπόφευκτα κάθε απατημένη σύζυγος, αλλά και στα ανικανοποίητα συναισθήματα της για τον κο Τσόου). Τα φορέματά της όμως, είναι η απόδειξη – το λάβαρο- μιας απτόητης υπερηφάνειας. Μιας ναρκισσιστικής υπερηφάνειας, που δεν γεννιέται από έναν ανόητο και άγονο αυτοθαυμασμό, αλλά από την φυσική προσήλωση της στη λεπτότητα και την κομψότητα, που αφορούν τόσο στην εξωτερική εμφάνιση, όσο και στην έκφραση των συναισθημάτων.
Η τεράστια συλλογή από cheongsam της Σου Λιζέν και το συγκλονιστικό ντεφιλέ τους δημιουργούν ένα ιδιοφυές κινηματογραφικό χρονόμετρο που ο Wong Kar-Wai χρησιμοποιεί δεξιοτεχνικά, για να μαρκάρει το πέρασμα του χρόνου.
Ακόμα κι αν κάποιος ισχυριζόταν ότι η «Ερωτική επιθυμία» δεν είναι παρά μια εντυπωσιακή πασαρέλα στην οποία επιδεικνύονται cheongsam, δεν θα μπορούσε να αρνηθεί ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και καλαίσθητη ταινία. Ωστόσο, η ταινία περνά με τακτ και ευστοχία πολύ πιο μέσα και κάτω από τα cheongsam της Σου Λιζέν.

«Δεν θα αφήσουμε ποτέ να γίνουμε σαν κι αυτούς» Νο 1 . (Γιατί προφανώς είμαστε ανώτεροι τους). Η Σου Λιζέν λέει: «Δεν θα γίνουμε ποτέ σαν κι αυτούς» και αναφέρεται στο (μάλλον φλογερό) παράνομο πάθος των συζύγων τους. Η πλατωνική σχέση της Σου Λιζεν με τον κο Τσόου αναπτύσσεται πατώντας στην κοινή θλίψη τους, εξαιτίας του ότι τους απατούν οι σύζυγοι τους και στην παρηγοριά που προσφέρει ο ένας στον άλλο για το δυσάρεστο αυτό γεγονός.
Στην πορεία όμως οι δύο πρωταγωνιστές συνδέονται διαφορετικά. Πρόκειται για απλό έρωτα; Μήπως είναι μόνο ερωτικός πόθος; Ίσως κάτι άλλο; Κάτι που περιέχει και τα δύο, αλλά και τα υπερβαίνει;

Ένα μελόδραμα δωματίου. Οι ρίζες της ιστορίας που αφηγείται η ταινία βρίσκονται στο παραδοσιακό Κινέζικο μελόδραμα, όπου οι δραματικές περιστάσεις χρησιμοποιούνται για να υπενθυμίσουν στους πρωταγωνιστές, ποια είναι η συμπεριφορά που συμβαδίζει με την ηθική.
Όταν η Σου Λιζέν λέει: «Δεν θα γίνουμε ποτέ σαν κι αυτούς», επιτρέπει στην ηθική να θριαμβεύσει. Τηρεί τα προσχήματα αλλά αυτό δεν της φτάνει για να ησυχάσει. Ο θρίαμβος της ηθικής της σκιάζεται από μια θλίψη, ένα παράπονο και μια προσδοκία η οποία απωθείται και καταπιέζεται. Οι τρεις αυτές «σκιές» συνεργούν για να αναδείξουν την «αριστοκρατία» του χαρακτήρα των δύο πρωταγωνιστών που αντιστέκεται στον πειρασμό της έλξης τους τελικά ακόμα πιο ισχυρή και ηρωική. Η Σου Λιζέν και ο Κος Τσόου γίνονται ακόμα πιο αξιοθαύμαστοι, ισχυροί και δραματικοί ήρωες, επειδή δεν υποτάσσονται ξερά στους ηθικούς νόμους, αλλά θυσιάζονται. Και η θυσία τους αυτή -που δεν είναι τίποτα άλλο από μιαν απλή εγκράτεια- φαντάζει ακόμα μεγαλύτερη, επειδή και οι δύο πρωταγωνιστές είναι τόσο όμορφοι και αγνοί, που «δίκαια» αποζητούν τον έρωτα τους.
Ο πειρασμός στον οποίο υποβάλλονται είναι μεγάλος, και η αμφιβολία για το αν θα καταφέρουν τελικά να τον υπερνικήσουν, δημιουργεί σασπένς, που οδηγεί σε μία «αντικορύφωση», στην οποία «αναπαύεται» ταπεινά και χωρίς να ενοχλεί κανέναν, το φιλοσοφικό punctum του σκηνοθέτη (ο οποίος μάλιστα, επωφελείται των συνθηκών για να το μηρυκάσει διακριτικά, πολλές φορές και ανά μικρά χρονικά διαστήματα).

