• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


The Village (2004)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Σκοτεινό Χωριό

Θρίλερ | 108' | Απαραίτητη γονική συναίνεση
Πρεμιέρα στην Ελλάδα: Παρ 8 Οκτ 2004
Ημερομηνία κυκλοφορίας DVD: 7/3/2005
Διανομή: Προοπτική
Χρώμα: Έγχρωμο
Ήχος: DTS (Digital Theater Sound)
Γλώσσα: Αγγλικά
  Δημοτικότητα: 0.28 %
Αξιολόγηση: 7.40/107.40/107.40/107.40/107.40/107.40/107.40/107.40/10   (7.40/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Υψηλή (Συμφωνία ψήφων μεταξύ 15 και 50%)




- Υπότιτλος:

Τρέξτε. Η ανακωχή τελειώνει.

 

- Κριτική από το Cine.gr:


Δεν το κρύβω ότι είμαι ο Νο1 fan του Shyamalan εν Ελλάδι, με ό,τι αρνητικό cineπάγεται για την αντικειμενικότητά μου αυτό. Εξακολουθώ να θεωρώ τον Μ.Ν. εκπληκτικό ταλέντο, προικισμένο με τις γωνίες λήψης ενός Hitchcock και την εικονοπλαστική παιδικότητα ενός Spielberg. Μετά από νιοστές home made – movies, το αυτοβιογραφικό debute του Praying with Anger, το πετσοκομμένο από την παραγωγή Wide Awake, ήρθε από-το-πουθενά το κλασσικό The sixth Sense, η ταινία που υπήρξε για τον Shyamalan ό,τι το Citizen Kane για τον Welles: Το αριστούργημα της νεότητας που φαταλιστικά αδυνατεί να ξεπεράσει.

Στο Unbreakable το Tao συνάντησε το Comic με (αισθητικά) απολαυστικά αλλά και (ρυθμολογικά) προβληματικά αποτελέσματα. Στο Signs το twist ending κονιορτοποίησε τo υποβόσκoν post 9/11 σχόλιο. Ο Shyammy δείχνει σημάδια αυταρέσκειας, φτηνού εντυπωσιασμού του κοινού του σε μια more trick than treat ρουτίνα που διακατέχεται ξεκάθαρα από το άγχος του Box Office. O Μ.Ν. δεν θέλει απλά να αρέσει. Θέλει να αρέσει σε όλους. Η πίεση μεγαλώνει καθώς αναλαμβάνει ολοένα μεγαλύτερο δημιουργικό έλεγχο στα projects του, με αποτέλεσμα να προοδεύει ως σκηνοθέτης αλλά να πελαγοδρομεί ως σεναριογράφος. Έχουμε πλέον να κάνουμε με "a M.N. Shyamalan’s movie". Κι αυτό ίσως είναι η αίτια του κακού.

Το The Village αποτελεί κατά δήλωση του ιδίου ένα χαρμάνι μεταξύ Wuthering Heights και... King Kong. Ρομάντζο εποχής και monster movie; Δεν θα συμφωνήσω. Κατ’αρχάς το trailer είναι άκρως παραπειστικό, κάτι που θεωρώ απαράδεκτο για τον μέσο θεατή που υποτίθεται πως θα παρακολουθήσει ένα horror movie ή κάτι-σαν αυτό. Δεν υπάρχει τρόμος εδώ. Ίσως μόνο ένας, αυτός για την καριέρα του Μ.Ν. Σε εμάς μένει η δεινή απογοήτευση. Κι όμως, για το υποψιασμένο μάτι υπάρχει άφθονη τροφή για σκέψη. Μια σεναριακή ικμάδα, μια υποσημείωση, η οποία, στην πλήρη και ενδελεχή της διαμόρφωση, θα έκανε το The Village κάτι παραπάνω από μια συρραφή επιτηδευμένων διαλόγων και αποπροσανατολιστικού storytelling: Ίσως την κορυφαία... πολιτική ταινία του 2004! (του προπαγανδιστικoύ kick- ass Fahrenheit 911 συμπεριλαμβανομένου)

Ως είθισται για ταινία του Shyamalan, ένα spoiler –free κείμενο δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό για την παρακολούθηση αυτής της άσκησης ύφους (και καταρράκωσης των νεύρων μας) του αμερικανο-ινδού boy – genius. Ίσως όμως αυτό στέκεται δικαιότερο έναντι των προθέσεων της ταινίας, η οποία ουσιαστικά είναι ένα όχημα στο εξής απλό moto του Shyamalan: Ο κόσμος (βλ. το αμερικανικό πόπολο) έχει σοκαριστεί, έχει απηυδήσει από την φρίκη της 11ης Σεπτέμβρη. Από την άλλη, η ηγεσία έχει επιδοθεί σε ένα κυνήγι μαγισσών, εμπνέοντας φόβο και μαζική υστερία, απομονώνοντας τον λαό, ξεμακραίνοντας από την αλήθεια, άρα και τους πραγματικούς υπευθύνους, που εγκαταβιώνουν εντέλει μέσα στους ίδιους. Μόνο η αγάπη, η αυταπάρνηση, μιας τυφλής ύπαρξης που ξεχωρίζει το «κακό» χρώμα (φυσικά το κόκκινο του αίματος), φορώντας το κίτρινο του μίσους, του θανάτου, (που είναι συμβατό με τον War Against Terror) θα φέρει τη κάθαρση.

Υπάρχουν δυο-τρεις κομβικές ανατροπές, λανθασμένα υποταγμένες στο δέλεαρ του mystery – solving, που κρατούν μετά βίας ζωντανό το ενδιαφέρον ενός απροετοίμαστου για το μήνυμα της ταινίας θεατή. O ρυθμός είναι εξοντωτικά αργός, οι διάλογοι κακο-διατυπωμένα παιδικοί, σκόρπιοι σε ένα υπέροχο κάδρο εικόνων του μέγιστου Roger Deakins. Ο J. N. Howard είναι γνώριμος θαμώνας στα Shyamalan’s films και αυτό συνηγορεί σε ένα ακόμα επιμελημένο score που όμως δε βοηθά την ταινία στην μυστηριακή σης κορύφωση, λειτουργώντας ορθότερα στις αισθηματικές σκηνές.

