• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22315
  • Αριθμός συν/τών: 759967
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


Raiders of the Lost Ark (1981)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Οι Κυνηγοί της Χαμένης Κιβωτού
- Γνωστό και ως:
Indiana Jones and the Raiders of the Lost Ark

Περιπέτεια | 115' | Κατάλληλο, επιθυμητή γονική συναίνεση
Πρεμιέρα στην Ελλάδα: Παρ 18 Δεκ 1981
Ημερομηνία κυκλοφορίας DVD: 10/10/2003
Χρώμα: Έγχρωμο
Ήχος: (Dolby) Stereo
Γλώσσα: Αγγλικά - Γερμανικά - Εβραϊκά - Αραβικά
Δημοτικότητα: 0.04 %
Αξιολόγηση: 8.05/108.05/108.05/108.05/108.05/108.05/108.05/108.05/108.05/10   (8.05/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Μέση (Συμφωνία ψήφων μεταξύ 50 και 75%)




- Υπότιτλος:

Ιντιάνα Τζόουνς, ο νέος ήρωας από τους δημιουργούς τού Τα Σαγόνια του Καρχαρία και του Πολέμου των Άστρων.

- Gallery:



 

- Κριτική από το Cine.gr:


Τι κάνουν δύο φίλοι σε περίοδο διακοπών και απόλυτης χαλάρωσης? Συχνά αναπολούν μέρες που τους σημάδεψαν και μοιράζονται εύθυμα παιδικά βιώματα (επίσης τρώνε και πίνουν όλη την ημέρα αλλά αυτή η παρατήρηση δεν έχει σχέση με την ταινία). Τι συμβαίνει τώρα όταν οι δύο φίλοι είναι ο George Lucas και ο Steven Spielberg και το κοινό παιδικό βίωμα είναι οι λαοφιλέστατες ταινίες συνεχείας (cliffhanging serials - Republic serials) και τα κόμικς? Συμβαίνει ο… Indiana Jones!

Το 1977, λοιπόν στην Χαβάη οι δύο φίλοι πρωτοσυζητούν την κοινή τους επιθυμία να αναβιώσουν στην μεγάλη οθόνη το λαϊκό και πολυαγαπημένο είδος των περιπετειωδών κινηματογραφικών σήριαλ με το… «αιωρούμενο» τέλος κάθε επεισοδίου. Εκείνη την εποχή όμως το ενδιαφέρον τους είναι εστιασμένο στο STAR WARS του ενός και στο Close Encounters of the third Kind του άλλου. O Indy θα πρέπει λίγο να περιμένει!

Λίγα χρόνια μετά, έχοντας αποκτήσει την αυτοπεποίθηση των πετυχημένων κινηματογραφανθρώπων που διατηρούν αμέριστο το ενδιαφέρον του κοινού, οι Lucas και Spielberg θεωρούν ότι έφτασε η ώρα η επιθυμία τους να πάρει σάρκα και οστά (για να μην σας πω καπέλο και μαστίγιο). Επιστρατεύουν το Lawrence Kasdan που μόλις έχει ολοκληρώσει το σενάριο του Empire Strikes Back για να μετουσιώσει την ιδέα τους σε ένα σενάριο που θα διατηρούσε όλες τις συμβάσεις του κόμικ και των ταινιών συνεχείας της δεκαετίας του `30 και του `40, θα δημιουργούσε όμως ταυτόχρονα μία νέα οπτική γωνία και κυρίως θα πρόσφερε ένα νέο είδος υπερ-ήρωα στα διψασμένα για περιπέτεια μάτια των θεατών. Στην ολοκλήρωση του σεναρίου συνέβαλε και ο Philip Kauffman. Την σκηνοθετική μπαγκέτα κράτησε ο Spielberg. Και το παραμύθι άρχισε!