«Δεν θα αφήσουμε ποτέ να γίνουμε σαν κι αυτούς» Νο 2. Είναι όμως τόσο ανώτεροι οι δύο πρωταγωνιστές; Κι αν ναι, το ευχαριστιούνται όσο θα ήθελαν και όσο θα τους άξιζε;
Αυτά τα ερωτηματικά δεν επιδέχονται μονοσήμαντες απαντήσεις. Ο καθένας μπορεί να δει την εκδοχή που τον ευχαριστεί περισσότερο. Κι αυτή είναι η επιτυχία της ταινίας: λειτουργεί μαιευτικά. Ο θεατής αποδέχεται εκείνη την ανάλυση που τον ικανοποιεί και στην οποία καταλήγει ύστερα από μια σειρά ασυνείδητων εσωτερικών ερωταπαντήσεων.
Όσο για την εκδοχή που προτιμά η στήλη, αυτή είναι η ακόλουθη: η εγκράτεια καταφέρνει να υψώσει τη Σου Λιζέν και τον κο Τσόου σε ένα «υπεράνθρωπο» επίπεδο περφεξιονισμού της λεπτότητας και της κομψότητας των συναισθηματικών τους συμπεριφορών. Πράγματι δεν γίνονται ούτε στιγμή σαν τους άλλους. Το γεγονός αυτό όμως, γεννά αφορμές για να αισθάνονται ακόμα πιο νάρκισσοι. Αντλούν δυνάμεις, επειδή οι ίδιοι νιώθουν ότι αγγίζουν το απόλυτο (βλ. -γιατί όχι- και το θείο). Αισθάνονται τέλειοι και αυτό τους δίνει το σθένος να προχωρήσουν ακόμα πιο κοντά στα άκρα (βλ. στο χωρισμό τους).
Μέχρι να φτάσουν όμως εκεί, γεύονται και απολαμβάνουν ένα υποκατάστατο της φυσικής ερωτικής τους επιθυμίας, σε διανοητικό επίπεδο: τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος έρωτα και πολεμικών τεχνών, σε συνέχειες για την εφημερίδα του κου Τσόου. Η «ιεροτελεστία» ενός ερωτικού ραντεβού εφαρμόζεται στα ραντεβού συγγραφικής συνεργασίας. Με τον τρόπο αυτό η σχέση τους εξιδανικεύεται ακόμα περισσότερο, τους ωθεί ακόμα πιο έντονα προς τα άκρα και εν τέλει τους στοιχειώνει για πάντα.

Μα τι είναι τελικά αυτή η ταινία; Δύσκολο να πει κανείς! Μια ταινία με ουσιαστικά δύο μόνο πρόσωπα, γυρισμένη σχεδόν εξολοκλήρου σε κλειστούς χώρους δεν θα έπρεπε να διαρκεί περισσότερο από 20 λεπτά. Ωστόσο οι θεατές (παγκοσμίως) θαμπώνονται και μαγεύονται επί 98 λεπτά και για χρόνια μετά. Η «Ερωτική επιθυμία» λειτουργεί σαν ένα ιριδίζον και καλειδοσκοπικό ενσταντανέ μιας εποχής που έσβησε και στην οποία η κομψότητα και η καλαισθησία κατείχαν έναν αδιαμφισβήτητο πρωταγωνιστικό ρόλο. Ωστόσο, η γοητεία που εξασκεί στους θεατές δεν περιορίζεται μόνο σε αυτό το επίπεδο ανάγνωσης. Η εκλέπτυνση της εικόνας (από έναν ανηλεώς απαιτητικό εστέτ σαν τον Wong Kar-Wai), συγκινεί, επειδή φοράει ως πανωφόρι, την αιδώ του λόγου και έτσι κουκουλωμένη, βγάζει την πιο άφωνη κραυγή πάθους, που ακούστηκε ποτέ από την κινηματογραφική οθόνη.