Ο ήχος κλέβει για άλλη μια φορά την παράσταση, με την τεχνικά οδυνηρή του ακρίβεια στην ενορχήστρωση του μυστηρίου. Κατηγορία που θα μπορούσε να παίξει στα oscars, (όπως κακώς δεν συνέβη και για το Signs, για το οποίο η περσινή αδικία στη μη συμπερίληψή του στα σχετικά noms ήταν αξιοσημείωτη), δυστυχώς όμως η ταινία συνθλίβεται στα επί μέρους συστατικά της, καταργώντας και δυο-τρεις δυνατές ερμηνείες: Η (κόρη του Ron) πρωτοεμφανιζόμενη Bryce Dallas Howard κερδίζει την οθόνη με την αισθαντική της παρουσία, ενώ το δίδυμο των βετεράνων W. HurtS. Weaver μαγνητίζει με τον ανομολόγητο έρωτά του. Οι φερέλπιδες J. PhoenixA. Brody, πιάνουν τα άκρα του underacting – overacting αντίστοιχα, αποδυναμώνοντας τους ρόλους – κλειδιά που υπηρετούν. Ο Shyammy εμφανώς δεν τα καταφέρνει με ένα big cast (έστω και second rate από πλευράς star power) – κάποιος να του φέρει πίσω τους αγαπημένους (μας) child actors του...

Πικρή η τελική γεύση και ομιχλώδες το μέλλον του Shyamalan μετά το The Village. Η (σχετικά ιδωμένη) αποτυχία του στο box office μπορεί να είναι κακός prima facie οιωνός, αν όμως θέλω να είμαι ειλικρινής, αυτή είναι η τελευταία ελπίδα του (μας) να διαψεύσει τις Κασσάνδρες που τον θεωρούν ως τον πιο υπερεκτιμημένο auteur των τελευταίων χρόνων. Ίσως πάλι να διαψευστώ, οπότε απομένει να φανώ εγώ ο…τρελός του Χωριού.

Βαθμολογία: 5/10 Stars5/10 Stars5/10 Stars5/10 Stars5/10 Stars (5/10) (Λείπει η άλλη μισή ταινία που... ήθελε να δούμε)
Τακης Γκαρης




Εμένα, λοιπόν, το The Village μου άρεσε. Είναι μία καλή ταινία. Δεν ξέρω ποιες έχουν φτάσει να είναι οι προσδοκίες όλων από τον παιδί θαύμα του Hollywood, οι δικές μου όμως είναι ρεαλιστικές και άρα σε μεγάλο βαθμό εκπληρώνονται. A M.N. Shyamalan’s movie. Ο δημιουργός σε αυτήν του την ταινία στ’ αλήθεια τελειοποιεί τα πλάνα του και υπογράφει χωρίς ενδοιασμούς. Η επιτηδευμένη και σχεδόν ελιτίστικη σκηνοθεσία του δεν τρέφει μόνο τον ναρκισσισμό που, ενδεχομένως δίκαια, του καταλογίζουν, φτιάχνει και το Εγώ των θεατών – ή τουλάχιστον του συγκεκριμένου θεατή που υπογράφει το κείμενο.

Αυτό που με μαγεύει στον Shyamalan είναι ότι οι ταινίες του καθορίζονται από την ατμόσφαιρα και όχι από τις ανατροπές. Θέλει μεγάλη αυτοπεποίθηση αυτό. Και χρειάζεται να μπορείς και να το κάνεις. Και αυτός μπορεί. Είναι προφανές ότι έχει μελετήσει σε βάθος τον Hitchcock είναι όμως ακόμη πιο προφανές ότι έχει επηρεαστεί από τους μεγάλους δασκάλους του chiaroscuro. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν με ενοχλεί ο αργόσυρτος ρυθμός. Γιατί οι εικόνες του είναι πλήρεις, μελετημένες στην κάθε τους λεπτομέρεια, ατμοσφαιρικές, ερωτικές. Γιατί μου παρέχεται χρόνος να τις απολαμβάνω θεωρώντας ότι μόνο εγώ μπορώ να παρασύρομαι απ’ αυτές. Πριν μου επιτεθεί κανείς βροντοφωνάζοντας ότι ο Shyamalan δεν ανακάλυψε την Αμερική και ότι το έργο του δεν είναι και τόσο πρωτότυπο, ας απαντήσω εκ των προτέρων ότι στον κινηματογράφο όλα τα έχουμε ξαναδεί. Σ’ αυτόν όμως η επανάληψη έχει ενδιαφέρον.

Ο βασικός του προβληματισμός γύρω από τον φόβο, τον φόβο κάθε είδους, νομίζω ότι είναι αρκετά ολοκληρωμένος. Ο φόβος για το άγνωστο, ο φόβος για το γνωστό, ο φόβος για την βίαιη καθημερινότητα, ο φόβος για οτιδήποτε φέρει πάθος (μήπως το κόκκινο χρώμα έχει σχέση και με αυτό?) ο φόβος για την ειλικρίνεια των συναισθημάτων, για τον έρωτα, για το χρήμα, για την εξουσία, για την τρέλα. Ο φόβος γεννά κάθε είδους βία και ο σκηνοθέτης επισημαίνει πολύ εύστοχα ότι η βαρβαρότητα είναι στοιχείο αναπόσπαστο του ανθρώπου. Μπορεί να γεννηθεί ακόμη και στο πιο αποστειρωμένο περιβάλλον καθώς τα πάθη μας είναι τελικά αυτά που ορίζουν την ζωή μας. Ο Shyamalan κατάφερε να μας (τουλάχιστον εμένα) κλειδώσει στο κλειστοφοβικό του περιβάλλον και να μας κρατήσει ομήρους εκεί. Να μας κόψει την ανάσα και να μας κάνει κοινωνούς της ανημποριάς των πρωταγωνιστών του.

Μπορώ να του συγχωρήσω τις σεναριακές υπερβολές και κάποιες υποκριτικές παραφωνίες των πρωταγωνιστών του, είναι άλλωστε το σήμα κατατεθέν του. Βρήκα αυτό του το έργο πιο βαθύ απ` όλα τα υπόλοιπα αν και όχι πιο άρτιο από την 6η αίσθηση.

