• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


Les Parents Terribles (1948)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Οι Τρομεροί Γονείς
- Γνωστό και ως:
The Storm Within

Δραματική | 105'
Χρώμα: Ασπρόμαυρο
Ήχος: Mono
Γλώσσα: Γαλλικά
  Δημοτικότητα: 0.05 %
Αξιολόγηση: n/a (<3 ψήφοι)




 

- Κριτική από το Cine.gr:


ημερομηνία προβολής και κριτικής : 13-9-2003


Η υπόθεση : Η Υβόν (Yvonne de Bray) αγαπάει το γιο της Μισέλ (Jean Marais) με νοσηρό πάθος και όποτε φιλιούνται, ή αγκαλιάζονται, ή χαϊδεύονται, η σάρκα τους ανασκιρτά. Ωστόσο, ο Μισέλ που είναι 22 ετών αποφασίζει, πως πρέπει να ξεφύγει από την αποπνικτική ατμόσφαιρα αυτού του σπιτιού και να ακολουθήσει τη Μαντλέν (Josette Day) μια συνομήλικη του κοπέλα, με την οποία είναι ερωτευμένος. Ο Μισέλ γνωρίζει ότι η αγαπημένη του Μαντλέν συντηρείται από ένα κατά πολύ μεγαλύτερο της εραστή, αλλά δεν γνωρίζει πως ο εραστής αυτός, είναι ο πατέρας του Ζωρζ (Marcel Andre). Την κατάσταση αναλαμβάνει να ξεδιαλύνει η θεία του Μισέλ, Λεό (Gabrielle Dorziat), που συγκατοικεί μαζί τους και η οποία τρέφει έναν ασίγαστο έρωτα για τον Ζωρζ, που ήταν κάποτε ο αρραβωνιαστικός της, και την εγκατέλειψε, για να παντρευτεί την αδελφή της Υβόν.

Η γενική αίσθηση : (χρησιμοποιώντας αυθεντική ατάκα της θείας Λεό) «Δεν ξέρω αν πρόκειται για δράμα ή κωμωδία, αλλά είναι αριστούργημα»

Ο Cocteau και οι οιδιπόδειες σχέσεις.

Το 1938 ο Cocteau είχε προκαλέσει σκάνδαλο στο Παρίσι με το θεατρικό έργο Les Parents Terribles (Οι τρομεροί γονείς). Ο Cocteau προσέγγισε για πρώτη φορά το θέμα του Οιδιπόδειου συμπλέγματος στο θεατρικό έργο του La Machine infernale, το οποίο έγραψε τέσσερα χρόνια νωρίτερα, από το Les parents terribles και στο οποίο διηγήθηκε την ιστορία του Οιδίποδα με έναν εξεζητημένο, φιλοπαίγμονα και σχεδόν απαθή τρόπο.

Στο Les parents terribles επιστρέφει στο ζήτημα του οιδιπόδειου, αλλά τοποθετεί το νοσηρό αιμομικτικό έρωτα μέσα στην αστική οικογένεια του ’30 και δημιουργεί τη βάση ενός μελοδράματος, που “μωλωπίζει” συναισθηματικά, ήρωες και θεατές.

Ωστόσο, ενώ τα στοιχεία που συνθέτουν την πεμπτουσία της αυθεντικής τραγωδίας είναι όλα τους εκεί, το έργο μοιάζει να έχει ταυτόχρονα, πρώτου βαθμού συγγένεια με τα μπουλβάρ του Φεϋντώ (βλ. Feydeau) και στις στιγμές των συναισθηματικών εκρήξεων, δηλαδή στα σημεία όπου κορυφώνεται η τραγικότητα, η φάρσα είναι παρούσα και το κοινό γελάει. Ο Cocteau προσεγγίζει τους χαρακτήρες του έργου και τις σχέσεις τους με απολαυστική εφευρετικότητα. Οι ήρωες λένε ολοένα και περισσότερα ψέματα κάνουν διάφορες υπεκφυγές και τελικά φτάνουν σε ακόμα πιο έντονες, δραματικές και φλογερές αντιπαραθέσεις. Συγχρόνως ο Cocteau εστιάζει και προκαλεί το θεατή να δει, μια όψη της φύσης του ανθρώπινου ψυχικού άλγους, η οποία είναι εξαιρετικά αληθινή, αλλά παράλληλα, πολύ συχνά, παραλείπεται ως αμελητέα : το πάθος πολύ συχνά διέπεται και από γελοιότητα.

