• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


Les Ames Fortes (2001)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Αγριες Ψυχές
- Γνωστό και ως:
Savage Souls

Εποχής | 120' | Κατάλληλο, επιθυμητή γονική συναίνεση
Πρεμιέρα στην Ελλάδα: Παρ 23 Μαϊ 2003
Ημερομηνία κυκλοφορίας DVD: 20/10/2003
Διανομή: Rosebud
Χρώμα: Έγχρωμο
Ήχος: Dolby Digital
Γλώσσα: Γαλλικά
Δημοτικότητα: 0.03 %
Αξιολόγηση: 3.00/103.00/103.00/10   (3.00/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Μέση (Συμφωνία ψήφων μεταξύ 50 και 75%)




 

- Κριτική από το Cine.gr:


Η υπόθεση: Όλα εξελίσσονται κατά το 19ο αι.. Μιά νέα κοπέλλα από την Προβηγκία, η Τερέζ (Laetitia Casta) το σκάει ένα βράδυ από το σπίτι της, με τον αγαπημένο της Φερμέν (Frederic Diefenthal) και φτάνει σε μιά κοντινή πόλη, όπου και εγκαθίστανται. Εκεί της δίνεται η ευκαιρία να αφήσει να φανεί, πόσο πιό «άγρια ψυχή» είναι από τους υπόλοιπους. Η Tερέζ συναντά καταρχάς τη μυστηριώδη και κομψοτάτη κα Νυμάνς (Arielle Dombasle).

Η κα Νυμάνς, που είναι μία φιλάνθρωπη κυρία, ζει σε ένα αρχοντικό με το σύζυγό της, τον κο Νυμάνς (John Malkovich). Η οικονομική κατάσταση του ζεύγους Νυμάνς δεν είναι ανθηρή, αλλά εξακολουθούν να ζουν αμέριμνα, δανειζόμενοι. Η κα Νυμάνς καλεί την Τερέζ και τον Φιρμέν, να μείνουν στο παράσπιτο του αρχοντικού τους και να εργάζονται για λογαριασμό τους.

Πολύ γρήγορα, μια περίεργη δυναμική αμοιβαίου θαυμασμού και συγχρόνως υποβόσκοντα ανταγωνισμού, αναπτύσσεται ανάμεσα στις δύο γυναίκες. Όπως είναι φυσικό τα πράγματα οδηγούνται στην κατ’ εξακολούθηση κατάχρηση τη γενναιοδωρίας της κας Νυμάνς από την Τερέζ και δυσχεραίνουν, όταν στη σχέση αυτή παρεμβαίνει ο Φιρμέν.

Στη συνέχεια της ζωής της, η Τερέζ αποδεικνύεται όλο και περισσότερο αδίστακτη και ο κόσμος της επιρρίπτει υπαιτιότητες και ευθύνες, κυρίως για το ότι από πρόθεση στράφηκε εναντίον των αγαπημένων της προσώπων.

Η γενική αίσθηση: Αγρίως άψυχο.

Το σενάριο: Πρόκειται για μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Ζαν Ζιονό, απο τέσσερεις συνεργαζόμενους σεναριογράφους.

Ό σκηνοθέτης Raoul Ruiz, που είχε ήδη την εμπειρία της (στριφνής) μεταφοράς στην μεγάλη οθόνη, του «Ξανακερδισμένου χρόνου» του Μαρσέλ Προυστ, είχε δηλώσει, ότι όταν του πρωτοπαρουσιάστηκε το σενάριο των Άγριων Ψυχών, το θεώρησε ιδαιτέρως αφηγηματικό και αντικινηματογραφικό. Στη συνέχεια όμως, (και πάντα κατά δήλωση του) διάβασε το ίδιο το μυθιστόρημα και κατεντυπωσιάστηκε από το πόσο πιστό παρέμενε εκείνο το σενάριο, στο λογοτεχνικό πεζό. Έτσι πήρε την απόφαση να προχωρήσει στα γυρίσματα.

Όπως και νάχει, είτε φταίει δηλαδή το ύφος του αρχικού μυθιστορήματος, είτε φταίει η μετατροπή του σε σενάριο, το αποτέλεσμα αποτελεί σπανιότατο είδος ακατάληπτης κακογουστιάς και προσβλητικής για το θεατή, σεναριακής ανευθυνότητας.

Κάθε φορά που η αφήγηση προσπαθεί να προσεγγίσει ένα κάποιο σημείο, που ενδεχομένως θα αποσαφήνιζε την κατάσταση και ίσως να έδινε κάποιο είδος κλου στο κοινό, για να προβεί σε ένα κάποιο -όποιο- συσχετισμό, κάνει ένα αιφνιδιαστικό και σπαστικό νοηματικό τετ-α-κε, αφήνοντας τους πάντες στα κρύα του λουτρού.

Όσοι μένουν ως το τέλος (γιατί ο κόσμος απελπίζεται και φεύγει) δεν φεύγουν απλά εκνευρισμένοι, αλλά με την αίσθηση ότι εξαπατήθηκαν.

Η σκηνοθεσία: Ακολουθείται η κλασσική ροή τηλεοπτικού σήριαλ εποχής. Δηλαδή η πλέον ακατάλληλη λύση για να «επιδιορθωθεί», μέσω μιάς κάποιας σκηνοθετικής ευρηματικότητας, η προαναφερθείσα σεναριακή αδυναμία.

Ένα κάποιο «παιχνίδισμα», που υποτίθεται ότι γίνεται με το φωτισμό, ο οποίος μεταβαίνει περιοδικά, από τον εκτυφλωτικό πρωινό ήλιο, στη σκοτεινιά της αφέγγαρης βραδιάς, αποδεικνύεται εξίσου ατυχής (ιδίως στα σημεία που τα πάντα είναι τόσο υπερφωτισμένα, ώστε να είναι αδύνατον να διαβάσει κανείς τους υπότιτλους).