Βαθμολογία: 7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars (7.5/10)

Αλκηστις Χαρσουλη





Φόβος: κάτοικος κάθε Σκοτεινού Χωριού

Αν και αναντίρρητη η ενοχική βάση πάνω στην οποία βλάστησε η φιλοσοφία του, ο Δανός θεολόγος και φιλόσοφος Kierkegaard – πατέρας της υπαρξιακής φιλοσοφίας - διατύπωσε μια εξίσου αναντίρρητη αλήθεια: ο φόβος είναι γνήσιο παιδί της άγνοιας και της αθωότητας. Σχεδόν ενάμισι αιώνα μετά, η γλωσσική επιτήδευση, η στοχαστική υπεραπλούστευση και η αδίστακτη στρέβλωση – δυστυχώς για τους πολλούς αυτόκλητους κριτές - αδυνατεί να μεταλλάξει την ουσία για χάρη της εντύπωσης· ακόμα κι όταν αυτή η ουσία κοντανασαίνει στα καρέ ενός κινηματογραφικού φιλμ. Η αλήθεια ποτίζει βαθιά τους ιστούς της ανθρώπινης Ιστορίας - γι’ αυτό κι αγχωμένα απωθείται.

Ο φόβος της Ιστορίας

Συνυφασμένο άρρηκτα με τη συνειδητοποίηση της θνητότητας, το αίσθημα του φόβου ανέκαθεν σκίαζε αναπόδραστα την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση και νόηση. Όχι πολλά βήματα όμως μακριά από τη «φυσιολογία» του φόβου ως συναισθήματος ψυχικής προσαρμογής (δηλαδή φόβου ως προϊόντος συνειδητού κινδύνου), εδράζεται η παθολογία της πολυπρόσωπης φοβίας: το βίωμα δηλαδή του φόβου χωρίς απόλυτη συνείδηση αυτού - της φοβογόνου συνθήκης. Αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο τον όσο το δυνατόν αντικειμενικότερο παρατηρητή είναι ποια αντικείμενα (άτομα, φαινόμενα, καταστάσεις) επενδύονται με το αίσθημα του φόβου, διότι όσο πιο υπερφορτωμένο με άγνοια το αντικείμενο, τόσο πιο βεβαρημένη η εντύπωση (ή η φαντασίωση) του αναπόδραστου, της υποταγής στο αντικείμενο που (φέρεται να) προκαλεί το φόβο. Μια διαπίστωση συνεπέστατου εμπειρικού ρεαλισμού που – πέρα από τη ζωτική της χρησιμότητα ως μοχλού (αυτο)ψυχανάλυσης – εξηγεί με αφοπλιστική ευκολία τη βασικότερη ίσως, διαχρονική, ιστορικά τεκμηριωμένη, παράμετρο κοινωνικής και θρησκευτικής εκπειθάρχησης του ανθρώπου: ο φόβος και η απειλή της βίας και του θανάτου ανέκαθεν αποτελούσαν τα θεμέλια κάθε κοινωνικού οικοδομήματος, αυτόχρημα κυριαρχικού. Αυτός ο φόβος, καθώς και η επένδυση θεϊκής σημασίας στα αντικείμενα που τον προκαλούν (το δεύτερο ως η άλλη όψη της άγνοιας, μια όψη που καπηλεύεται την εγγενή τάση μεταφυσικής αναζήτησης του ανθρώπου), εξηγούν επιπλέον τον εσωτερικό μηχανισμό αυτής της εκπειθάρχησης: δε μπορεί να εφαρμοστεί κανένας κανόνας αν δε δημιουργεί το φόβο για τη μη εφαρμογή του. Ο φόβος λοιπόν αποτελεί βασική συνιστώσα της κεντρομόλου δύναμης της κοινωνικοποίησης, αλλά αντί να εξομαλύνεται εντός της κοινωνίας, πολλαπλασιάζεται για να ισχυροποιήσει το συνεκτικό της ιστό.

Ο αόριστος φόβος της Αμερικής: ο «φόβος του φόβου»

Την έντεχνη διαχείριση αυτού του αρχέτυπου φόβου (του υπαρκτού «φόβου της κοκκινοσκουφίτσας») προσπάθησε να ερμηνεύσει ο M. Night Shyamalan στο τελευταίο του φιλμ, το μαεστρικά περίκλειστο «Σκοτεινό Χωριό» (The Village) – οι αιμοδιψείς διανομείς φρόντισαν να αλλοιώσουν και το βαθύτερο νόημα του τίτλου! Όσο κι αν οι αφορμές τού σκηνοθέτη επικαιροποιούνται, η κοινότητα της ταινίας του δεν είναι σε καμία περίπτωση η ηθικολογική πρότασή του για μια ιδανική κοινωνία στην καρδιά της προτεσταντικής Αμερικής. Είναι ακριβώς το αντίθετο: μια μικροχειρουργική τομή στο σύγχρονο κοινωνικό της (αλλά και δικό μας) ιστό· μια εκ των έσω διαπίστωση των αρχών του τρέχοντος δυτικού δόγματος που προσβλέπει σε μια εκ νέου ενίσχυση των πανάρχαιων κυριαρχικών δομών του ανθρώπινου εκκοινωνισμού: Κάθε φόβος πρέπει πλέον να μετατραπεί σε ανεξέλεγκτη φοβία - σε αγχώδη αίσθηση ενός αόριστα επαπειλούμενου κινδύνου (ενός «τέρατος» για το οποίο δεν πρέπει να μιλάμε, αλλά οφείλουμε να το φοβόμαστε θανάσιμα). Και το μέγιστο κινηματογραφικό επίτευγμα του ινδού σκηνοθέτη/σεναριογράφου είναι η ερμηνεία αυτής της μεταλλαγής, ερμηνεία καθόλα ψυχολογική, στην υπηρεσία της οποίας τάσσεται τόσο η ερμητική σκηνοθεσία όσο και οι εσωστρεφείς ερμηνείες των ηθοποιών. Μα πάνω απ’ όλα, οι σεναριακές ανατροπές.

