• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


Spellbound (1945)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Νύχτα Αγωνίας
- Γνωστό και ως:
Εκστασις
Νύχτες Αγωνίας στο Σπέλμπουντ

Νουάρ | 111' | Κατάλληλο, επιθυμητή γονική συναίνεση
Ημερομηνία κυκλοφορίας DVD: 28/11/2002
Χρώμα: Ασπρόμαυρο
Ήχος: Mono
Γλώσσα: Αγγλικά
Δημοτικότητα: 0.26 %
Αξιολόγηση: 8.11/108.11/108.11/108.11/108.11/108.11/108.11/108.11/108.11/10   (8.11/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Υψηλή (Συμφωνία ψήφων μεταξύ 15 και 50%)




- Υπότιτλος:

Η πιο τρελή αγάπη που στοίχειωσε ποτέ μια γυναίκα.

- Gallery:



 

- Κριτική από το Cine.gr:


Σε μια εποχή όπου η ψυχολογία ως επιστήμη κάνει τα πρώτα της σημαντικά βήματα και οι το ερευνητικό της πεδίο φαντάζει απεριόριστο, ο Hitchcock στήνει μια ιστορία που παίζει με τους ψυχολογικούς όρους χρησιμοποιώντας τους στην οικοδόμηση μιας ακόμη ιστορίας μυστηρίου και σασπένς. Μισό αιώνα αργότερα, πολλές από τις θεωρίες που εκμεταλλεύεται έχουν απορριφθεί, αφήνοντας το φιλμ να εκκρεμεί στην αβασιμότητα: Έτσι η ιστορία αγάπης της ψυχρής και συναισθηματικά κενής ψυχολόγου Peterson (Ingrid Bergman) και του πάσχοντα από αμνησία Edwards (Gregory Peck) ακροβατεί επάνω σε ένα σενάριο πλέον επιστημονικά ξεπερασμένο –και απλοϊκό-, που ωστόσο διασώζεται από την πάντα προκλητική δόμηση του μυστηρίου από τον Hitchcock. Σε αντίθεση ωστόσο με μεταγενέστερα φιλμ του, ο μετρ του σασπένς δίνει πολύ περισσότερο χώρο αναπνοής στην εξέλιξη του ρομάντζου ανάμεσα στους κεντρικούς του χαρακτήρες, αποδυναμώνοντας την κεντρική πλοκή της αγωνίας. Η γνώριμη Χιτσκοκική ατμόσφαιρα είναι παρούσα αλλά διασπασμένη αυτή τη φορά σε μια σειρά κομματιών που ναι μεν κρατούν το ενδιαφέρον του θεατή αναλλοίωτο ως το τέλος, παρ` όλ` αυτά όμως δεν κατορθώνουν να εκτοξεύσουν την αδρεναλίνη στα ύψη μέσω της μεταδοτικής συν-αίσθησης του κινδύνου που χαρακτηρίζει έναν Δεσμωτη του Ιλιγγου ή έναν Σιωπηλο Μαρτυρα. Απομονωμένη από τη λοιπή φιλμογραφία του σκηνοθέτη, η Νύχτα Αγωνίας μπορεί να προσφέρει στο θεατή ένα ικανοποιητικό πακέτο μυστηρίου και αγωνίας. Σίγουρα όμως, δε διαθέτει τα στοιχεία ώστε να αντέχει να συγκαταλεγεί ανάμεσα στα αριστουργήματά του.

- ΟΛΑ ΣΕ ΘΥΜΙΖΟΥΝ… μα περισσότερο οι ερμηνευτικές επιδόσεις του πρωταγωνιστικού διδύμου, η απεικόνιση του ονείρου –έργο του Salvador Dali- καθώς και η ικανότητα του Hitchcock να διασώσει την ταινία από το σαθρό σεναριακό της υπόβαθρο.

- ΕΝΑΣ ΚΟΜΠΟΣ Η ΧΑΡΑ ΜΟΥ… λόγω του επιτηδευμένου –και άστοχου- υπερτονισμού του love story, του ότι οι βίαιες αναλαμπές του Edwards εκλύονται από… καμπύλες σχεδιασμένες σε λευκό φόντο, του παράγοντα «αγωνία» που δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις μας από έναν Hitchcock.

- ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ… δεν πιάνει Χιτσκοκική δεκάδα >> 7/10 Stars7/10 Stars7/10 Stars7/10 Stars7/10 Stars7/10 Stars7/10 Stars (7/10)

Βρεττός Λιάπης




3 Νοεμβρίου 2004 - CineGourmet

Η Ταινία: Νύχτα Αγωνίας - Alfred Hitchcock’s Spellbound (1945)
&
το πιάτο: Καπνιστός Σολομός σε Gregory cut, με μαυρομάτικα «à la Salvador»

Η υπόθεση: Ο Δρ Έντουαρντς (Gregory Peck) καταφθάνει στο Ίδρυμα Γκρην (βλ. ψυχοθεραπευτικό) προκειμένου να αντικαταστήσει τον διευθυντή που συνταξιοδοτείται. Γρήγορα όμως αποκαλύπτεται ότι ο κύριος αυτός δεν είναι ο αναμενόμενος καθηγητής, αλλά ένας άγνωστος που έχει πάρει τη θέση του και πάσχει από αμνησία. Η Δρ Πήτερσον ( Ingrid Bergman) εκφράζει από την αρχή την συμπάθεια της (βλ. έρωτα) για τον ασθενή Peck και με μόνο όπλο την ψυχανάλυση και την εμπιστοσύνη της στην αθωότητα του, προσπαθεί να τον κάνει καλά, για να βρουν μαζί μιαν άκρη στο μυστήριο της εξαφάνισης του αληθινού Δρα Έντουαρντς.

Η μητέρα της ψυχανάλυσης. Η ψυχανάλυση σε ταινίες τρόμου και μυστήριου, εμφανίζεται πρώτη φορά το 1940, ωστόσο η «Νύχτα Αγωνίας» θεωρείται ότι ήταν η πρώτη ταινία, που η βασική της πλοκή στηρίχτηκε εξολοκλήρου στη «νέα θεραπεία» και για το λόγο αυτό θεωρείται η «μητέρα» ενός ολόκληρου genre ταινιών. Το 1943, ο παραγωγός David Selznick είχε ξεκινήσει ψυχανάλυση, με τον Δρα May Romm, για να λυτρωθεί από τα προβλήματα που του είχε δημιουργήσει ο χωρισμός του με την τότε ερωμένη του (μιαν ηθοποιό) και γι αυτό είχε ενθουσιαστεί και πίστευε στην επιτυχία της ταινίας. Ο Δρ. Romm έγινε αργότερα ο γενικός επιστημονικός σύμβουλος της ταινίας.