Jean Cocteau - Jean Marais

Ο Jean Marais γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1913 στο Χερβούργο (Cherbourg) και πέθανε στις 8 Νοεμβρίου 1998 στις Κάννες. Είναι ένα από τα πιο σημαντικά ιερά τέρατα του Γαλλικού κινηματογράφου και υπήρξε διάσημος για την ομορφιά και τη γοητεία του, που παρέμειναν αναλλοίωτες με το πέρασμα του χρόνου. Η κινηματογραφική καριέρα του Jean Marais ξεκινά στην πραγματικότητα, τη στιγμή που συναντά τον ποιητή Jean Cocteau.

Το 1937 εμφανίστηκε ως κομπάρσος στο θεατρικό έργο του Cocteau «Οιδίπους Τύραννος», και αυτό ήταν η αρχή ενός μεγάλου κεραυνοβόλου έρωτα. Ο Jean Marais θα παίξει σε τέσσερις από τις εννέα συνολικά ταινίες του Cocteau και θα είναι ο σύντροφος του, μέχρι το θάνατο του ποιητή το 1963.

Ο ίδιος ο Jean Marais έλεγε ότι η συνάντηση του με τον Cocteau ισοδυναμούσε γι αυτόν, με μια δεύτερη γέννηση. Αντίστοιχα, ο Cocteau έλεγε για τον Marais ότι «είναι ο τύπος του ηθοποιού-ποιητή, που δεν επωφελείται από τη δεξιοτεχνία του, αλλά ενδιαφέρεται μονάχα, να υπηρετήσει το έργο». Ο Cocteau υπήρξε ο Πυγμαλίων του Marais, ρόλος για τον οποίο είχαν και οι δύο απόλυτη επίγνωση. Ο Cocteau μάλιστα, κάποια στιγμή πίεσε τον εραστή του, να παντρευτεί την Mila Parély, πράγμα το οποίο τελικά δεν έγινε. Ωστόσο, κατόπιν αυτού, ο Marais υιοθέτησε ένα γιο, τον Serge. Από την ηλικία των 40 ετών, ο Jean Marais, ξεκίνησε μια νέα εποχή στην καριέρα του πρωταγωνιστώντας σε ταινίες δράσης. Τίναξε τη μπέρτα του και τράβηξε το ξίφος του σε όλες τις κινηματογραφικές μεταφορές των μυθιστορημάτων του Αλεξάνδρου Δουμά, που γυρίστηκαν στη δεκαετία του 1950 και αγαπήθηκε ιδιαιτέρως, ως Φαντομάς στη δεκαετία του 1960. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 εμφανίστηκε αρκετά σε τηλεοπτικά σήριαλ. Αρνήθηκε το ρόλο του δολοφόνου, στην κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Ουμπέρτο Έκο, «Το όνομα του Ρόδου» με τον Sean Connery στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Το 1993 ο Jean Marais τιμήθηκε με βραβείο Cesar για τη συνολική προσφορά του στο σινεμά.

Ωστόσο, η εμφάνιση του στους «Τρομερούς Γονείς» (Les parents terribles) δεν θεωρείται ως λαμπρή στιγμή της καριέρας του. Το 1948, που γυρίστηκε η ταινία, ο Jean Marais ήταν ήδη 35 ετών και όφειλε να καλύψει τη διαφορά ηλικίας που είχε, με τον ήρωα που υποδυόταν, τον 22χρονο Μισέλ. Κατέφυγε λοιπόν, σε μούτες, σε «απλωτές”, «τεατράλε» κινήσεις και σε χονδροειδείς μπεμπεκισμούς, που από τότε, ήδη, θεωρούνταν κάπως ως υπαγόμενα στο στυλ vecchio (βλ. γηρασμένα, παλιομοδίτικα) και παρέπεμπαν κατευθείαν στις ερμηνείες του βωβού κινηματογράφου. Εξαιτίας αυτού, δεν κατάφερε ούτε να συντονιστεί με τους υπόλοιπους ηθοποιούς, των οποίων η φυσικότητα και η στιβαρότητα των ερμηνειών, έκαναν την δική του ερμηνεία του να φαντάζει, ως μία ακόμα πιο δυνατή παραφωνία.

Αλήθειες και ψέμματα για την ταινία

O Cocteau έγραψε το θεατρικό έργο Les parents terribles μέσα σε οκτώ ημέρες και υπό την επήρεια οπίου. Αλήθεια. Ας σημειώσουμε επί τη ευκαιρία, αυτό που έχει πολλές φορές, τόσο εύστοχα, διατυπώσει ο αξιολογότατος και αγαπητός cinάδελφος Βασίλης Σωτηρόπουλος, (το έχει πει off the record και σε μεταξύ τυριού και αχλαδιού συζητήσεις, στις οποίες συμμετείχε η διάσημη cinefan, LoraMars) :«όσο πιο καλά γνωρίζεις το θέμα σου, τόσο πιο γρήγορα γράφεις γι αυτό».