Από την ατομική συμπεριφορά και τις καθημερινές σχέσεις – μοιάζει να λέει ο οξυδερκής Shyamalan – έως τον καλοστημένο σε επίπλαστες βάσεις, θεσμοποιημένο αυταρχισμό της σοφής «γερουσίας», πάντοτε επιστρατεύεται κάποιο αμείλικτο φόβητρο, μια «απειλή» που αν χρειαστεί να αντιμετωπιστεί αξίζει να θυσιαστεί κάτι από την ελευθερία και τη νοημοσύνη του ανθρώπου. Είναι ωστόσο πολύ διαφορετικό να εντοπίζει κανείς την επικινδυνότητα μιας κατάστασης από το να πει πως φοβάται τον υφέρποντα κίνδυνο. Και αυτήν ακριβώς τη μετάβαση κατοπτεύει ο σκηνοθέτης: το διάβημα από την αντικειμενική παρατήρηση στη συναισθηματική εμπλοκή (ενός καθόλα αμέτοχου στα γεγονότα παρατηρητή). Η εξέλιξη ωστόσο αυτής της εμπλοκής σε φοβία είναι τρομερά δύσκολο να χειραφετηθεί, διότι ακολουθεί – προς απογοήτεση των φροϋδικών κριτών - ένα αυστηρό μαθησιακό μοντέλο: ο φόβος παύει σταδιακά να προαπαιτεί μια φοβογόνο αιτία και μετακυλεί σε εξαρτημένο αντανακλαστικό. Ως εκ τούτου, ο φόβος και ο επικείμενος πανικός μεταπίπτουν σε προϊόντα απλά της αναγγελίας τους – όχι μιας προφανούς αιτίας. Και ο M. Night Shyamalan δείχνει πως έχει βαθύτατη επίγνωση του φαινομένου: οι ήρωές του δε σταματούν στιγμή να φοβούνται. Εσωτερικεύουν το φόβο τους. Τον σωματοποιούν.

Φοβού!

Ένα από τα βασικότερα στοιχεία που διαφοροποιούν την εν λόγω ταινία από την άτυπη φιλμική τριλογία «Έκτη αίσθηση», «Άφθαρτος» και «Οιωνός» είναι η φύση της σεναριακής ανατροπής: ενώ στα τρία προηγούμενα φιλμ έχει ύφος και στόχο καθαρά αβανταδόρικο (το «μήνυμα» του σεναρίου έχει δια-τυπωθεί πριν την ανατροπή του), στο «Σκοτεινό Χωριό» δεν είναι πλέον μόνο προϊόν εμπορικής εμμονής ή συναισθηματικής απαίτησης του θεατή που εξαρτημένα - κι αυτός! - έχει μάθει εξυπνακίστικα να υποψιάζεται το ανατρεπτικό φινάλε. Η ανατροπή είναι πια προϊόν φυσικής εξέλιξης της πλοκής, σχεδόν απαίτησής της – γι’αυτό σε πρώτο επίπεδο ανάγνωσης απογοητεύει. Ειδάλλως η προβληματική του Shyamalan θα μπορούσε άνετα να εκληφθεί ως μια εκ παραδρομής, επιδερμική κοινωνιολογική υπόνοια. Δεν είναι όμως έτσι. Η ανατροπή διατηρεί αρτιμελή το βαθύτατο στοχασμό: Η αυτοαπομόνωση από έναν κόσμο γενικευμένου αμοραλισμού δεν είναι λύση· είναι επιβεβαίωση της δομής αυτού του κόσμου. Μεταβαίνοντας από έναν κόσμο απειλητικό για το Εγώ σε μια φαινομενικά ασφαλή μικρογραφία συλλογικότητας, απαιτείται να καταβληθεί ένα βαρύτιμο αντίτιμο: να αναπαραχθεί προσχηματικά ο εγκατεστημένος φόβος (η συλλογική φοβία) και να μεταλλαχθεί σε τυφλή αυθυποβολή. Η Αγάπη δεν είναι απότοκος αυθυπέρβασης εδώ. Επιβάλλεται ως προϊόν του εσωτερικευμένου φόβου. Φοβάσαι να αγαπήσεις, αλλά αν τελικά ξεπεράσεις το φόβο σου, ξεγελάστηκες: Αγαπάς γιατί φοβάσαι.

Το μονοπώλιο της διαχείρισης του φόβου είναι δάνειο από τις επιταγές κάθε εμπαθούς θρησκευτικής εκπειθάρχησης, στέρεο υπέδαφος κάθε φονταμενταλισμού: για να συνεχίσει να δομείται κυριαρχικά ένας κοινωνικός σχηματισμός θέτει ουσιαστικά το αρχέτυπο μανιχαϊστικό δίλημμα του απόλυτου Καλού (συμβολικά στην ταινία: του καθαρού, ανόθευτου Κίτρινου χρώματος1) ενάντια στο απόλυτο Κακό (συμβολικά: το καθαρόαιμο Κόκκινο). Στην πραγματικότητα καταργείται η όποια δυνατότητα ρητής επιλογής, ναρκοθετείται η αυτοσυνείδητη ετερότητα της λογικής ύπαρξης. Το Καλό αυτοπαρουσιάζεται ως τέτοιο και έτσι το Κακό παύει να υπάρχει ως απόδειξη της αξίας του Καλού (δηλαδή ως αιτιώδης αρχή της δυνατότητας για ελεύθερη επιλογή), αλλά μονοτροπικά ορίζεται ως το μη-Καλό. Μοιραία, το Καλό – ως ταυτολογία – γίνεται μονόδρομος και το Κακό αποκτά απείρως πιο εύκολα μορφή, συμπυκνώνεται σε ένα και μόνο φοβογόνο αντικείμενο: στο κόκκινο «τέρας» του δάσους. Και ο «κίτρινος» κόσμος εξ ορισμού δεν πρέπει τίποτα άλλο να κάνει από το να - συνεχίσει να - το φοβάται θανάσιμα...

1 Η επιλογή των χρωμάτων (συνεπώς και ο συμβολισμός που τα συνοδεύει στην ταινία) δεν είναι τυχαία. Τα χρώματα διατηρούν μια αρχετυπική λειτουργία: το κόκκινο μονοπωλεί ακαριαία την προσοχή και είναι ιδιαίτερα αγχογόνο (ανεβάζει την αρτηριακή πίεση και τους ρυθμούς της αναπνοής), ενώ το κίτρινο αντανακλά έντονα το ηλιακό φως και δημιουργεί συναισθήματα «φωτεινά», επιταχύνοντας το μεταβολισμό. Η αντίθεσή τους εξυπηρετεί εύστοχα και άμεσα τη δυαρχική αντίστιξη που υπονοεί ο σκηνοθέτης.