Πού ακριβώς βρισκόμαστε στην κλίμακα Χίτσκοκ; Η «Νύχτα Αγωνίας» θεωρείται μεν κλασσικό έργο του Χίτσκοκ, αλλά συνήθως δεν συγκαταλέγεται στη λίστα με τα μεγάλα του αριστουργήματα. Λέγεται ότι ο Χίτσκοκ το γύρισε μόνο για τα χρήματα, αλλά και για να ολοκληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις με τον παραγωγό, προκειμένου ν’ αποδεσμευτεί απ’ αυτόν και να αφιερωθεί στις συνεργασίες του με άλλα στούντιο, που είχαν ήδη αρχίσει να ενεργοποιούνται. Και η αλήθεια είναι ότι οι σχέσεις του με τον Selznick δεν ήταν πολύ καλές. Όποτε εκείνος εμφανιζόταν στο πλατό, ο Χίτσκοκ προφασιζόταν ότι υπήρχε τεχνικό πρόβλημα στην κάμερα, σταματούσε τα γυρίσματα, προσποιούμενος ότι την επισκευάζει και καθυστερούσε, μέχρις ότου εκείνος βαρεθεί και αποχωρήσει.

Οι επικριτές καταλογίζουν στα μείον της ταινίας, το ότι η σκηνοθεσία υπήρξε «γενικά δεσποτική» και το ότι ο ίδιος ο Χίτσκοκ «βρήκε τον εαυτό του» μόνο στο δεύτερο μισό της, εκεί όπου οι εκπλήξεις υπερτερούν και οι ανατροπές διαδέχονται η μία την άλλη. Με τα σημερινά μέτρα και σταθμά η ταινία θα έμπαινε ολοζούπιτη στην κατηγορία “camp cult”, όπου θα έκανε λαμπρή καριέρα. Ωστόσο, ακόμη κι αν κάποιος επέμενε να τη δει και να την κρίνει αποκλειστικά ως ταινία τρόμου και μυστηρίου, δεν θα απογοητευόταν, μια και όπως εξηγούν οι fan, ακόμα και η χειρότερη ταινία του Χίτσκοκ είναι ανώτερη από το 95% της σημερινής παραγωγής ταινιών αυτού του genre.

Παναμερικανικές διακρίσεις. Η «Νύχτα Αγωνίας» ήταν υποψήφια για έξι Βραβεία Όσκαρ στα οποία συμπεριλαμβάνονταν τα Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Καλύτερης Φωτογραφίας. Τελικά πήρε μόνο το Όσκαρ πρωτότυπης μουσικής σύνθεσης.

Μήπως θα μπορούσατε να μου τα πείτε με πιο απλά λόγια; Το 1945 οι θεωρίες του Φρόυντ και γενικότερα η μέθοδος της ψυχανάλυσης, οι βασικές της έννοιες και η ερμηνευτική αξία των ονείρων για τη διείσδυση στη λειτουργία του υποσυνείδητου, είχαν μεν φτάσει στο πλατύ κοινό, αλλά ωστόσο παρέμεναν πάντα ένα δυσνόητο θέμα, με πολλές κρυφές πτυχές. Για το λόγο αυτό, προκειμένου να υπάρξει μια περαιτέρω εκλαΐκευση, το σενάριο γράφτηκε έτσι, ώστε να υπεραπλοποιούνται οι βάσεις και οι αρχές της μεθόδου. Το σφάλμα έγινε όταν εξαιτίας αυτής της υπεραπλοποίησης «γελοιοποιήθηκαν» οι προθέσεις, οι δυνατότητες και οι πρακτικές της μεθόδου της ψυχανάλυσης, η οποία σύμφωνα με τα όσα συμβαίνουν στην ταινία, μοιάζει να τοποθετείται κάπου ανάμεσα : (1) σε ανάγνωση μηνύματος που φτάνει με σήματα Μορς σε τηλέγραφο, (2) λαϊκούς ονειροκρίτες, και (3) την απλή χειρομαντεία, για να μην πούμε και (4) την «ανάγνωση» του φλιτζανιού.

Το «κρίμα» βρίσκεται στο ότι ο σεναριογράφος Ben Hecht έκανε πολύ κόπο για να κάνει ένα μεγάλο «γύρο» των τότε πλέον έγκριτων επιστημονικών συγγραμμάτων, προκειμένου να τα συμβουλευτεί και να αποφύγει λάθος ερμηνείες, παραλείψεις και παρανοήσεις. Τελικά όμως, «αναγκάστηκε» να επιστρέψει και να αυτοεγκλωβιστεί στο πλαίσιο των φτηνών εκδόσεων λαϊκής ψυχολογίας της εποχής του. Ο θεατής μπορεί να εισπράξει αυτή την αίσθηση, ήδη από τον «γραπτό πρόλογο» με τον οποίο ξεκινάει η ταινία.

Οι ερμηνείες δεν είναι ακριβώς κακές, αλλά είναι όλες κάπως. Η Ingrid Bergman, για παράδειγμα, «κεφαλοκλειδωμένη» από αυτή τη μικρή -τύπου παπιγιόν- κορδέλα στο λαιμό, σφιχτοδεμένη με μια ζακετούλα μονίμως ριχτή στους ώμους, «υποχρεωμένη» (μάλλον) να αφήνει τη σκανδιναβική της προφορά να εκφέρεται βαριά στα αγγλικά (ίσως επειδή αυτό εθεωρείτο ότι προσθέτει επιπλέον ιατρικό κύρος; ποιος ξέρει;) και τέλος, μ’ ένα σπιράλ μπλοκάκι και μολύβι μονίμως ανά χείρας, πείθει περισσότερο ως τηλεφωνήτρια του ΟΤΕ (υπηρεσία τηλεφωνικού καταλόγου –131) που λύνει σταυρόλεξα την ώρα της δουλειάς της, παρά ως λαμπρή και δυναμική νεαρή ψυχίατρος. Ανάλογα προβλήματα αντιμετωπίζει και ο Gregory Peck, που υποτίθεται ότι πάσχει από αμνησία. Τη μια, μοιάζει χαμένος σε άγχη που δεν αντιλαμβάνεται, την άλλη αντιμετωπίζει τα ενοχικά του σύνδρομα με μια λεβέντικη σιγουριά ότι θα γίνει καλά (σαν να επρόκειτο ας πούμε για μια απλή ανεμοβλογιά) την τρίτη, είναι τόσο ταραγμένος, που τον πιάνει πονοκέφαλος και λιποθυμικό κρεσέντο κι άλλες στιγμές πάλι γίνεται ένας ζεν πρεμιέ-περδίκι, που θέλει να διαβάσει την εφημερίδα του, να πάει μια βόλτα με το κορίτσι του (και τέλος πάντων να ξεσκάσει βρε αδελφέ).