Μια ερμηνεία στο ύψος των περιστάσεων. Η φυσικότητα με την οποία η Maggie Cheung καταφεύγει στη γλώσσα του σώματος. οι υπαινιγμοί των εκφράσεων της και των κινήσεων της και η απόσταση τους από τα όσα λέει. ο τρόπος που παγώνει το πρόσωπο της για να μεταφέρει την ένταση στο σώμα, τα χέρια και τα πόδια της.
όλα αυτά μαζί, σε συνδυασμό με τον εξαιρετικά ασυνήθη χώρο που της παραχωρεί στο κάδρο ο Wong Kar-Wai, κάνουν την εμφάνιση της σε αυτό το φιλμ ανάλογη με τις εμφανίσεις vamp του βεληνεκούς της Μάρλεν Ντήτριχ και της Γκάρμπο (της εποχής του βωβού κινηματογράφου που έπαιζε πολύ με το σώμα). Η Maggie Cheung στην «Ερωτική επιθυμία» γίνεται μια κούκλα βιτρίνας, φτιαγμένη αποκλειστικά από «επιθυμία», η οποία έχει τη ρευστή υφή των κινούμενων υγρών μιας lava lamp.

Ο τρίτος μεγάλος συμπρωταγωνιστής. Είναι αδύνατον να μην παρατηρήσει κανείς τον εντυπωσιακό τρόπο με τον οποίο ο Wong Kar-Wai ενσωματώνει τη μουσική στη δράση της ταινίας.
Πρόκειται για μια μανιέρα που δικαίως έχει παρομοιαστεί με εκείνη του Κιούμπρικ. Συγχρόνως το μωσαϊκό ακουσμάτων που επέλεξε, αναπλάθει μουσικά τον αισθησιασμό της ταινίας. Στόχος του ήταν η μουσική επένδυση να αντικατοπτρίζει το φυσικό σάουντρακ της πόλης του Χονγκ Κονγκ κατά τη δεκαετία του 1960. Το Χονγκ Κονγκ τότε δεχόταν πολλούς μετανάστες από την Κίνα και κυρίως από την Σαγκάη (ανάμεσα τους έφτασε εκεί και η οικογένεια του Wong Kar-Wai). Οι μετανάστες αυτοί κουβαλούσαν την ιδιαίτερη κουλτούρα τους, τις διαλέκτους τους, τη διαφορετική μαγειρική τους, τη λαϊκή τους μουσική και τις δικές τους παραδοσιακές μορφές κινεζικής όπερας. Οι περισσότεροι από αυτούς θεωρούσαν την παραμονή τους στο Χονγκ Κονγκ σαν μια προσωρινή φάση της ζωής τους (παρά το ότι τελικά έμεναν εκεί για το υπόλοιπο της ζωής τους) και προσκολλούσαν στα ακούσματα που έφερναν μαζί τους. Συγχρόνως όμως και επειδή το ραδιόφωνο εξακολουθούσε να είναι η κύρια πηγή μουσικής για το ευρύ κοινό, έρχονταν σε επαφή και με όλα τα ετερόκλητα στυλ μουσικής, που βρίσκονται μεταξύ της παραδοσιακής κινέζικης όπερας και των δυτικών τραγουδιών που ακούγονταν στις κινηματογραφικές ταινίες του 1950. Τα Λάτιν, για παράδειγμα, ήταν ιδιαιτέρως δημοφιλή και υπήρχαν μεγάλες μπάντες κυρίως Φιλιπινέζων που έπαιζαν σχεδόν αποκλειστικά τέτοιο ρεπερτόριο.
Η σαφής προτίμηση, για να μην πούμε «αδυναμία», στα τραγούδια του Nat King Cole, οφείλεται στο ότι ήταν ο αγαπημένος της μητέρας του Wong Kar-Wai.
Όλες οι ενορχηστρώσεις έχουν το άκουσμα που είχαν οι μεγάλες μπάντες των music club, όπου ο κόσμος μαζευόταν για να χορέψει: είναι ρομαντικές, τα έγχορδα ακούγονται δυνατότερα, και η προτροπή για χορό ακούγεται ακόμα πιο επιτακτική στο ακομπανιαμέντο.
Με δυο λόγια το σάουντρακ είναι ένα ραδιοφωνικού τύπου μουσικό κολλάζ, που αναπαράγει τη μουσική την οποία άκουγαν τότε οι κάτοικοι του Χονγκ Κονγκ και που ο Wong Kar-Wai γνώρισε και αγάπησε από πρώτο χέρι.