Η ηθοποιοί: Οι ερμηνείες των ηθοποιών έρχονται να αποτελειώσουν όσους θεατές άντεξαν όλα τα υπόλοιπα. Λες και συνεννοήθηκαν μεταξύ τους και απεφάνθησαν : «Τίιιι;;; ο σκηνοθέτης κι οι σεναριογράφοι θέλουν να κάνουν το αρχι-χάλια έργο;;;!!!! Εδώ!!!!! ΕΜΕΙΕΙΕΙΣ, θα τους δείξουμε τί μπορούμε να κάνουμε».

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από τη Laetitia Casta. Απορώ: τόσο όμορφο κορίτσι, δεν έχει ένα φίλο ή ένα συγγενή, που να την αγαπάει έστω και λίγο, ώστε να μπει στον κόπο να της εξηγήσει, αναλυτικά μεν, αλλά με απλά λόγια, την περιβόητη σκηνική αγκύλωση και πώς πρέπει κανείς να την αποφεύγει;

Γιατί αφήνεται έτσι, ανυπεράσπιστη, ένα γλυκό ανήμπορο έρμαιο, σε κάθε ξυδάτο και πικρόχολο πληκτρολόγιο, που θα τη διασύρει ευθαρσώς και με το δίκιο του;!!!!

Έκτός βέβαια κι αν της είπαν πως οι ελάχιστες συσπάσεις που κάνουν τα χείλη της στη διάρκεια του έργου, αρκούν, έτσι από μόνες τους, για να αποδώσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο!!!!!!

Η δυσάρεστη έκπληξη όμως, δεν ήρθε τόσο από την (φτωχή) Laetitia, όσο, από την προ εικοσαετίας μούσα του Ερίκ Ρομέρ, την Arielle Dombasle.

Είναι δύσκολο να μιλήσεις γι αυτήν την κοπέλλα! Όχι τόσο λόγω του «προτέρου εντίμου βίου» της στο πανί και στο θέατρο (εκτός από ηθοποιός είναι και καλή σεναριογράφος και σκηνοθέτης).

Τον κόμπο τον νιώθεις κυρίως, διότι όλο το πρόβλημα της προέρχεται, από το ότι έπεσε θύμα της πλαστικής χειρουργικής.

Όσο η Laetitia έχει αποφασίσει να μένει ακίνητη, άλλο τόσο η Arielle δεν μπορεί παρά να μένει ακίνητη. Η Laetitia κινεί κάπως τα χείλη, η Arielle δυστυχώς ούτε κάν αυτό!! Η μόνη κίνηση που μπορεί να κάνει είναι να αφήνει το σαγόνι της να πέφτει απότομα προς τα κάτω και στη συνέχεια να το ξαναμαζεύει με δυσκολία. Δηλαδή μπορεί να κάνει μόνο την κίνηση που κάνουν οι ξύλινες κούκλες των εγγαστρίμυθων! Και είναι λυπηρό για μιά κοπέλλα που υπήρξε τόσο όμορφη και ταλαντούχα να ακινητοποιείται τόσο βάναυσα από το νυστέρι!! Γιατί τί να την κάνεις τη μέση δαχτυλίδι (πιό δαχτυλίδι δεν γίνεται!) όταν οι εκφράσεις του προσώπου πάνε περίπατο;;;

Από τα αγόρια τώρα, ο John (John Malkovich), μάλλον έχει πιστεί ότι όποτε μιλάει γαλλικά, πρέπει απαραιτήτως να προσθέτει και μιά γερή δόση λανθάνοντος βίτσιου στο ύφος του! Ένα απλό “oui” να ξεστομίζει, φαίνεται πως αρκεί, για να αναδυθεί αυτεπαγγέλτως η επιτυχημένη του περσόννα ως Βαλμόν (Dangerous Liaisons - Επικινδυνες Σχεσεις, του Frears) Κι όλα αυτά, έτσι, με μιά γλυκειά ορμή! Σαν το φελλό, που αφήνει το μπουκάλι της σαμπάνιας. Και φυσικά παντού, οπουδήποτε, ασχέτως σεναρίου και ρόλου.

Μέσα σ’άυτό το χάλι λοιπόν, ήταν πολύ εύκολο για τον Frederic Diefenthal, να καταφέρει, έτσι, μέ ένα τίποτα, να λάμψει!! (Είναι κρίμα βέβαια, που στις περισσότερες σκηνές, στις οποίες συμβαίνει αυτό, επικρατεί φοβερό σκοτάδι και ο καημένος ο Frederic διακρίνεται με δυσκολία!).

Αλήθειες και ψέμματα για την ταινία

Η φωτογραφία είναι εξαιρετική. Αλήθεια. Πρόκειται για πόνημα του Eric Gautier και είναι ο αληθινός (και μόνος) πρωταγωνιστής.

Τα τοπία που επελέγησαν για το φόντο είναι εντυπωσιακά. Αλήθεια. Ειδικά έχουν επιλεγεί να αναδειχθούν τα «διάσελλα» των ορέων της Προβηγκίας, που είναι επιβλητικά και εντυπωσιακά

Η ταινία παρουσιάστηκε στο διαγωνιστικό τμήμα του 54ου Φεστιβάλ Καννών (2001) Αλήθεια. (Προς το τέλος του προγράμματος)

Βαθμολογία: 2/10 Stars2/10 Stars (2/10) (1 για τη φωτογραφία και 1 για το ρεπεράζ των τοπίων της Προβηγκίας)

Γιαννης Κωσταντινιδης


 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.