Προφανώς τα παραπάνω δεν είναι ούτε ερμηνευτικές αδυναμίες, ούτε σκηνοθετικά λάθη.

Για τους ηθοποιούς αυτούς (αλλά και για τον Χίτσκοκ σαν σκηνοθέτη) οι δύο κύριοι χαρακτήρες του έργου είναι τόσο σαφείς και απλοί στη δομή τους, που θα μπορούσαν να έχουν πλάσει τους ρόλους τους στο σορολόπ, πίνοντας καφεδάκι στα πλατό, λίγο πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Άλλωστε στη «μικροκλίμακα» ορισμένων σκηνών, αποκαλύπτονται με λαμπρότητα οι πραγματικές τους υποκριτικές δυνατότητες. Η στυλιζαρισμένη «κονσερβοποίηση» τους μάλλον προήλθε από την «ανάγκη» να προβληθούν «ευανάγνωστες» αντιδράσεις και συμπεριφορές, που τις περισσότερες φορές έχουν σχεδόν διδακτικό ύφος προς τους θεατές.
Η «ανάγκη» αυτή προκλήθηκε με τη σειρά της, από δύο αντίρροπες τάσεις, που ήταν αφ’ ενός η μέριμνα για υπεραπλοποίηση, και αφ’ ετέρου το να «προσκολληθούν» σταθερά οι ρόλοι στην επιστημονική αλήθεια.


Το αποτέλεσμα ήταν οι cult ερμηνείες, να κορυφωθούν στο πρόσωπο του Michael Chekhov, ο οποίος παίζει τον Δρα Αλεξάντερ Μπρούλοβ (Άλεξ, για τους φίλους και τους ψυχαναλυόμενους του) και ο οποίος παίζει «μεταμφιεσμένος» -κυριολεκτικά και εν ψυχρώ- σε… Φρόυντ. Πολύ cult είναι και οι όμορφες «ξυλώδεις» ατάκες του, όπως π.χ. : «Καληνύχτα και όνειρα γλυκά… τα οποία θα αναλύσουμε αύριο μετά το πρωινό».

Βρείτε τον Χίτσκοκ. Ένα από τα πιο all times classic cult στοιχεία των ταινιών του Χίτσκοκ είναι οι προσωπικές του cameo εμφανίσεις. Στη «Νύχτα Αγωνίας» θα τον δείτε να βγαίνει από το ασανσέρ, του Empire Hotel κρατώντας ένα βιολί.

Ένα άλλο πολύ cult στοιχείο του έργου είναι η σκηνή, που δείχνει όλους τους ψυχιάτρους του Ιδρύματος Γκρην να χειρουργούν –έτσι, όλοι μαζί- στο χειρουργείο του. Γι’ αυτήν την ξαφνική «αλλαγή ειδικότητας» των ψυχιάτρων δεν δίνεται καμιά ικανοποιητική «αντισταθμιστική» δικαιολογία από το σενάριο. Όταν όμως παρατηρεί κανείς το «muppet show τέμπο» της σκηνής, μπορεί να φανταστεί πολύ εύκολα, ότι ο Χίτσκοκ πρέπει να το ευχαριστήθηκε πάρα πολύ, όσο τη γύριζε.


Το cult πηγάζει κι από αλλού. Στη σκηνή όπου οι δύο πρωταγωνιστές υποτίθεται πως κάνουν σκι, οι κινήσεις τους φαίνονται τόσο αφύσικες, που θα έλεγε κανείς ότι μάλλον προσποιούνται ότι πετούν με μαγικό χαλί. Όσο για τη σεκάνς όπου χιονίζει, το χιόνι είναι κορν φλέηκς (αυτό βέβαια δεν φαίνεται, αλλά είναι πολύ cult να το γνωρίζει κανείς).

Η έπαρση, με την οποία, όλοι οι ψυχαναλυτές της ταινίας, με πρωτοστάτη τον αρχι-ψυχαναλυτή Άλεξ Μπρούλοβ, θεωρούν ότι μια γυναίκα ψυχίατρος / ψυχαναλύτρια δεν μπορεί να κάνει την δουλειά της, από τη στιγμή που είναι ερωτευμένη είναι επίσης, πολύ cult. Ακόμα πιο cult όμως, είναι το ότι επιμένουν να εστιάζουν το ασύμβατο, περισσότερο στον έρωτα της, ως μία γενικότητα που πλανάται αόριστα, παρά στο ότι είναι τρελά ερωτευμένη με τον ασθενή τον οποίο προσπαθεί να αναλύσει.


Ο Άλφρεντ και οι προκαταλήψεις. Γενικώς τα έργα του Χίτσκοκ έχουν πολύ συχνά κατηγορηθεί ως σεξιστικά. Αυτό βέβαια ίσως να είναι λίγο άδικο για τον μεγάλο μαιτρ, από την άποψη ότι, στην εποχή του (και ειδικότερα κατά τη δεκαετία του ‘40 που γυρίστηκε η «Νύχτα Αγωνίας»), όλες οι ταινίες ήταν σεξιστικές και το «σταθερό θεμελιώδες ντουέτο πρωταγωνιστών» αποτελείτο από ένα «λίαν ενεργητικό άνδρα ηρωικού προφίλ» και μια «άκρως παθητική γυναίκα εκπάγλου καλλονής».


Ωστόσο, η γενική αυτή τάση δεν αρκεί για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι οι αγαπημένες πρωταγωνίστριες του Χιτς έτυχε να είναι όλες : ξανθές, με διαταραγμένη προσωπικότητα, μετρίου IQ (φαινομενικά τουλάχιστον) και ηθικά κρυπτο-επιρρεπείς προς το πλέον ανάρμοστο.