Η επανάληψη είναι μητέρα της μαθήσεως και του διακριτικού υπαινιγμού.
Ωστόσο, ανάμεσα σε όλα αυτά, το μουσικό μοτίβο που όλοι θυμούνται και ταυτίζουν με την ταινία, εκείνο που ακούγεται σε κάθε συνεύρεση του κου Τσόου με τη Σου Λιζέν (ας σημειωθεί επί τη ευκαιρία ότι η επανάληψη ενός μουσικού θέματος αποτελεί προσωπικό στυλ και καθορίζει τη σκηνοθετική μανιέρα του Wong Kar-Wai), προέρχεται από το “Yumeji’s Theme” που ήταν σύνθεση του Shigeru Umebayashi για την ομώνυμη ταινία του Suzuki Seijun. Πρόκειται για ένα γοητευτικό βαλς που γίνεται ακόμα πιο μαγευτικό χάρη στην ενορχήστρωση του για σύνολο εγχόρδων. Είναι ένα μουσικό κομμάτι συμβολικό μιας πρόθεσης, που δεν είναι άλλη από την πρόθεση, να περιπλέξουν ρομαντικά οι χορευτές τα βήματα τους. Ο ρυθμός του χρωματίζει και κάνει ταυτόχρονα ευδιάκριτα το παράδοξο του πάθους των δύο πρωταγωνιστών, την κομφορμιστική υποταγή τους στις κοινωνικές συμβάσεις και τον απτόητο καθωσπρεπισμό τους.
Ο Wong Kar-Wai ζήτησε επίσης από τον Michael Galasso να συνθέσει ένα κομμάτι που θα συνόδευε τον κο Τσόου στο Angkor Wat, τέσσερα χρόνια μετά τη σχέση του με την Σου Λιζέν. Πρόκειται για μια μουσική αναπαράσταση, τύψεων συνειδήσεως για τη χαμένη του ευκαιρία. Ειδικά ο ήχος των εγχόρδων και συγκεκριμένα του τσέλου που είναι σολίστ, σε αυτή τη μικρή επαναλαμβανόμενη σύνθεση είναι χαρακτηριστικός και συνδυάζεται τέλεια με το κύριο μουσικό θέμα του Umebayashi.