Ο κεντρικός χαρακτήρας (λες και χρειάζεται συστάσεις) είναι ένας Αρχαιολόγος (πεδίου!), ο Indiana Jones που μπροστά στο μαυροπίνακα του πανεπιστημιακού αμφιθεάτρου μοιάζει με έναν αγαθό Jimmy Stewart, για να μετατρέπεται κάθε φορά που αναλαμβάνει αδύνατες αποστολές σε ένα σούπερ ήρωα (με απαραίτητα αξεσουάρ το καπέλο που δεν φεύγει ποτέ από το κεφάλι του και ένα μαστίγιο) που καταφέρνει να αντιπαρέρχεται θανάσιμους κινδύνους με χαρακτηριστική ευκολία και πηγαίο χιούμορ. Στο Raiders of the lost Ark η δράση λαμβάνει χώρα λίγο πριν το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και λίγο μετά που έχουν γίνει φανερές οι προθέσεις ή μάλλον οι διαθέσεις του Χίτλερ. Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής αναθέτει στο καμάρι της αρχαιολογικής επιστήμης τον εντοπισμό της Κιβωτού των δέκα εντολών. Ο δρόμος προς το πολυπόθητο και μυθικό εύρημα που εξασφαλίζει απόλυτη δύναμη στον κάτοχό του περνάει μέσα από την αντίστοιχη επιθυμία του χιτλερικού επιτελείου που επικουρείται από τον Belloq έναν Γάλλο αρχαιολόγο, με αμφιλεγόμενες αρχές και εξαιρετικά ελαστική αντίληψη περί αφοσίωσης (σαφή υπόμνηση του ρόλου που έπαιξε η Γαλλία κατά την διάρκεια του μεγάλου πολέμου) και φυσικά μέσα και από την απαραίτητη ερωτική ιστορία που εκφέρεται με τους πιο εξωφρενικούς όρους.

Η ταινία όπως είπαμε δομείται σύμφωνα με τις αρχές του μανιχαϊσμού που διέπουν τα cliffhanging serials και που συνοψίζονται στην ξεκάθαρη και σχηματικά παραδομένη αντίθεση του καλού και του κακού (εδώ οι ρόλοι είναι ακόμη πιο ξεκάθαροι- όταν υπάρχουν Ναζί είναι δεδομένο ότι οποιοσδήποτε απέναντί τους θα είναι καλός- ακόμη και η κυβέρνηση των ΗΠΑ) και σύμφωνα με την λογική της δημιουργίας ενός ιδιότυπου σασπένς καθώς κάθε φορά που τελείωνε ένα επεισόδιο ο ήρωας βρίσκονταν σε μία τόσο επικίνδυνη κατάσταση που η σωτηρία του έμοιαζε πραγματικά αδύνατη. Στην πρώτη σκηνή του επόμενου επεισοδίου που έβρισκε τον ήρωα «αιωρούμενο» ακριβώς όπως τον είχε αφήσει η τελευταία σκηνή του προηγούμενου, ο θεατής παρακολουθούσε με ανακούφιση την σωτηρία του, μία ανακούφιση που διαρκούσε όσο το εν λόγω επεισόδιο μία που όσο πλησίαζε το τέλος του τόσο διαφαίνονταν ότι ο ήρωας του θα καλούνταν να αντιμετωπίσει άλλη μία αξεπέραστη δυσκολία.

Αυτή είναι και η λογική με την οποία συρράπτονται και οι σκηνές των Κυνηγών της Κιβωτού. Κάθε φορά που ολοκληρώνεται μία σκηνή ο Indy βρίσκεται σε θανάσιμο κίνδυνο (όχι τα φίδια, όχι το φορτηγό από το οποίο κρέμεται- αναπαράσταση της περίφημης αντίστοιχης σεκάνς του Stagecoach με τον Yakima Kannut, όχι ο Άραβας με το σπαθί, όχι οι γροθιές κάτω από τον έλικα του ελικοπτέρου …). Αυτήν την άμεση και ευθεία αναφορά στο cliffhanging είδος εξυπηρετεί και η πρώτη σκηνή με την οποία ανοίγει η ταινία. Παρακολουθούμε τον Indiana Jones να ολοκληρώνει μία αποστολή με επιτυχία (και με την ψυχή στο στόμα), για την οποία δεν ξέρουμε τίποτε και ούτε και πρόκειται να μάθουμε, διότι δεν έχει καμία σχέση με την κεντρική ιστορία της ταινίας. Η σκηνή αυτή λειτουργεί σαν μία ιδιότυπη «σύνδεση με τα προηγούμενα» τα οποία όμως δεν υπάρχουν (καιρός να αρχίσουν τα prequels- ή μήπως άρχισαν?).