Κώστας Πάτας (Αφιέρωμα | 20/10/2004)




15 Οκτωβρίου 2004 – Πιάσε το Φτυάρι

WARNING: CONTAINS NUTS (AND SPOILERS…)

O M. Night (όχι δεν εννοώ τον Ιππότη της Ασφάλτου, τον Shyamalan εννοώ) έκανε την μεγάλη τομή το `99 με το 6th Sense. Από τότε κάθε υπερφυσικό θρίλερ από το The Others μέχρι το Gothika έπρεπε απαραιτήτως να έχει ένα φάντασμα που αντί να φοράει σεντόνι και να κάθεται στον πύργο του σαν καλό παιδί, σουλατσάριζε πέρα δώθε. Μιλάμε λοιπόν για το rise and rise του Shyamalan από το 6th Sense μέχρι τα Unbreakable και Signs. Αλλά κάποια στιγμή επέρχεται και η πτώσις και με την τελευταία του ταινία, το The Village οι Αμερικάνοι δεν έμειναν καθόλου ευχαριστημένοι αφού φάντασμα από δω, φάντασμα από κει-πουθενά το φάντασμα! Στο The Village ο Shyamalan βάζει τον Hurt μαζί με την Weaver και μαζί με άλλους 70s τύπους να έχουν αγοράσει ένα κομμάτι ενός Δρυμού (μεγάλη η διαφθορά στην αμερικανική δασονομία...) και να έχουν χτίσει εκεί ένα χωριό στο αξεπέραστο στυλ των αποίκων του 1890 –κάτι αντίστοιχο με αυτούς τους αλήτες τους κουακέρους που έχουν κατακλύσει το προάστιο που ζω και που δεν πίνουν μπύρες... Προκειμένου όμως τα παιδιά τους και όσοι δεν είναι στο κόλπο να μην καταλάβουν την ταρζανιά διαδίδουν φήμες για τέρατα στο δάσος τα οποία τους απαγορεύουν την έξοδο από το χωριό. Επειδή όμως τίποτα καλό δεν κρατάει για πολύ, έρχεται κάποια στιγμή που η ανάγκη επιβάλει επαφή με τον έξω κόσμο....

Επειδή έχω μπουχτίσει με τα φαντάσματα (séances κάθε Σάββατο, ghost tours στο Warwick castle καθε 15 μέρες) δεν συμμερίζομαι 100% την απογοήτευση των κατηγόρων της ταινίας, το The Village όμως, τελικά, κερδίζει επάξια το βατόμουρο της εβδομάδας από την στήλη μας για τους παρακάτω λόγους:

1)
την αισχρή κουπ και την υποκριτική υπερβολή του Adrien Brody, τα παραπανίσια κιλά ( α λα Tom Hanks) του Hurt, την καμία-σχέση-με-τον-κούκλο-αλλά-εντελώς-dead -αδερφό-μου εμφάνιση και την υποκριτική υποτονικότητα του Joaquin Phoenix. Μόνο η ομορφούλα Bryce Dallas Howard εξαιρείται...

2)
τις μεγάλες (σαν τις τρύπες του μετροπόντικα) σεναριακές τρύπες. Ωραίο χωριό δεν λέω, με λίγο απο Νυμφαίο και ένα tint από Μέτσοβο, αλλά πώς το διατηρούσαν τόσο καιρό κρυφό; Αεροπλάνα δεν περνούσαν από πάνω; Κανένα ελικόπτερο του ΑΝΤ1 έστω; Και οι συγχωριανοί που δεν ήξεραν το μυστικό; πώς τους έφεραν εκεί; τους υπνώτισαν πρώτα; Άσε που μετά από λίγα χρόνια οι αιμομιξίες θα πήγαιναν σύννεφο ...Mendel δεν διάβασαν ποτέ; Ντροπής πράγματα δηλαδή...

3)
τον ίδιο τον Shyamalan και την εταιρία παραγωγής του. Ειλικρινά τον έχω άχτι... άπαξ και ξέρεις το twist της κάθε ιστορίας του δεν αξίζει να την δεις πλέον...Αυτό ακριβώς έπαθα και με το 6th Sense όπου ήξερα πως ο Willis ήταν φάντασμα πολύ πριν αυτός ο χοντροκέφαλος το καταλάβει.. Τα ίδια και τώρα με τα spoilers που κυκλοφορούν ευρέως ... Ας κάνει κάτι ο Shyamalan για αυτό.. εν ανάγκη ας κόβει τις γλώσσες αυτών που είδαν την ταινία αμέσως μόλις βγαίνουν από την αίθουσα! Αμάν πια με τους fun-spoilers ! Α! Σε περίπτωση που δεν έχετε δει την ταινία δεν μου κρατάτε κακία για τα δικά μου spoilers ε;

Ζητούμε συγγνώμη από το αναγνωστικό κοινό που είναι βέβαιο πως με μεγάλη αγωνία περίμενε το τρίτο μέρος του This is vintage όμως η επικαιρότητα μας πιέζει αφόρητα να ασχοληθούμε με θέματα όπως το παρόν. Υποσχόμαστε να επιστρέψουμε στο τρίτο μέρος του αφιερώματος αμέσως μόλις σταματήσει ο καταιγισμός γελοίων ταινιών που βιώνουμε

Βασιλική Πολυχρονοπούλου




Τρίτη 8 Μαρτίου 2005

THE VILLAGE – ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΧΩΡΙΟ


25 λέξεις – Οι λιγοστοί κάτοικοι ενός απομονωμένου χωριού της Πενσυλβάνια του προπερασμένου αιώνα, παραμένουν αποκλεισμένοι από τον πολιτισμό, εξαιτίας των απειλών που δέχονται από κάποια παράξενα όντα που τους περιορίζουν στα στενά όρια της κοινότητας τους. Ένας αποκλεισμός που όμως κρύβει ένα θανάσιμο μυστικό…

Στο Ράφι – Τρεις βασικές εντολές είναι ικανές για να μας καθορίσουν το περιβάλλον στο οποίο ζουν οι κάτοικοι του “Σκοτεινού Χωριού”.

- Ποτέ μην προσελκύσετε το ενδιαφέρον τους με τα απαγορευμένα χρώματα.
- Ποτέ μην μπείτε στο δάσος, σας περιμένουν
- Έχετε τον νου σας στην προειδοποιητική καμπάνα όταν χτυπά. Έρχονται!

Πουθενά δεν καθορίζεται ποιοι είναι αυτοί. Ποια είναι η μορφή τους? Η σύστασή τους? Αν έχουν ποτέ πειράξει κάποιον συντοπίτη τους. Αν έχουν ξεσπάσει σε κάτι άλλο πιο σημαντικό από κάποια κατοικίδια. Κάθε πότε διαλέγουν να επισκεφτούν τους μικρούς χωμάτινους δρόμους που κινείται η μικρή επαρχιακή κοινωνία.