Μερικές αλήθειες ακόμα:
  • Ο Wong Kar-Wai επαναλάμβανε τα γυρίσματα μέχρις ότου ανακαλύψει τα πλάνα που τον ικανοποιούσαν, κάτι που δεν συνηθίζεται στο σινεμά και ειδικά σε περιόδους σαν αυτήν που γυρίστηκε η ταινία, δηλαδή εν μέσω οικονομικής κρίσης (βλ. της μεγάλης Ασιατικής). Παρ’ όλ’ αυτά κανείς δεν τον σταμάτησε και τα γυρίσματα κράτησαν δύο χρόνια. Το σενάριο παρέμενε ρευστό μέχρι και την τελευταία στιγμή.
    Οι Κινεζικές αρχές που ζητούσαν το οριστικό τελικό σενάριο για να δώσουν τις σχετικές άδειες, για τη συνέχεια των γυρισμάτων -αφού θα το εξέταζε η επιτροπή λογοκρισίας- δεν έλαβαν ποτέ τίποτα και γι` αυτό το συνεργείο αναγκάστηκε να μεταφερθεί από το Πεκίνο στο Μακάο. Ο Wong Kar-Wai θεωρεί την περίοδο των γυρισμάτων της «Ερωτικής επιθυμίας» την πιο δύσκολη περίοδο της καριέρας του που τον εξάντλησε οικονομικά και φυσιολογικά. Τίποτα όμως δεν αποδείχθηκε αρκετό για να αναχαιτίσει την ολοκλήρωση αυτού του μεγαλειώδους έργου φορμαλιστικής μαεστρίας. Αντίθετα, προετοίμασε το έδαφος για τα γυρίσματα της τελευταίας ταινίας του Wong Kar-Wai, «2046» που διήρκησαν 4 χρόνια.
  • Η «Eρωτική επιθυμία» βραβεύτηκε στις Κάννες το έτος 2000 με το βραβείο πρώτου ανδρικού ρόλου (πήρε επίσης τη διάκριση της Ανώτερης τεχνικής επιτροπής).
  • Ο αγγλικός τίτλος In the Mood for Love προέρχεται από το κλασσικό αμερικάνικο τραγούδι του Jimmy McHugh et Dorothy Fields, «[I`m] in the Mood for Love» το οποίο ωστόσο δεν ακούγεται στην ταινία.
  • Η Rebecca Pan που υποδύεται την Mrs. Suen, την σπιτονοικοκυρά από τη Σαγκάη είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα του πώς, μουσικά, «η Ανατολή συναντούσε τη Δύση» στη δεκαετία του `60. Την εποχή εκείνη η κα Pan -σε ηλικία 18 ετών- είχε ηχογραφήσει ένα διάσημο λαϊκό τραγούδι το “Bengawan Solo”, με εγγλέζικους στίχους. Η γνωριμία της Rebecca Pan με τον Wong Kar-Wai ξεκίνησε με την ταινία «Days of Being Wild».


Οι λόγοι για τους οποίους η ταινία αυτή ταιριάζει με τα προτεινόμενα πιάτα.

Το πατέ από γαρίδες, με σαλάτα «Σου Λιζέν» είναι ένα πιάτο που διακρίνεται για την κομψότητα, τη φινέτσα και τη λεπτότητα του. Είναι ελαφρύ και δροσιστικό, για να μην επιβαρύνει και φουσκώσει το θεατή, που θα υποστεί έτσι κι αλλιώς τη συναισθηματική φόρτιση που προκαλεί το έργο. Είναι πολύ Κινέζικο στη σύλληψη του, αλλά συγχρόνως είναι εξαιρετικά «εκδυτικισμένο» στη γεύση του, ακριβώς όπως και το σάουντρακ του έργου.

Οι συνταγές

Πατέ από γαρίδες
Υλικά για 4 μερίδες

  • 400 g γαρίδες βρασμένες και καθαρισμένες
  • 3 κ.σ. Sherry
  • 1 κ.γ. μουστάρδα κατά προτίμηση Dijon
  • 1 κ.γ. εστραγκόν
  • τρεις σταγόνες πράσινο Tabasco
  • 60 g αγελαδινό βούτυρο, λιωμένο
  • αλάτι και πιπέρι κατά βούληση

Εκτέλεση

  • Βάζουμε όλα τα υλικά σε ένα μιξεράκι κουζίνας (τύπου multimoulinette) και αλέθουμε μέχρι το μίγμα μας να γίνει ομοιογενές.
  • Δοκιμάζουμε και αν χρειαστεί, διορθώνουμε το αλάτι και το πιπέρι.
  • Στη συνέχεια μοιράζουμε το πατέ σε 4 ατομικές φορμίτσες π.χ. της κρέμας καραμελέ και τοποθετούμε στο ψυγείο μέχρι να σφίξει.