Ο Spielberg γυρνάει αυτήν την περιπέτεια μεθοδικά αλλά και με αυτήν την εκπληκτική χαλαρότητα του μαγικού παραμυθά που συνολικά υπήρξε και συνεχίζει να είναι. Η σκηνοθετική του προσέγγιση είναι τελικά ιδιοφυής καθώς πραγματεύεται impossible situations με ένα ρεαλισμό που εξασφαλίζει την πλήρη ταύτιση του θεατού με τον ήρωα και την πίστη ότι μπορεί να γίνει σαν κι αυτόν παρά το εμφανώς παράλογο και εξωφρενικό αυτής της πεποίθησης (ναι, το ότι σπούδασα αρχαιολόγος had everything to do με τον Indiana Jones). Ο Indiana Jones δεν είναι ο Superman, δεν είναι ο Flash Gordon δεν είναι καν ο James Bond. Είναι ένας ήρωας που έχει φάει ξύλο (πολύ ξύλο όμως), έχει ματώσει, έχει λερωθεί, έχει φοβηθεί, τον έχουν χαστουκίσει γυναίκες (περισσότερες από μία φορά), έχει γλιτώσει συχνά εξ αιτίας της τύχης και της πονηριάς του και όχι πάντα εξ αιτίας της ανδρείας του και, δεν ξέρω αν το τραβάω πολύ, η λέξη που νομίζω ότι θα τον χαρακτήριζε είναι πολυμήχανος και η κατηγορία του ήρωα στην οποία θα τον κατέτασσα είναι αυτή που εγκαινιάστηκε από τον Οδυσσέα! Όταν ο αντίπαλος σου έχει τον διπλό όγκο από σένα και φαίνεται εξαιρετικά επιδέξιος στον χειρισμό μίας τεράστιας γιαταγάνας τότε βγάζεις το πιστόλι και τον πυροβολείς, δεν πιάνεσαι στα χέρια μαζί του στο όνομα μίας ηρωικής εντιμότητας ή του φόβου μη τυχόν και σε πουν άνανδρο. Ναι, definitely Οδυσσέας!

Η Marion Ravenwood, η γυναικεία παρουσία, ξαφνιάζει επίσης καθώς δεν πρόκειται για έναν κλασσικό γυναικείο ρόλο που λειτουργεί ως μηχανισμός τόνωσης του ανδρισμού του πρωταγωνιστή. Η σχέση τους είναι ισότιμη.


Η Marion είναι απολύτως αυτάρκης και τα κότσια που διαθέτει μας φανερώνονται από την πρώτη σκηνή της συνάντησης των δύο πρωταγωνιστών στο μπαρ με τον πιο επιδεικτικό τρόπο. Καθ ‘όλη την διάρκεια της ταινίας αιχμαλωτίζεται, απειλείται, κινδυνεύει όμως πάντα καταφέρνει να αντεπεξέλθει πολλές φορές και μόνη της. Η παρουσία της δεν παραπέμπει ουδόλως στις αδύναμες κουκλίτσες που περιμένουν τον ήρωά τους να τις σώσει. Λέτε να έχει να κάνει που είναι μελαχρινή?