Στη «Νύχτα Αγωνίας» ο Χίτσκοκ ξεγελάει το θεατή. Παρουσιάζει αρχικά την Κόνστανς Πήτερσον, ως μια εξ ορισμού δυναμική και εξέχουσα προσωπικότητα. Είναι η μόνη γυναίκα γιατρός στο Ίδρυμα και χαίρει της εκτίμησης όλων των συναδέλφων της. Είναι άτεγκτη, προσηλωμένη στην εργασία και τις μελέτες της, μεθοδική, με καθαρή και γρήγορη σκέψη, που δεν επηρεάζεται από τα συναισθήματα της -σαν να ήταν εντελώς ξεκομμένη απ’ αυτά.

Αυτό το προφίλ της Κόνστανς (βλ. ειρωνεία στην ετυμολογία: ΚόνστανςàConstanceà Constancy = σταθερότητα, εμμονή, αμεταβλησία) καταρρέει «εν μια σκηνή», από την οποία και μετά, η αγνή ψυχαναλύτρια παίρνει άσχημα την κάτω βόλτα και γίνεται προοδευτικά όλο και πιο «ρεζίλι», με καπιτάλε στιγμές, τα όσα cult της αραδιάζει κατάμουτρα ο Δρ Μπρούλοφ.

Κόνστανς: η πτώση μιας ψυχαναλύτριας. Ως grand maitre της ειρωνείας, ο Χίτσκοκ αναπαριστά την «πτώση» της Κόνστανς, με μια πραγματική πτώση : Η Ingrid Bergman και ο Gregory Peck βγαίνουν την πρώτη βόλτα τους, κάπου στα χωράφια γύρω από το Ίδρυμα. Φτάνουν μπροστά σε ένα φράχτη που αποτελείται από δύο χαλαρά συρματοπλέγματα και ο Peck προτείνει με μια κίνηση αβρότητας, να βοηθήσει την Ingrid να περάσει, κρατώντας σηκωμένο ψηλά το ένα συρματόπλεγμα. Εκείνη αρνείται την προσφορά του κάνοντας μάλιστα μια κίνηση και ένα μορφασμό, που προδίδουν ευγενικά, ότι την θεώρησε μάλλον μειωτική. Σηκώνει τότε μόνη της το επάνω συρματόπλεγμα και προσπαθώντας να περάσει, σκοντάφτει, παραπατώντας στο κάτω συρματόπλεγμα και πέφτει. Ο Peck σπεύδει να τη βοηθήσει και από εκείνο το σημείο, ο κεραυνοβόλος έρωτας, που χτύπησε την κακομοίρα την Κόνστανς, αναδύεται σε όλο του το μεγαλείο, την μεταβάλλει ραγδαία και την σπρώχνει προς το «100% γυναίκα» άκρο της.

Έτσι, στη συνέχεια η Κόνστανς παρουσιάζεται ως υποκειμενική, κουτούτσικη, κουτοπονηρούτσικη, συναισθηματικά ανωριμούτσικη, ανήμπορη να αποφύγει τις ερωτικές προτάσεις αγνώστων (σε σημείο μάλιστα, που να δέχεται με ανακούφιση τις φροντίδες άλλων, τρίτων αγνώστων, προκειμένου να γλιτώσει από τους πρώτους) κ.λπ. κ.λπ. Είναι ανίκανη να κρίνει ορθά και ξεκάθαρα, ενεργεί βασιζόμενη αποκλειστικά στη διαίσθηση της και είναι έτοιμη να ρισκάρει την καριέρα και την ίδια τη ζωή της, για ένα τύπο τον οποίο γνωρίζει ελάχιστα (μόνο μερικές μέρες) και που, με τον τρόπο του, φαίνεται να είναι εντελώς βλαμμένος και αναξιόπιστος.

Ο Χίτσκοκ και το σενάριο οικοδομούν με αλύπητη ειρωνεία τη «νέα Κόνστανς», αλλά και με τόσο πειστικό τρόπο, που στο τέλος ο θεατής ακούει σχεδόν με ανακούφιση τον Δρα Μπρούλοβ να περιλούζει την Ingrid με τις περίφημες ατάκες:

-«Παντρεύτηκες! Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το γάμο! Στο γάμο δεν υπάρχουν ψυχώσεις νευρώσεις και συμπλέγματα. Συγχαρητήρια! Σας εύχομαι να αποκτήσετε παιδιά και όχι φοβίες.»
-«Όπως έλεγε ένας φίλος μου οι γυναίκες γίνονται οι καλύτεροι ψυχαναλυτές, ώσπου να ερωτευτούν! Μετά γίνονται οι καλύτεροι ασθενείς»
-«Μη συνεχίζεις με τη συνήθη γυναικεία αντιδραστικότητα»


-«Και οι δυο ξέρουμε ότι το μυαλό μιας ερωτευμένης γυναίκας λειτουργεί κάτω από το χαμηλότερο επίπεδο διανόησης»
-«Είσαι είκοσι φορές πιο τρελή από αυτόν!»
-«Είστε εξαίρετη επιστήμονας, αλλά μάλλον ανόητη γυναίκα»

Ο σταρ που κλέβει την παράσταση. Η σκηνή του ονείρου είναι ο μεγάλος σταρ του έργου. Η περίφημη αυτή σκηνή που σχεδιάστηκε σκηνογραφικά από τον Salvador Dali είχε αρχικά υπολογιστεί να έχει διάρκεια 20 λεπτών. Τελικά όμως γυρίστηκε μόνο ένα τμήμα της. Πολλές από τις σεκάνς της σκηνής τραβήχτηκαν σε μια φάση που ο Χίτσκοκ δεν ήταν στα πλατό και τον αντικαθιστούσε ο Bill Marzies (γεγονός που δεν αναφέρεται πουθενά στο ζενερίκ του έργου).