Και η αλήθεια είναι ότι ο Cocteau γνώριζε το οιδιπόδειο σύμπλεγμα από πρώτο χέρι.

Με τη ταινία Les parents terribles ο Jean Cocteau προσέγγισε ένα τεράστιο κοινό και η επιτυχία του ήταν πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που είχε το θεατρικό έργο του. Αλήθεια. Το σενάριο παρέμεινε εντελώς πιστό στο θεατρικό έργο. Δεν υπάρχει ούτε ένα εξωτερικό γύρισμα. Η ιστορία ξεδιπλώνεται εντός δύο αποπνικτικών δωματίων στο διαμέρισμα των γονιών του Μισέλ και στο διαμέρισμα της Μαντλέν. Η σκηνοθετική προσέγγιση αντιστοιχεί σε αυτό που σήμερα θα λέγαμε βιντεοσκόπηση μιας θεατρικής παράστασης. Και είναι απολύτως φυσικό και αναμενόμενο, διότι όταν έχεις να παρουσιάσεις ένα τόσο πυκνό και οξύ κείμενο, όταν δηλαδή είναι τόσο συνταρακτικής ουσίας ο λόγος, η εικόνα στέκει ένα βηματάκι πίσω και τον παρακολουθεί, προσπαθώντας να αποφύγει, να τον περισπάσει.

Ωστόσο από τεχνικής απόψεως το έργο θεωρείται το καλύτερο του Cocteau.

Κάθε σκηνή είναι εμπλουτισμένη με πρωτότυπα “gags”. Ψέμματα. Η αλήθεια όμως είναι ότι υπάρχουν “gags”, σε μερικές σκηνές, τα οποία μοιάζουν τόσο εμβόλιμα και ακατανόητα, που μπορεί κανείς να τα αποδώσει μόνο στη σχέση του Cocteau, με το σουρεαλισμό. Για παράδειγμα στο δωμάτιο της Υβόν υπάρχει ένα ντουλάπι του οποίου η πόρτα ανοίγει συνεχώς (επειδή προφανώς είναι χαλασμένη). Όσες φορές ένας εκ των πρωταγωνιστών περνάει μπροστά από το ντουλάπι, ακόμα και στις στιγμές της υψηλότερης συναισθηματικής φόρτισης, δεν παραλείπει να κλείσει την πόρτα του, η οποία όμως, αμέσως ξανανοίγει από μόνη της. Επίσης, σε άλλη σκηνή, η Υβόν, ο Ζωρζ και η Λεό κάθονται γύρω από το τραπέζι της τραπεζαρίας για να συζητήσουν σοβαρά, τι θα πράξουν σχετικά με το Μισέλ και τη Μαντλέν. Κάθε φορά που η Υβόν ακουμπάει ή κτυπάει με το χέρι της το τραπέζι, η τάβλα του πετάγεται και σηκώνεται. Στο τέλος της σκηνής, η Υβόν κτυπάει τα χέρια της πολύ πιο δυνατά και η τάβλα σηκώνεται τόσο πολύ που τελικά πέφτει επάνω της.

Το έργο είναι διανθισμένο και με πολλά λογοπαίγνια και ειρωνικές εμφάσεις. Αλήθεια. Ακόμα κι αν δεν ξέρει κανείς Γαλλικά, αντιλαμβάνεται π.χ. τον αφύσικο τονισμό της λέξης «incroyable» που τη κάνει, να αποκτά κωμικό χαρακτήρα κάθε φορά, που προφέρεται και δημιουργεί ένα κλισέ αντίστοιχο με τον πολύ συνηθισμένο εμφατικό «Δεν το πιστεύω!!!» που λέμε πολύ συχνά στην καθομιλουμένη. Μια αντίστοιχη υπερβολή και μία ειρωνεία, υπάρχουν στην εκφορά των λέξεων τηλεφώνημα / τηλεφωνώ. Ας σημειωθεί ότι το τηλέφωνο είναι σε πολλά έργα του Cocteau (θεατρικά κλπ), σχεδόν ένα αντικείμενο φετίχ, σύμβολο της παθητικής αναμονής και της κακομαθημένης απαίτησης του να παίρνει ο άλλος όλες τις πρωτοβουλίες για επικοινωνία. Τέλος ας σημειωθεί ότι ο υποτιτλισμός ήταν εντυπωσιακά καλός και απέδωσε πλήρως την ποιητικότητα του λόγου.