O Harrison Ford καλείται (thank God) να ερμηνεύσει τον Indiana Jones και αυτός τελικά είναι και ο ρόλος που τον καθιερώνει ως πρωταγωνιστή και ως απόλυτο action hero. Μπαίνει στο πετσί του ρόλου με πρωτοφανή άνεση και σκιαγραφεί έναν Jones δυναμικό, αποφασιστικό, γοητευτικό, ριψοκίνδυνο… Ισορροπεί ικανοποιητικά ανάμεσα στα δύο πρόσωπα του Jones αυτό του συνεσταλμένου καθηγητή και του σαρωτικού – πάντα με αιτία- τυχοδιώκτη. Πλάθει με ρεαλισμό ένα μοναδικό ήρωα με ακαταμάχητο χιούμορ, με ικανότητες που δεν φαντάζουν ποτέ υπερβολικές (ούτε ακόμη και όταν είναι) και με ανθρώπινες ευαισθησίες που ενώ δεν ανιχνεύονται σε πρώτο επίπεδο αποδεικνύονται ωστόσο ουσιαστικές ως προς την ολοκληρωμένη απόδοση του χαρακτήρα. Τα κίνητρα του ήρωα μας δεν αποσαφηνίζονται ποτέ κανείς όμως δεν έχει αμφιβολία ότι είναι ευγενή. Για αυτό και όλοι επιλέγουμε να αγνοούμε ή να συγχωρούμε κάποιες κεκαλυμμένα ρατσιστικές αντιδράσεις του ή κάποιες χαμηλόφωνες (είναι γεγονός) εθνικιστικές εξάρσεις.

Η Karen Allen διατηρεί το ρόλο της τέως και μέλλουσας αγαπημένης του ήρωα και ίσως της μοναδικής που μπορεί να τον βάλει στην θέση του. Παρ’ όλο που ερμηνεύει τον ρόλο με μία αναπάντεχη εσωστρέφεια και σε χαμηλούς σχετικά τόνους (αν σκεφτεί κανείς πόσο θορυβώδης ταινία είναι) ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα είναι υπέροχο. Το δίδυμο που δημιουργεί με τον Ford είναι εκρηκτικό καθώς ίσως είναι η πρώτη φορά μετά τα θρυλικά δίδυμα BogartBacall και TracyHepburn που ένα σύγχρονο δίδυμο συναντιέται επί ίσοις όροις στην οθόνη.

Ο Paul Freeman υποδύεται τον Belloq, τον γάλλο αρχαιολόγο, που ακολουθεί κατά πόδας τον Jones στην προσπάθεια να βρεθεί η Κιβωτός και που μάλιστα πολλές φορές βρίσκεται και ένα βήμα μπρος από τον ήρωά μας. Χωρίς να ανήκει στην κατηγορία των καθαρόαιμων κακών (τέτοιοι είναι μόνο οι Ναζί), ο διπλός ρόλος που παίζει και η υποψία ότι ο μόνος άνθρωπος στον οποίο είναι αφοσιωμένος είναι ο εαυτός του, μας τον κάνει αντιπαθή και ταυτόχρονα τόσο συμπαθή! Ο Paul Freeman ερμηνεύει τον ρόλο αυτού του σχεδόν κακού με μία χαριτωμενιά και αυτή η προσέγγιση είναι που μας κάνει αξέχαστο τον Belloq. Άξιος αντίπαλος...

Η ταινία προτάθηκε για 8 academy awards και έλαβε 4 κυρίως αυτά που αφορούσαν στις τεχνικές κατηγορίες αν και θα έπρεπε ξέχωρα να μνημονεύσω το academy award για την καλλιτεχνική διεύθυνση των Norman Reynolds, Leslie Dilley και Michael Ford. Η πλατιά αναγνώριση όμως ήρθε από τον κόσμο που αγάπησε σχεδόν υστερικά την ταινία (στην εποχή του ήταν το 4ο φιλμ με τις μεγαλύτερες εισπράξεις από καταβολής κινηματογράφου) και δημιούργησε μία σχέση μαζί της σχεδόν φετιχιστική την οποία διατήρησε και με τις δύο, εξίσου διασκεδαστικές όχι όμως τόσο σφιχτοδεμένες, συνέχειες των Κυνηγών, το Temple of Doom και The Last Crusade.

Κλασσικό? Πιο κλασσικό δεν γίνεται!

Βαθμολογία: 8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars8/10 Stars (8/10)

Άλκηστις Χαρσούλη


 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.