Η ιδέα να ανατεθεί στον Νταλί η σκηνή του ονείρου προήλθε κυρίως από το ότι ο Χίτσκοκ ήταν μεγάλος θαυμαστής του στυλ του Μπουνιουέλ, ο οποίος –ως γνωστόν- είχε γυρίσει μαζί με τον Νταλί τις δύο πρώτες ταινίες του. Στηριζόταν επίσης και στο ότι κανένας καλλιτέχνης δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει μια τόσο τέλεια αναπαράσταση του σουρεαλισμού των ονείρων όσο ο Νταλί. Ο παραγωγός Selznick είχε ανησυχήσει με το κόστος αυτής της συνεργασίας, αλλά ο Χίτσκοκ επέμενε θεωρώντας πολύ σωστά, ότι ο Νταλί θα λειτουργούσε και σαν ένας μηχανισμός μάρκετινγκ για την ταινία. Ωστόσο, ο Χίτσκοκ δεν κατάφερε να επιβάλει όλους τους όρους του στον Selznick. Ήθελε κατ’ αρχάς να ξεφύγει από τις παραδοσιακές «σεκάνς θολούρας», που είχαν καθιερωθεί ως εισαγωγικές ενός ονείρου σε κάθε κινηματογραφική ταινία. Προτιμούσε στη σκηνή του ονείρου να συνυπάρχουν διαύγεια και έντονα κοντράστ, ακριβώς όπως και στις υπόλοιπες. Ήθελε δηλαδή μια λαμπρότητα φωτός στην εικόνα, ακριβώς όπως συμβαίνει στα πραγματικά, έντονα όνειρα. Ο Χίτσκοκ είχε εκμυστηρευτεί στον Φρανσουά Τρυφώ σε μια συνέντευξη του για το περιοδικό “Cahiers du Cinema” ότι επιθυμούσε η σκηνή του ονείρου να περιλαμβάνει μόνο εξωτερικά γυρίσματα με φως ημέρας. Ο παραγωγός όμως δεν είχε εγκρίνει το κόστος και τα γυρίσματα έγιναν στο στούντιο. Επίσης, οι περικοπές λόγω κόστους έκοψαν και πολλές προτάσεις του Νταλί. Υπήρχε για παράδειγμα μια σκηνή που δεν γυρίστηκε ποτέ, η οποία διαδραματιζόταν σε μια μεγάλη αίθουσα χορού, από την οροφή της οποίας κρέμονταν πιάνα. Επίσης δεν ολοκληρώθηκε μια σκηνή που έδειχνε αγάλματα, στα οποία ξαφνικά άνοιγαν ρωγμές, μέσα από τις οποίες έβγαιναν μερμήγκια. Τα μερμήγκια στη συνέχεια θα ανέβαιναν πάνω στο σώμα της Ingrid Bergman μέχρι να το καλύψουν ολόκληρο (ορισμένα πλάνα της Ingrid με τα μερμήγκια γυρίστηκαν και έχουν συμπεριληφθεί στο DVD της ταινίας, που κυκλοφορεί σε Αγγλία και Αυστραλία). Η σκηνή με τα μερμήγκια, θεωρήθηκε εκτός της κατεύθυνσης προς την οποία ήθελε ο Χίτσκοκ να κινηθεί το όνειρο και επιπλέον θύμιζε έντονα τη σκηνή από τον «Ανδαλουσιανό Σκύλο» (την πρώτη ταινία του Νταλί και του Μπουνιουέλ), όπου, από μια τρύπα στο χέρι ενός άνδρα έβγαιναν μερμήγκια. Υπάρχει όμως και μια άλλη, σημαντική αναφορά στον «Ανδαλουσιανό Σκύλο», η οποία παρέμεινε στην ταινία και είναι η διάσημη σεκάνς στη χαρτοπαικτική λέσχη, όπου ένα τεράστιο ψαλίδι κόβει τα μάτια που είναι ζωγραφισμένα σε μια κουρτίνα. Πολύ αργότερα (το 1976) ο Νταλί είχε πει σε μια συνέντευξη του ότι οι σεκάνς, που του άρεσαν περισσότερο και τις θεωρούσε σημαντικότερες, κόπηκαν από τη σκηνή του ονείρου στο μοντάζ. Αυτό ακούγεται ιδιαίτερα αφοριστικό, αλλά είναι δύσκολο να πει κανείς αν έχει πραγματική αξία ως αφορισμός, δεδομένου ότι ο Νταλί εκείνη την εποχή είχε γίνει ιδιαίτερα εριστικός με όλους και για τα πάντα. Από το σκηνικό της συγκεκριμένης σεκάνς διασώθηκε ένας καμβάς, διαστάσεων 5Χ6 μέτρα, τον οποίο είχε ζωγραφίσει ο Νταλί και ο οποίος συχνά εκτίθεται στις μεγάλες εκθέσεις που του αφιερώνονται ανά τον κόσμο.



Μια κόκκινη στιγμή και μια ανατριχίλα. Η ταινία είναι ασπρόμαυρη υπάρχουν ωστόσο δύο πλάνα τα οποία ήταν επιζωγραφισμένα κόκκινα (πρόκειται για εκείνα στα οποία το όπλο εκπυρσοκροτεί καθώς στρέφεται προς την κάμερα). Για το λόγο αυτό, η ταινία θεωρείται η μικρότερη παραγωγή Technicolor, που έγινε ποτέ. Στο DVD που διατέθηκε πρόσφατα από μεγάλη Αθηναϊκή εφημερίδα, το κόκκινο αυτό χρώμα μπλαβίζει λίγο. Φαίνεται και δεν φαίνεται. Δηλαδή εμφανίζεται μεν στην οθόνη, αλλά στιγμιαία και όχι καθαρά, γι΄ αυτό και ίσως να μην γίνει αντιληπτό από κάποιον που δεν περιμένει να το δει (μπορεί δηλαδή, να το περάσει κανείς για τυχαίο ρεφλέ της συσκευής του).