Οι ηθοποιοί που πρωταγωνιστούν στην ταινία είναι οι ίδιοι που ερμήνευσαν τους αντίστοιχους ρόλους στο θέατρο. Αλήθεια. Μόνο η Josette Day που παίζει την Μαντλέν ήταν νέα προσθήκη στο cast.

Το 1948 η Yvonne de Bray είχε πλέον ωριμάσει όσο χρειαζόταν για να μπορέσει να αποδώσει τη δεσποτική μητέρα. Αλήθεια. Τουλάχιστον έτσι θεωρούσε ο Cocteau που της ανέθεσε το ρόλο και εκείνη ανταποκρίθηκε στην εντέλεια, δίνοντας ένα ρεσιτάλ λεπτότητας κατά τις μεταπτώσεις που απαιτεί ο ρόλος από την απατημένη και εγκαταλειμμένη από το γιο της ερωμένη, στη στοργική γλυκιά μητέρα.

Η Gabrielle Dorziat που ερμηνεύει την θεία Λεό ήταν η Τασώ Καββαδία του γαλλικού κινηματογράφου. Αλήθεια. Η Gabrielle Dorziat γεννήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 1880 και πέθανε στις 30 Νοεμβρίου 1979. Ήταν διάσημη ηθοποιός του θεάτρου και δεν ενδιαφερόταν καθόλου για το σινεμά, παρά τις αλλεπάλληλες προτάσεις που της γίνονταν. Όμως, η στάση της αυτή άλλαξε αμέσως, μόλις εμφανίστηκε ο ομιλών κινηματογράφος. ‘Έκτοτε, καθιερώθηκε ως καρατερίστα της μεγάλης οθόνης, που συνήθως έπαιζε τις τυραννικές συζύγους, τις γυναίκες αρχηγούς, τις αρχιδούκισσες, τις πάμπλουτες κληρονόμους και τις θείες με το βλέμμα που ξεραίνει όποιον αντικρίσει, όπως στη συγκεκριμένη ταινία του Cocteau.

Το έργο αποτελεί και μία παράπλευρη σπουδή στην έννοια του chic. Αλήθεια. Η λέξη «chic» έχει επικρατήσει διεθνώς, κυρίως σε ότι αφορά τα ρούχα, τα κοσμήματα και γενικότερα τα θέματα της μόδας και της εμφάνισης. Ωστόσο, στα γαλλικά χρησιμοποιείται για να περιγράψει και τη λεπτότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Όπως και η γερμανική λέξη kitch, η λέξη chic, είναι ένας πολυσύνθετος, όρος που περιλαμβάνει ταυτόχρονα πολλά νοήματα (βλ. ευγένεια, λεπτότητα, διακριτικότητα, καλό γούστο κ.ά.), που στις άλλες γλώσσες συνήθως δεν «γκρουπάρονται» μαζί και κατ΄ αυτήν την έννοια, ώστε να υπάρχει η ανάγκη να αποδοθούν, με μία μόνο λέξη.

Έτσι λοιπόν, το chic στη συμπεριφορά των ηρώων της ταινίας, φαίνεται στο ότι είναι όλοι κύριοι του εαυτού τους στις στιγμές των μεγάλων παρορμήσεων τους, δεν συμπονούν και ούτε κατακρίνουν με μανιασμένο πάθος (παρά το ότι το αισθάνονται), αφήνουν τα περιθώρια στους άλλους να αντιδράσουν και εν γένει εμφανίζονται πολύ πιο ψύχραιμοι απ’ ότι είναι.

Η συμπεριφορά τους αυτή είναι chic, γιατί συμβαίνει ακριβώς αυτό που περιγράφει και ο συγγραφέας Lawrence Durrel στο βιβλίο του «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» (τόμος Α : Ιουστίνη) όπου μιλώντας για το κουράγιο, λέει : «κουράγιο είναι να διατηρείς αναλλοίωτη τη χάρη σου, τις στιγμές που βρίσκεσαι υπό πίεση». Στις Μεσογειακές χώρες το chic, συχνά εκλαμβάνεται (από λάθος) ως ψυχρότητα. Στην πραγματικότητα είναι κουράγιο.

Βαθμολογία : Κλασσικό αριστούργημα

Γιάννης Κωνσταντινίδης


 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.