Μικρά μυστικά

  • Εξυπακούεται ότι χρησιμοποιούμε φρέσκες μεγάλες γαρίδες. Αν όμως δεν βρούμε -τι να κάνουμε!- θα συμβιβαστούμε (εις βάρος της απόλαυσης μας) με τις κατεψυγμένες. Δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία ότι η ταινία, που προάγει αγέρωχα το δίλημμα «όλα ή τίποτα», απαιτεί από μόνη της, τις φρέσκες γαρίδες.
  • Αν οι γαρίδες βγάλουν νερό, κάτι που είναι πιθανό αν χρησιμοποιήσετε κατεψυγμένες, προσθέστε λίγη τριμμένη φρυγανιά για να το ρουφήξει και επαναλάβετε την άλεση.
  • Το Sherry δημιουργεί μια super 60’s αίσθηση, ειδικά αν είναι medium dry. Αν όμως δεν το έχουμε εύκολο, μπορούμε να το αντικαταστήσουμε με Μαυροδάφνη. Αν γενικώς δεν μας αρέσει η αίσθηση του γλυκού κρασιού στη συνταγή, μπορούμε να το αντικαταστήσουμε με ωραίο ξηρό ούζο. Στην περίπτωση αυτή, όπου ουσιαστικά ελληνοποιούμε τη συνταγή μας, καλύτερα είναι να αφαιρέσουμε εντελώς το εστραγκόν, ή να το αντικαταστήσουμε με τριμμένο κόλιαντρο.


Σαλάτα «Σου Λιζέν»
Υλικά για 4 μερίδες

  • 2 αγγούρια
  • 1 κ.σ. μέλι
  • 2 κ.σ. λάδι ελιάς
  • 2 κ.σ. κινέζικη σος σόγιας (soy sauce)
  • 3 κ.σ. σουσάμι

Εκτέλεση

  • Κόβουμε τα αγγούρια σε πολύ λεπτές ροδέλες
  • Καβουρδίζουμε ελαφρά το σουσάμι
  • Ανακατεύουμε καλά το λάδι με τη soy sauce και το μέλι
  • Αναμιγνύουμε όλα τα συστατικά μαζί και τοποθετούμε στο ψυγείο για να σερβίρουμε τη σαλάτα «Σου Λιζέν» δροσερή.

«Ψιλοδωρήματα» (sic) (βλ. tips)

Διασκεδάστε ψωνίζοντας: Θα χρειαστεί φυσικά να πάμε μέχρι το γνωστό μανάβη για να πάρουμε τα δυο αγγούρια. Πλησιάζοντας ανάβουμε τσιγάρο (είτε καπνίζουμε , είτε δεν καπνίζουμε – ας μην κολλήσουμε εκεί, το κάνουμε αποκλειστικά για θεατρικούς λόγους) Φτάνοντας, στηριζόμαστε νωχελικά και με ύφος cool, στην είσοδο. Φυσάμε τον καπνό μας μέσα στο μανάβικο του. Με τον τρόπο αυτό δημιουργούμε ένα «εφέ», που είναι άμεση αναφορά στα πλάνα του Wong Kar-Wai, στα οποία, ο καπνός ενός τσιγάρου κρύβει τα λόγια που έτσι κι αλλιώς δεν θα λέγονταν ποτέ. Συγχρόνως, αυτή η κίνηση έχει το καλό ότι έτσι, μ’ ένα τίποτα, τρομοκρατούμε προκαταβολικά το μανάβη. Με σταθερή και επίμονη φωνή και χωρίς να μετακινηθούμε από αυτή τη θέση μας, του παραγγέλνουμε τα δύο αγγούρια.
Με τον τρόπο αυτό έχουμε μεταφέρει στο μανάβη, απλά, ήρεμα και χωρίς εκνευρισμούς, το ξεκάθαρο μήνυμα ότι αν προσπαθήσει να μας πασάρει δεύτερης ποιότητας αγγούρια, αυτά τα ίδια θα γυρίσουν και θα στραφούν εναντίον του.

Διορατικός προγραμματισμός cine gourmet

Η επιλογή της «Ερωτικής επιθυμίας» για το σημερινό cine gourmet δεν είναι τυχαία: από την Παρασκευή 19/11 θα παίζεται στους κινηματογράφους η νέα και πολυαναμενόμενη ταινία του Wong Kar-Wai «2046» που είναι μια προέκταση της «Ερωτικής επιθυμίας».
Για την ακρίβεια η «Ερωτική επιθυμία» είχε αρχικά «σχεδιαστεί» ως μια επιμέρους ιστορία του «2046». Στην πορεία όμως εξελίχθηκε σε μια «αυτόνομη» ταινία και γυρίστηκε πριν από αυτό. Έτσι το «2046» είναι στην τελική του μορφή, μια ταινία για τη ζωή του κου Τσόου, μετά το «τραύμα» που του προκάλεσε η σχέση του με τη Σου Λιζέν. Όσοι έχουν δε την «Ερωτική επιθυμία» σε πρώτη προβολή, καλό θα ήταν να την ξαναδούν για να τη θυμηθούν κι όσοι δεν την έχουν δει ας τη δουν τώρα, για «να βρουν το σωστό τόνο» πριν χαθούν στη μαγεία του «2046».
Συγχρόνως το restaurant Altamira προτείνει μια σούπερ προσφορά σε όσους επιλέξουν να δουν το «2046».
Σας παραθέτουμε παρακάτω το σχετικό δελτίο τύπου:


Ένα Πανόραμα Ασιατικής Γαστρονομίας, εμπνευσμένο από τη νέα ταινία ‘2046

Όταν η κινηματογραφική ερωτική ατμόσφαιρα συναντά την φουτουριστική ασιατική γαστρονομία τότε τα πολυεθνικά ρεστωράν Αltamira κάνουν στάση στο Χόνγκ Κόνγκ και τη Σιγκαπούρη… Το τρένο των πολυεθνικών ρεστωράν Altamira σας ταξιδεύει στο έτος 2046 με αφορμή τη νέα ομώνυμη ταινία του πολυβραβευμένου ασιάτη Γουόνγκ Καρ-Γουάι!!!

Απολαύστε ένα νέο γευστικό ταξίδι ‘Αltamira’ στις διαστάσεις της εξωτικής ασιατικής γεύσης, εμπνευσμένο από την κουζίνα της Σιγκαπούρης και του Χόνγκ Κόνγκ: Πολύχρωμη σαλάτα ‘Πενγκ Τσάου’ (από γαρίδες, κινέζικα λαχανικά και κρέμα καρύδας), εξωτική Σούπα ‘Κβουν Γιαμ Βαν’ ή «απογευματινή παραλία» στα καντονέζικα (από διάφορα λαχανικά, μανιτάρια φούνγκους & νάμκου, μπέιμπι κόρν, τζίντζερ, λέμονγκρας, γάλα ινδικής καρύδας). Μπαλίτσες ‘Πινγκ Τσάου’ (από τριμμένη καρύδα, κιμά μοσχάρι, τούρμερικ, φρέσκο τζίντζερ, σως καρύδας και φυστικοβούτυρο), καραμελωμένο, μανδαρίνικο Φιλέτο Πάπιας ‘Γκαουλόνγκ’ ( «9 δράκοι» ) με σως από φρούτα του δάσους, Νούγιες ‘Χονγκ Κονγκ’ με εξωτικά λαχανικά και φιλέτο στρουθοκάμηλου, ασιατικό Παγωτό (με βανίλια, σπόρους παπαρούνας και ανθόμελο), Λευκή μους πορτοκαλιού (με σως μάνγκο, σε προνομιακή τιμή – έκπληξη.

Δείτε τη νέα ταινία ‘2046’, προσκομίσετε το κουπόνι Altamira που θα παραλάβετε στο ταμείο, και απολαύστε το πανόραμα Ασιατικής Γαστρονομίας Altamira με 10% έκπτωση.

Με αφορμή τη νέα ατμοσφαιρική ταινία ‘2046’ του Γουόνγκ Καρ-Γουάι, που παίζεται στις αίθουσες από 19 Νοεμβρίου…. Κάντε στάση στο Χονγκ Κόνγκ και τη Σιγκαπούρη του 2046, με το τρένο των πολυεθνικών ρεστωράν Altamira.

ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΑ RESTAURANTS “ALTAMIRA” - ΜΑΡΟΥΣΙ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ 28, τηλ. 210 61.28.841, 61.42.767 και ΚΟΛΩΝΑΚΙ ΤΣΑΚΑΛΩΦ 36, τηλ. 210 36.14.695, 36.39.906, από το μεσημέρι.