Και πίσω από όλα ένα μυστικό. Ένα μυστικό που σκεπάζει τα πάντα από το πρώτο ακριβώς δευτερόλεπτο που ξεκινά η ταινία. Από τις πρώτες κιόλας στιγμές της. Πάντοτε στο φόντο πίσω από το πορτοκαλοκόκκινο σύνορο κρύβεται καλά φυλαγμένο ένα απίστευτο δεδομένο. Μέχρι την στιγμή που η τυφλή αλλά και θαρραλέα Άιβι, μια από τις κοπέλες που έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει σε αυτό το περιοριστικό περιβάλλον, θα πάρει την μεγάλη απόφαση. Θα σπάσει τα σύνορα που περιβάλλουν το μικρό χωριουδάκι επιζητώντας να ταξιδέψει στις πολιτείες προκειμένου να βρει το γιατρικό που θα αποκαταστήσει την υγεία του αγαπημένου αρραβωνιαστικού της Λούσιους, ενός φιλόδοξου νεαρού που πάντοτε ήλπιζε να είναι ο πρώτος που θα κάνει το μεγάλο ταξίδι. Που θα επιχειρήσει την υπέρβαση.

Σε καμία περίπτωση το “The Village” δεν είναι μια μεγάλη ταινία. Οι περισσότεροι φίλοι του Home Cinema που ζητούν κάτι πιο ζωντανό, πιο περιπετειώδες, ίσως την προσπεράσουν αδιάφορα χάρη στο πολύ αργό τέμπο που κινείται. Το απολύτως βέβαιο πάντως από το τελευταίο πόνημα του 35χρονου πλέον M.Night Shyamalan είναι πως πρόκειται για ακόμη ένα κινηματογραφικό μάθημα του πώς να παρουσιάζει κανείς ενδιαφέρουσες ταινίες, δίχως ίχνος σεναριακού λάθους. Είναι άλλωστε μια αρχή που ακολουθεί απαρέγκλιτα ο Ινδός από την πρώτη μεγάλη του επιτυχία, την “6η Αίσθηση”, που εκτός από την παγκόσμια καταξίωση του χάρισε και ένα Oscar σεναρίου: Να παρουσιάζει ιστορίες δίχως ίχνος κενού, τρύπας ή απορίας μετά την ολοκλήρωση τους και όταν θα έχει πλέον πέσει η αυλαία, αφού έχει προηγηθεί η κλασσική έκπληξη του φινάλε.

Προσωπικά θα διαφωνήσω και μάλιστα κάθετα με όσους λένε πως οι ταινίες του Shyamalan είναι μιας χρήσεως. Είναι για μια παρακολούθηση κι έξω, αφού η ανατροπή του τέλους δεν μπορεί να προκαλέσει την ίδια έκπληξη στην δεύτερη και την Τρίτη της αναπαραγωγή. Τα φιλμ του Shyamalan παρακολουθούνται με το ίδιο ακριβώς ενδιαφέρον σε κάθε τους επανάληψη αφού μόνο εκεί μπορεί να δει πιο ξεκάθαρα κανείς το πόσο καλή δουλειά κάνει στην συγγραφή των σεναρίων του. Το πόσο προσεκτικά επιχειρεί το κάθε επόμενο βήμα του. Και με το πόση τελικά ευλάβεια εκθέτει στον θεατή μια ανατροπή των όσων τόσο καλοστημένων είχε παρακολουθήσει μέχρι το σημείο μηδέν του τέλους.

Μελετώντας όμως τα θετικά, θα πρέπει να σταθώ και στα αρνητικά στοιχεία του φιλόδοξου M.Night και που δεν έχουν βελτιωθεί ούτε στο ελάχιστο από τις μέρες της πρώτης έκπληξης με την “Αίσθηση”. Σε καμία ταινία του δεν έχει καταφέρει να πάρει καλές ερμηνείες από τους βασικούς, τους κεντρικούς του πρωταγωνιστές. Γεγονός που μειώνει σημαντικά την αίσθηση του μεταφυσικού περιβάλλοντος που ο ίδιος θέλει να φτιάξει. Ούτε ο Bruce Willis στο “Sense” και το “Unbreakable” φτάνει σε κάποιο ικανοποιητικό επίπεδο, ούτε φυσικά ο Gibson στο “Signs”, πόσο μάλλον ο άκρως υπερτιμημένος Joaquin Phoenix, που εδώ κρατά τον ρόλο του Λούσιους, του άντρα που για την αγάπη του η Άιβι είναι έτοιμη να κάνει τα πάντα.

Αντιθέτως για ακόμη μια φορά οι δεύτεροι ρόλοι έχουν προσεχθεί ιδιαίτερα, για τον σκοπό αυτό άλλωστε έχουν επιλεγεί μερικά πολύ σημαντικά ονόματα όπως ο William Hurt, η Sigourney Weaver και ο Brendan Gleeson. Συμμετοχή - έκπληξη από την Bryce Dallas Howard που κερδίζει με ευκολία τις εντυπώσεις ακόμη και από τον αγαπημένο Adrien Brody, που ερμηνεύοντας τον τρελό του χωριού, κάνει το κάτι παραπάνω και χαλά την συνταγή.

Disc – Ο δίσκος που περιέχει το “The Village” και διανέμεται από την Audiovisual είναι πραγματικά πολύ αξιόλογος. Η παραγωγή της Touchstone συμπεριφέρεται στο οικιακό κινηματογραφικό σύστημα με υπέροχο τρόπο προκαλώντας μάλιστα μια ευχάριστη έκπληξη, που ακολουθεί όμως την μικρή απογοήτευση της απουσίας της σφραγίδας THX που συμβαδίζει με την μπάντα DTS στην ευρωπαϊκή έκδοση. Η έκπληξη αυτή αφορά στο άναμμα στον ενισχυτή του σήματος EX κατά την διάρκεια της αναπαραγωγής, κάτι το οποίος δεν αναφέρεται καν στο λιτό εξώφυλλο – αναφέρει απλά το σάουντρακ Dolby Digital 5.1 – γεγονός που με οδηγεί στο αρχικό συμπέρασμα πως οι τεχνικοί που ασχολήθηκαν με την δημιουργία του δίσκου μάλλον δεν αντιλήφθηκαν την συγκεκριμένη διαφορά.