Ωστόσο, εκείνο που διακρίνεται μάλλον καθαρά (και διακρίνεται ακόμα και αν κάποιος δεν είναι προετοιμασμένος να το δει) είναι ότι το χέρι που κρατάει το όπλο, δεν είναι το χέρι του ηθοποιού, αλλά ένας (μάλλον τεράστιος) περιστρεφόμενος άξονας που έχει το σχήμα του χεριού με το όπλο. Ο άξονας αυτός σχεδιάστηκε με ιδιαίτερη φροντίδα έτσι ώστε να γίνεται εντυπωσιακή η περιστροφή του, αλλά ταυτόχρονα να τηρούνται οι κανόνες της προοπτικής της εικόνας. Εννοείται ότι σε σύγκριση με τα σημερινά μέσα, αυτό το «εφέ» είναι τόσο «νεολιθικής τεχνολογίας», που θα μπορούσε να προκαλέσει γέλια. Παρ’ όλ’ αυτά ο πομπώδης ρυθμός της περιστροφής του όπλου, σε συνδυασμό με τη μουσική υπόκρουση του πλάνου, αναπαράγουν ακόμα, ένα μέρος τουλάχιστον, από την αίσθηση του τρόμου που τότε στόχευαν να δημιουργήσουν. Αυτό αξίζει να το αναφέρουμε, ως παράδειγμα που επαληθεύει (πέραν της σκηνοθετικής ιδιοφυΐας του Χίτσκοκ) και το ότι μια «επιτυχημένη» σκηνή τρόμου οφείλει πάντα περισσότερα στο ρυθμό της και στην «ατμόσφαιρα» του «φόντου» της, παρά στα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για τα εφέ.

Οι λόγοι για τους οποίους η ταινία αυτή ταιριάζει με τα προτεινόμενα πιάτα.

Κατ’αρχάς ο Καπνιστός σολομός σε Gregory cut με μαυρομάτικα «à la Salvador» είναι ένα κρύο πιάτο, που εκ της φύσεως του, δηλαδή, επειδή είναι κρύο, ταιριάζει με το παγερό ασάλευτο βλέμμα ενός ψυχαναλυτή την ώρα που βγάζει τα συμπεράσματα του, αλλά και με την «αλληγορική απεικόνιση», εκείνης της παγωνιάς του αμνησιακού μυαλού, που τόσο τέλεια συνθέτουν το λευκό και το χιόνι στην ταινία.

Επίσης ο καπνιστός σολομός, που σήμερα έχει εκλαϊκευτεί όσο κανένα άλλο έδεσμα, ήταν ακόμα το 1945 το «κάπως καλύτερο πιάτο», δηλαδή ήταν κοντά στο «διακριτικά κυριλέ», που ναι μεν δεν είναι το κέντρο βάρους της ταινίας, αλλά είναι απανταχού παρόν. Βέβαια, όπως ο μεγάλος πρωταγωνιστής στην ταινία είναι το όνειρο του Νταλί και η «ραχοκοκαλιά» αυτού του ονείρου βρίσκεται στις δύο υπέροχες σεκάνς με τα μάτια (εκείνη στην έναρξη του ονείρου και τη σεκάνς με την κουρτίνα και τα μάτια) έτσι και τα μαυρομάτικα φασόλια, που θα σας κοιτάζουν επίμονα μέσα από την γαβάθα τους, θα είναι η ραχοκοκαλιά του προτεινόμενου πιάτου.




Εξάλλου, επειδή σε όλη την ταινία «πλανάται» μια εντυπωσιακή εξοικείωση με τον «φλεγματικό τόνο» των ψυχαναλυτών που πλαισιώνουν την Ingrid Bergman, σας προτείνουμε ως απεριτίφ, ένα τέλειο κοκτέιλ, με σκοπό να σας βοηθήσει να εντοπίσετε το «συγκεκριμένο μήκος κύματος» συμπεριφοράς και να το απολαύσετε. Πρόκειται για το «Αμνησία», που αν το υπερκαταναλώσετε, θα μπορέσετε επίσης, να παίξετε πολύ επιτυχημένα το ρόλο του Gregory Peck και μάλιστα, χωρίς να χρειαστεί να διαβάσετε τα λόγια σας από το σενάριο.

Οι συνταγές

Κοκτέιλ «Αμνησία»
Υλικά (για 4 μερίδες)

  • 60 ml (δηλ. 2 μεζούρες/σφηνάκια) Blue Curacao
  • 60 ml Schnapps πεπόνι
  • 60 ml Bacardi
  • 40 ml φρέσκο χυμό πορτοκάλι
  • 15 ml χυμό ανανά
  • ροδέλες λεμονιού και πορτοκαλιού




Εκτέλεση

Βάζουμε όλα τα υλικά σε μια καράφα, ανακατεύουμε ελαφρά και σερβίρουμε σε παλιομοδίτικα κολονάτα ποτήρια του κόκκινου κρασιού, με πολύ πάγο. Το όνομα του δεν είναι τυχαίο. Η κατάχρηση «σε στέλνει» (με αμνησία : δεν θυμάσαι ποτέ πως το ‘παθες). Φταίει η γλυκιά, δροσερή, φρουτώδης γεύση του, που σε παρασύρει και σε κάνει να πιστεύεις ότι πίνεις μια παραλλαγή της πορτοκαλάδας, που διαφέρει μόνο στο χρώμα.

Καπνιστός σολομός σε Gregory cut με μαυρομάτικα «à la Salvador»


Υλικά (για 4 άτομα)
  • Καπνιστός σολομός για τέσσερις (περίπου 500g)
  • 3 φλιτζάνια (βλ. 1 φλιτζάνι = 250 ml) φασόλια μαυρομάτικα
  • 1 κόκκινη πιπεριά Φλωρίνης
  • 1 πράσινη πιπεριά
  • 1 πορτοκαλί πιπεριά
  • ½ φλιτζάνι φρέσκα κρεμμυδάκια λεπτοκομμένα σε ροδέλες
  • 4 κ.σ. ελαιόλαδο
  • 2 κ.σ. ξύδι Καλαμάτας
  • 2 κ.σ. ξύδι Balsamico
  • 1 κ.σ. μουστάρδα Dijon
  • ½ λεμόνι
  • 1 κ.σ. ψιλοκομμένος μαϊντανός
  • 1 κ.σ. ψιλοκομμένος άνηθος
  • 1 κ.σ. μαύρη ζάχαρη
  • 1 κ.σ. τριμμένο κόλιαντρο
  • ½ κ.γ. κανέλλα
  • ½ κ.γ. τριμμένο κάρδαμο
  • αλάτι και πιπέρι