ΜΕΝΟΥ ΑLTAMIRA ‘2046’

ΟΡΕΚΤΙΚΑ

Πολύχρωμη σαλάτα ‘Πενγκ Τσάου’
Eξωτικός συνδυασμός από γαρίδες μεγάλες, καθαρισμένες, με αντίβ, ραντσίτσιο, φινόκιο, μαϊντανό, δύο είδη φύτρες φασολιών, κινέζικο λάχανο και σως από κρέμα καρύδας και γιαούρτι.
Εξωτική Σούπα ‘Κβουν Γιαμ Βαν’ (απογευματινή παραλία στα Καντονέζικα)
Κινέζικος αισθησιασμός από διάφορα λαχανικά (μανιτάρια φούνγκους & νάμκου, μπέιμπι κόρν, κόκκινες και πράσινες πιπεριές, κολοκυθάκια, καρότο, κινέζικο λάχανο, τζίντζερ, λέμονγκρας και κρέμα καρύδας.
Μπαλίτσες ‘Πινγκ Τσάου’
Ασιατικός πειρασμός από μοσχάρι κιμά, τρίμμα καρύδας, τούρμερικ και φρέσκο τζίντζερ. Συνοδεύονται με σάλτσα από γάλα καρύδας και φυστικοβούτυρο.

ΚΥΡΙΑ ΠΙΑΤΑ

Φιλέτο Πάπιας ‘Γκαουλόνγκ’ («9 δράκοι»)
Φιλέτο Πάπιας καραμελωμένο με σως από φρούτα του δάσους.
Νούγιες ‘Χονγκ Κονγκ’
Κινέζικα μακαρόνια με εξωτικά λαχανικά και φιλέτο στρουθοκάμηλου

ΕΠΙΔΟΡΠΙΑ ‘2046’

Αισθησιακό Παγωτό βανίλια με σπόρους παπαρούνας και ανθόμελο.
Δροσερή Λευκή μους πορτοκαλιού με σως μάνγκο

Δ Ι Α Γ Ω Ν Ι Σ Μ Ο Σ

Αγαπητοί μου, τα πάτε τέλεια στους διαγωνισμούς!!!
Συνεχίστε με την ίδια ζέση, η Altamira σας περιμένει!!!

Σήμερα έχετε τη δυνατότητα να παίξετε στο διαγωνισμό της επιλογής σας. Δεν υπάρχει διαφορά στο έπαθλο. Αυτό παραμένει ένα γεύμα για δύο στο restaurant Altamira. Απλώς εσείς θα έχετε την ευχαρίστηση ότι κερδίσατε απαντώντας σε μια πιο δύσκολη ερώτηση, που απαιτεί ορθή κρίση και φαντασία και όχι μόνο γκουγκλ.

Η δύσκολη ερώτηση λοιπόν είναι:
Ποια Ελληνίδα πεζογράφος της γενιάς του ’80 θα μπορούσε να είχε γράψει ως μυθιστόρημα την «ερωτική επιθυμία».

Η εύκολη ερώτηση είναι:
Ποιος είναι ο πρωταγωνιστής του «2046»

Καλή επιτυχία λοιπόν και bon appetit! Στείλτε τα στοιχεία σας και την απάντηση στο rocco@cine.gr ή συμπληρώστε τη φόρμα που ακολουθεί.

Και τώρα τα αποτελέσματα των δύο πρώτων διαγωνισμών:
Στο διαγωνισμό της «Νύχτας των Κοτόπουλων», και στην ερώτηση Ποια είναι η διάσημη ταινία του 1957, παραγωγής των Hammer studios, στην οποία διέπρεψε ο Christopher Lee, η σωστή απάντηση ήταν «Η κατάρα του Φρανκεστάιν - the Curse of Frankenstein» και νικήτρια κληρώθηκε η Νικολέττα Κουτσιουμάρη ! Σ υ γ χ α ρ η τ ή ρ ι α.

Στο διαγωνισμό της «Αγωνίας μιας Φασολάδας» και στην ερώτηση Ποιον Ιταλό σκηνοθέτη ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε η Ingrid Bergman, η σωστή απάντηση ήταν «Ρομπέρτο Ροσελλίνι» και νικητής κληρώθηκε ο Δημήτρης Σταμάτης ! Σ υ γ χ α ρ η τ ή ρ ι α.

Αναμένουμε λοιπόν τις νέες σας συμμετοχές.

Όνομα:

Επίθετο:

Email:

Διευθυνση / Τ.Κ. / Πολη:

Απάντηση (Δύσκολη):

Απάντηση (Εύκολη):



Αρχή του άρθρου



 
 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.