Ο ήχος διαθέτει πολύ πλούσιο διαχωρισμό, δίχως να προκαλεί έντονη βαβούρα και θόρυβο στην περιφέρεια. Χαρακτηρίζεται δε από πανέμορφη μίξη ήχων, που ανεβάζει ακόμη περισσότερο την αγωνία για την εξέλιξη της υπόθεσης. Εντυπωσιακά συνυπάρχει τέλος και το μουσικό θέμα του James Newton Howard για το οποίο η ταινία απέσπασε την μοναδική φετινή υποψηφιότητα της για τα Oscars. Είναι κρίμα πάντως που το ελληνικό κοινό δεν μπορεί να χαρεί μια ακόμη καλύτερης ποιότητας ηχητική μπάντα όπως η πανευρωπαϊκή DTS που είναι από τις πιο καλογραμμένες που έχω ακούσει μέσα στον χρόνο που διανύουμε.

Σε ανάλογα καλά επίπεδα κινείται και η εικόνα του “Village” που στο αναμορφικό κάδρο 1.85/1 προσφέρει εξαιρετική χρωματική λεπτομέρεια που επικεντρώνεται στις απόλυτες τιμές του μαύρου. Όλη η ταινία δίνεται πίσω από ένα έντονο σέπια φίλτρο που ανεβάζει αισθητά το κοντράστ, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ενοχλεί στην θέαση.

Στον τομέα των extras υπάρχουν φιλμάκια από την παραγωγική διαδικασία (γυρίσματα, μουσική, εφέ, σκηνικά) που βρίσκονται κάτω από την επικεφαλίδα «Αποσυνθέτοντας το χωριό». Στο πεντάλεπτο «Ημερολόγιο της Bryce» η νεαρή ηθοποιός εξομολογείται κάποιες από τις εμπειρίες της δίπλα στους σπουδαίους συμπρωταγωνιστές της. Τέλος υπάρχουν κομμένες σκηνές, περίπου σαράντα φωτογραφίες και η πρώτη ταινία του Shyamalan που εγώ προσωπικά αν ήμουν στην θέση του θα ντρεπόμουν να εκθέσω στο κοινό.

Μμμμ… - Μια παραγωγή που ενδείκνυται για παρακολούθηση στο Home Cinema. Και αυτό χάρη στην υπέροχη μπάντα που την συνοδεύει και μπορεί καλύτερα να αποδοθεί από ένα πολυκάναλο οικιακό σύστημα. Προτείνεται ανεπιφύλακτα προς παρακολούθηση, αφού σε κανένα σημείο των δύο περίπου ωρών δεν κουράζει, ενώ θα συνιστούσα σε όσους αρέσκονται στην μελέτη των ηχητικών σάουντρακς να εντοπίσουν την ευρωπαϊκή βερσιόν του DVD που η μπάντα είναι ένα όνειρο.



ΕΙΚΟΝΑ – 6/10 Stars6/10 Stars6/10 Stars6/10 Stars6/10 Stars6/10 Stars6/10 Stars (7/10)
ΗΧΟΣ – 6/10 Stars6/10 Stars6/10 Stars6/10 Stars6/10 Stars6/10 Stars6/10 Stars6/10 Stars (8/10)
EXTRAS – 3/10 Stars3/10 Stars3/10 Stars3/10 Stars3/10 Stars (5/10)
THE VILLAGE4/10 Stars4/10 Stars4/10 Stars4/10 Stars4/10 Stars4/10 Stars (6/10


Γιώργος Ζερβόπουλους (CineDVD)




Παρασκευή 11 Απριλίου 2008

Αν κι όχι πρόσφατη ταινία, εξ αφορμής της τηλεοπτικής της προβολής πριν λίγο καιρό και μιας και δεν είχα καμία όρεξη να δω Φερεντίνο, επέλεξα να το ξαναδώ. Ένα θα σας πω! Είχα πάει τότε με τέτοια λαχτάρα να το δω στο σινεμά, μιας κι η διαφήμιση της ταινίας προϊδέαζε για κάτι πάρα πολύ καλό και δυνατό, κι όμως... Βγήκα απ’ την αίθουσα τόσο πολύ απογοητευμένη και νευριασμένη που μου ερχόταν να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο που χαράμισα λεφτά και χρόνο για να δω αυτό το πράγμα. Κι αυτό γιατί ψυχολογικά είχα προετοιμαστεί ότι θα δω θρίλερ και μόνο αυτό δεν ήταν. Αυτή τη φορά όμως που το ξαναείδα, συνειδητοποιημένη πλέον για το τι ακριβώς είναι αυτό που παρακολουθώ, κατάλαβα ότι ήμουν πολύ αυστηρή.

Η αλήθεια είναι ότι μετά την Έκτη Αίσθηση που μας έκανε για καιρό ν’ αναρωτιόμαστε μήπως δίπλα υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι στην πραγματικότητα είναι νεκροί και τον Aφθαρτο που έδωσε μια λογική υπόσταση στους υπερήρωες των comics, ο Shyamalan με απογοήτευσε οικτρά με τον Οιωνό. Θεώρησα λοιπόν ότι μετά απ’ αυτό το παραστράτημα που έκανε θα με ενθουσίαζε. Και μπορεί να το έκανε αν η ταινία είχα πλασαριστεί ως αυτό που είναι στην πραγματικότητα (ένας συνδυασμός ψυχολογικού-αγωνίας-κοινωνικού) κι όχι ως θρίλερ.

Σκοτεινή (όπως άλλωστε κι ο τίτλος της) καθ’ όλη της τη διάρκεια, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα βαρύ κλίμα που αρμόζει στην ψυχολογία της ταινίας. Βαρετή, ειδικά κατά το πρώτο της μισό θα μπορούσε να πει κανείς αφού δεν έχει να δείξει τίποτα περισσότερο από τη ζωή στο χωριό και τους φόβους των κατοίκων για την απειλή που εντείνεται μπροστά τους. Μέχρι την κρίσιμη ώρα δεν μας αποκαλύπτεται τίποτα σχετικά με τη φύση αυτών των πλασμάτων, παρά μόνο μερικές τους εμφανίσεις, όπου μέσα στην γενική ηρεμία που επικρατεί, καταφέρνουν να ταράξουν τα νερά ακόμα κι αν δεν τρελαίνεσαι με αυτό που βλέπεις ως εκείνη την ώρα. Το δεύτερο μισό έχει σαφώς μεγαλύτερο σασπένς κι ο Shyamalan με επιδέξιο τρόπο το χειρίζεται για να μας οδηγήσει σε ένα φινάλε που ή θα εντυπωσιάσει ή θα συγχύσει τον θεατή, αφού τον εξυψώνει στον ίδιο βαθμό ηλιθιότητας με τον κάθε κάτοικο του χωριού. Αφέλεια... Μόνο αυτό μπορεί να πει κάποιος, γιατί κανενός το μυαλό δεν πήγε εκεί που μας οδήγησε η ανατροπή του κι είμαι σχεδόν βέβαιη. Ίσως γι’ αυτό να θύμωσα κι εγώ τότε. Που τόσο ανόητα παρασύρθηκα σε αρχέγονες φοβίες χωρίς να οδηγήσω το μυαλό και τη σκέψη μου λίγο παρακάτω. Σίγουρα η επιλογή μιας τόσο ορθολογιστικής σκέψης έναντι οποιασδήποτε τρελής φαντασίωσης είναι ρίσκο, γιατί ποτέ κανείς δεν ξέρει πως θα κριτικαριστεί. Αλλά προφανώς τον Shyamalan δεν τον νοιάζει κάτι τέτοιο και πιστός στην Χιτσοκική σχολή ακολουθεί το όραμά του καταφέρνοντας να παντρέψει το Ευρωπαϊκό με το Αμερικάνικο σινεμά.