Εκτέλεση

  • Έχουμε αφήσει τα μαυρομάτικα όλο το βράδυ της προηγουμένης στο νερό και την επομένη τα βράζουμε καλά και τα αφήνουμε να στραγγίξουν.
  • Πλένουμε τις τρεις πιπεριές, τις καθαρίζουμε από σπόρους και κοτσάνια και τις ψιλοκόβουμε σε πολύ μικρούς κύβους.
  • Φτιάχνουμε μία σος με τη βοήθεια π.χ. ενός μίξερ τύπου μουλτιμουλινέτ, στο οποίο έχουμε αντικαταστήσει το κοπτικό, με το ειδικό εξάρτημα που ανακατεύει και ομογενοποιεί τις σάλτσες. Χρησιμοποιούμε το λάδι, τα 2 ξύδια, τη μουστάρδα, το χυμό από το μισό λεμόνι, τη ζάχαρη, το κόλιαντρο, την κανέλλα, το κάρδαμο, αλάτι και πιπέρι.
  • Σε μια σαλατιέρα τοποθετούμε τα μαυρομάτικα, τα κρεμμυδάκια, τις πιπεριές, το μαϊντανό και τον άνηθο. Αρχίζουμε να ανακατεύουμε ελέγχοντας ότι τα υλικά μας αναμιγνύονται ομοιόμορφα και προοδευτικά, προσθέτουμε τη σος. Συνεχίζουμε να ανακατεύουμε μέχρι να βεβαιωθούμε ότι η σος έχει πάει παντού. Ελέγχουμε το αλάτι και το πιπέρι του μίγματος και διορθώνουμε αν χρειαστεί.
  • Στη συνέχεια βάζουμε τη σαλατιέρα στο ψυγείο να μαριναριστεί για μερικές ώρες.
  • Λίγο πριν σερβίρουμε τους καλεσμένους μας, κόβουμε το σολομό σε λεπτές μακρόστενες λουρίδες (που να θυμίζουν πες ταλιατέλες) και τις απλώνουμε ομοιόμορφα και παράλληλα σε λευκά πιάτα, έτσι ώστε να δημιουργήσουμε το «ριγέ εφέ» που τρόμαζε τον Gregory Peck στην ταινία. Αυτή η «απλή σκηνοθεσία» είναι το λεγόμενο Gregory cut.
  • Οι καλεσμένοι παίρνουν από τη σαλατιέρα τα μαυρομάτικα για να συνοδεύσουν το σολομό τους.




Μικρά μυστικά

  • Ο καλύτερος σολομός γι’ αυτό το πιάτο είναι ο σολομός Βαλτικής. Εκτός από την υπέροχη, φίνα γεύση του, την «αραχνοΰφαντη» υφή του, το λεπτό άρωμα και τη σκανδιναβική καταγωγή του, έχει ένα επιπλέον ατού: το ανέλπιστα ροζ χρώμα του, που είναι χάρμα οφθαλμών. Πρόκειται για πολική ανταύγεια, που προέρχεται από την γκάμα των κόκκινων και όχι από τη συνήθη για σολομό, γκάμα των πορτοκαλί. Όλες αυτές οι ποιότητες μαζί, δημιουργούν μιαν ευχάριστη αίσθηση, ένα μικροενθουσιασμό, κάπως, σαν να επρόκειτο να φάτε την ίδια την Ingrid Bergman! (Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η ποικιλία του τριαντάφυλλου που πήρε το όνομα της μεγάλης ηθοποιού είναι κι αυτή κατακόκκινη). Για όλους τους παραπάνω λόγους είναι πραγματικά κρίμα το ότι όπως βρέθηκε πρόσφατα, ο σολομός Βαλτικής είναι γεμάτος διοξίνες. Για το λόγο αυτό δεν μπορούμε να σας τον συστήσουμε ανεπιφύλακτα, όπως θα επιθυμούσαμε. Αν όμως δεν τρώτε τακτικά σολομό, δεν θα πάθετε τίποτα αν για μια φορά δοκιμάσετε τον Βαλτικής! Στην περίπτωση όμως, που δεν θέλετε με τίποτα να μπείτε σε τέτοια διαδικασία εκτίμησης κινδύνων, σας προτείνουμε να επιλέξετε σολομό Νορβηγίας, που είναι πάντα μια κλάση «πιο Ingrid» από τον Σκοτίας.


«Ψιλοδωρήματα» (sic) (βλ. tips)

Διασκεδάστε ψωνίζοντας: Πεταγόμαστε μέχρι το μανάβη για ν’ αγοράσουμε τις πιπεριές μας. Αν θέλουμε μπορούμε να φορέσουμε μια απλή, λευκή, ιατρική μπλούζα, αν και δεν είναι απαραίτητο. Μπαίνουμε μέσα στο μαγαζάκι του. Στην αρχή, μπορούμε -αν δεν είμαστε ιδιαίτερα βιαστικοί- να υποκριθούμε ότι πάσχουμε από αμνησία και ότι δεν θυμόμαστε τι θέλουμε να ψωνίσουμε. Ειδάλλως, του λέμε με το πρώτο την παραγγελία. Στη συνέχεια προσποιούμαστε ότι δεν επιτηρούμε τις κινήσεις του και τον αφήνουμε να βάλει στη χαρτοσακούλα, τις μαραμένες πιπεριές, που επιθυμεί «να μας καθίσει». Τον αφήνουμε να ζυγίσει και απολαμβάνουμε το δήθεν αφηρημένο κουτοπόνηρο ύφος του την ώρα που θα πει «Θέλετε και τίποτ’ άλλο;». Εμείς παραμένουμε ανέκφραστοι και τον κοιτάζουμε κατευθείαν στα μάτια, χωρίς να μιλάμε. Αυτό είναι σίγουρο ότι θα τον τρομάξει, αλλά εκείνος αρχικά θα αποφύγει να εκφραστεί, ή να πει το οτιδήποτε. Περιμένουμε λίγο ακόμα, μόνο και μόνο για να ενταθεί η αγωνία του και μόλις μας ξανακοιτάξει με βλέμμα νυχτωμένο και όλο αγωνία, του λέμε πολύ σταθερά, χωρίς κατ’ ανάγκη να υψώσουμε τον τόνο της φωνής μας «Λοιπόν; Θα βάλεις φρέσκιες πιπεριές, ή θα σου ‘ξηγήσω τ’ όνειρο;». Αποκλείεται να μην συμβιβαστεί.