Μέσα στην γενική πλήξη, υπάρχουν στιγμές που πραγματικά μπορεί να σοκάρουν, να ανατριχιάσουν και να συγκινήσουν, τόσο με την απλότητα όσο και με την παράλληλη πολυπλοκότητά τους. Μουσικές συνθέσεις, αριστουργηματικές θα τολμούσα να πω για το ύφος της ταινίας, ειδικά στις κορυφώσεις του σασπένς και με την εμφάνιση των μυθικών πλασμάτων, που όσο και να μην θέλεις σε επηρεάζουν και να σε κάνουν να μπαίνεις στο κλίμα.

Ο Joaquin Phoenix αν κι εξαιρετικός ηθοποιός δεν καταφέρνει να ξεδιπλώσει το ταλέντο όπως στον Μονομάχο. Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, ο ρόλος του δεν προσφέρεται και τρελά για κάτι τέτοιο. Προσδίδει πάντως ένας κύρος στο όλο θέμα μόνο και μόνο με την παρουσία του. Αποκάλυψη πάντως αποτελεί ηBryce Dallas Howard στο ρόλο της τυφλής κόρης του δημάρχου, η οποία με την ερμηνεία της εκμηδενίζει οποιαδήποτε άλλη παρουσία δίπλα της.

Πού θέλω να καταλήξω; Μπορεί να μην είναι καμιά ταινία οσκαρικών προδιαγραφών, αλλά σίγουρα είναι παρεξηγημένη κι αξίζει μιας δεύτερης ματιάς. Αυτό που κάνει τον Shyamalan μάγκα είναι, ότι ακόμα κι αν δεν σ’ αρέσει κάποια ταινία του, θα φανείς εντελώς ηλίθιος με το να προδώσεις το τέλος της, ένα τέλος που ανατρέπει τα πάντα. Βασικός στόχος της ταινίας δεν είναι να μας κάνει να τρομάξουμε, αλλά να προβληματιστούμε και να γίνουμε πιο ώριμοι μέσα απ’ τους κοινωνικούς συμβολισμούς της ταινίας, στηριζόμενη στα μεγαλύτερα εγκλήματα και τα μεγαλύτερα αγαθά της κοινωνίας μας.

Βαθμολογία: 7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars7.5/10 Stars (7.5/10)

Γιώτα Παπαδημακοπούλου


 
Σκοτεινό Χωριό - horrormovies.gr - Τετ 18 Οκτ 2017 - 23:03
Παρά την γενικά βαριά και νωχελική εικόνα το «The Village» έχει εκείνα τα στοιχεία που το καθιστούν ξεχωριστή ταινία ψυχολογικού «τρόμου» με ενδιαφέροντα θέματα προς σκέψη και ανάπτυξη...

Διαβάστε την κριτική του The Village στο horrormovies.gr.
 
<Χωρίς Τίτλο> - jazznik - Δευ 24 Ιουν 2013 - 20:59
Το "σκοτεινό χωριό" είναι μια βαθύτατα θεολογική ταινία. Βασίζεσαι σε έναν βασικό συμβολισμό (όπως όλες οι ταινίες του Σιάμαλαν, με εξαίρεση την "έκτη αίσθηση"). Το χωριό είναι η ανθρώπινη ψυχή, κάθε κάτοικος είναι ένα κέντρο της ψυχής (ας πούμε επιπόλαια ένα "χαρακτηριστικό" της ανθρώπινης ψυχής) και όλη η ταινία έχει σαν κεντρική ιδέα την απομόνωση της ψυχής και την ανάγκη της να βγει απο τα τείχη της και να ανακαλύψει τον θεό. Η τυφλή κοπέλα είναι η "αγάπη" μέσω της οποίας (και μόνο) μπορεί να επιτευχεί αυτό, ο νεαρός που τολμάει να βγει απο τα τείχη είναι η "πίστη" (η οποία πληγώνεται), οι αρχηγοί του χωριού είναι η "διανόηση" κτλ. Στην πορεία της ταινίας, όλοι έχουν μια θέση σε αυτό το σενάριο, και οι ατάκες είναι πολύ πολύ βαριές για κάποιον που θα δει την ταινία με αυτό το σκεπτικό. Θα σας πρότεινα να την δείτε πάλι ξεκινώντας απο την αρχή με αυτή την θεώρηση, και θα εκτιμήσετε αλλιώς τον δημιουργό Σιάμαλαν. 
 
<Χωρίς Τίτλο> - alexsif - Πεμ 15 Μαρ 2012 - 14:25
wraia i tainia.mono pou o titlos kai i atmosfaira tha mporousanna to kanoun poli pio tromaktiko
 
<Χωρίς Τίτλο> - JohnCine - Παρ 05 Αυγ 2011 - 12:45
Ότι η ταινία είναι σαφώς παρεξηγημένη, νομίζω πως είναι ολοφάνερο.
Η ατμόσφαιρα που επικρατεί κατά τη διάρκεια της ταινίας είναι πολύ καλή,όπως επίσης και η μουσική. Κατά τη γνώμη μου είναι από τις καλές ταινίες του Shyamalan. Παρ`όλα αυτά η ταινία όπως διάβασα και λίγο παραπάνω θα μπορούσε να είναι oscarικών προδιαγραφών αλλά κάπου "κόλλησε"


6.5 από εμένα


Γιάννης Κατριτζιδάκης
 
Βλέπετε τα πρώτα 4 σχόλια. Πατήστε εδώ για να εμφανιστούν όλα.

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.