Γιάννης Κωνσταντινίδης (στήλη CineGourmet)



 
Spellbound (1945) - kprncs - Τρί 05 Ιουν 2018 - 09:51
ΣΧΟΛΙΟ του ΚΓΠ στο [http://www.cine.gr/film.asp?id=703500&page=4]
Spellbound (1945)
ΠΛΟΚΗ: Όταν ο νεός διευθυντής Dr. Edwards (Gregory Peck) του ψυχιατρικού Ιδρύματος παρουσιάζεται από τον αποχωρούντα διευθυντή Dr Murchison (Leo Caroll), η νεαρή, εργατική αλλά ανέραστη ψυχίατρος Dr Petersen (Ingrid Bergman) υποκύπτει σε ακαριαίο έρωτα!
Ο Dr. Edwards, όμως, συμπεριφέρεται με περίεργο τρόπο, δείχνει συμπτώματα σοβαρής ψυχικής ασθένειας και γενικά καθίσταται αμέσως ύποπτος στα μάτια των συναδέλφων του.
Έτσι, ενώ έχει μόνο μία ημέρα στο Ίδρυμα, εγκαταλείπει και καταφεύγει σε ένα ξενοδοχείο στην Ν Υόρκη.
Η ερωτευμένη Dr Petersen τον ανακαλύπτει και ορκίζεται να μείνει να τον βοηθήσει για να ξεπεράσει τις ενοχές του.
Ενώ, λοιπον η Αστυνομία τον αναζητά για να βρεί τι συνέβη στον πραγματικό Dr. Edwards, το ζευγάρι καταφεύγει στην βοήθεια του παλιού καθηγητή της Petersen, ο οποίος την βοηθά στην προσπάθεια της.
Στο μεταξύ ο Edwards, βασανίζεται απο περίεργα όνειρα και παρανοικές στιγμές, που χάνει την ψυχραιμία του και ετοιμάζεται ακόμα και να δολοφονήσει...
Η Petersen όμως επιμένει να ανακαλύψει τα μυστικά της παιδικής ηλικίας του αγαπημένου της για να τον θεραπεύσει....
ΚΡΙΤΙΚΗ: Σε αυτό το πολύ μπλεγμένο σενάριο, βασισμένο από τον δάσκαλο Hitchcock στις ψυχικές έρευνες και τις προόδους της ψυχιατρική επιστήμης, παρατηρούμε την αναλυτική εξέταση ενός παρανοικού -κατα φαντασίαν - δολοφόνου, ο οποίος με την κατάλληλη ιατρική φροντίδα αποδίδεται..λευκός στην κοινωνία...
Το σενάριο είναι πάντως υπερβολικό στο ότι η Petersen ερωτεύεται σε άνα απόγευμα (!) ένα άνδρα με έντονα ψυχολογικά προβλήματα, που τον ακολουθεί φανατικά για να τον σώσει, ξεμπλέκοντας το μπλεγμένο κουβάρι του σεναρίου της ταινίας. Κια σαν να μη έφταναν αυτά, αποκαθιστά την ψυχική ηρεμία του αγαπημένου της και βρίσκει και τον πραγματικό δολοφόνο του πραγματικού Dr. Edwards (!!).
Η ταινία, πάντως, μας αποκαλύπτει απίστευτες αλήθειες για την μακρινή εποχή του 1945: Γιατροί που κάπνιζαν ασύστολα (ακόμα και μέσα στις συνεδρίες με τους ασθενείς τους) και έκαναν, σχεδον φυσιολογικά, σεξιστικές λεκτικές επιθέσεις στην ανύπαντρη ομορφούλα Petersen (χωρίς κανείς να αντιδρα...).
Ξεχωρίζει, πάντως η αρτιότητα της ταινίας -και της αξίζουν άριστα- γιατί περιέχει την ανάλυση του ονείρου του Edwards σχεδιασμένη ψυχεδελικά από τον μεγάλο Salvador Dali σαν πίνακας ζωγραφικής. Μάλιστα η απεικόνιση του χρόνου στο όνειρο του Dr. Edwards θυμίζει έντονα τον πίνακα του Dali με τα λιωμένα ρολόγια "The Persistence of Memory" (1931), στον οποίο ο Dali, ως μεγάλος θαυμαστής του πατέρα της ψυχιατρικής Sigmund Freud, προσπάθησε να "ξεγελάσει την πραγματικότητα"...
Παρόλα τα υπερβολικά στοιχεία της, η ταινία περιέχει εξαιρετικές ερμηνείες από όλους τους πρωταγωνιστές της και πολλές κινηματογραφικές καινοτομίες, που την καθιστούν κλασική δημιουργία. [ΚώσταςΚΓΠ04062018](9/10)
Το επεξεργάστηκε ο/η kprncs συνολικά 2 φορές
 
Legacy - Χρήστος Καλκάνης - Unverified - Πεμ 05 Απρ 2007 - 19:41
Κυριε Γιαννη Κωνσταντινιδη, γιατι δεν πατε στον Μαμαλακη να γυρισετε μαζι τις εκπομπες >; Ο Μαμαλακης θα σας χρειαστει για βοηθο και συμπαρουσιαστη του... Επισης εχω τη συνταγη για μπριαμ. Θελετε να σας τη δωσω;
Ας σοβαρευτουμε και λιγακι. Επι του θεματος: Ωραια ταινια η > (με αυτο τον τιτλο προβληθηκε στην Ελλαδα). Ψυχολογικο θριλερ που παρουσιαζει μεν ενδιαφερον, αμφισβητειται δε απο το ευρυ κοινο. Και δυστυχως που αμφισβητειται, γιατι δυσκολα θα βρεθουν σκηνοθετες σαν τον Χιτσκοκ, που θα βουτηξουν την πενα τους στο μελανι και θα μεγαλουργησουν. 8/10 λοιπον.
Χρήστος Καλκάνης
 
Legacy - Χρήστος Καλκάνης - Unverified - Πεμ 05 Απρ 2007 - 19:48
Κυριε Κωνσταντινιδη, εχω μια απορια με τη συντγη του κεικ και θελω να με βοηθησετε. Συνηθως, κατα το ψησιμο το κεικ δεν φουσκωνει (παρολο που βαζω φαρινα Γιωτη!), με αποτελεσμα να βγαζω απο το φουρνο ενα ξερο και σκληρω πραγμα που μοιαζει με κεικ... Τι να φταιει αραγε; Τι κανω λαθος; Μπορειτε να με συμβουλεψετε;
Χρήστος Καλκάνης
 
Legacy - izac - Unverified - Κυρ 01 Ιουλ 2007 - 03:33
Mallon ftaiei to oti grafeis to "sklhro" me wmega!LOL
izac
 
Βλέπετε τα πρώτα 4 σχόλια. Πατήστε εδώ για να εμφανιστούν όλα.

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.