• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22315
  • Αριθμός συν/τών: 759967
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


Real, la Pelicula (2005)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Real, η Ταινία
- Γνωστό και ως:
Real: The Movie

Ντοκιμαντέρ | 90' | Κατάλληλο, επιθυμητή γονική συναίνεση
Πρεμιέρα στην Ελλάδα: Πεμ 8 Δεκ 2005
Ημερομηνία κυκλοφορίας DVD: 28/03/2006
Διανομή: PlayTime
Χρώμα: Έγχρωμο
Ήχος: DTS (Digital Theater Sound)
Γλώσσα: Ισπανικά - Αγγλικά - Γαλλικά - Ιαπωνικά
  Δημοτικότητα: 0.03 %
Αξιολόγηση: 5.55/105.55/105.55/105.55/105.55/105.55/10   (5.55/10)
Aντιφατικότητα ψήφων: Πολύ Υψηλή (Συμφωνία ψήφων < 15%)




- Υπότιτλος:

Πέντε ιστορίες. Ένα πάθος.

 

- Κριτική από το Cine.gr:


Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2005

Όταν το 1902, ένα σύνολο φιλόδοξων αθλητικών παραγόντων, ίδρυαν τον Ποδοσφαιρικό Σύλλογο της Μαδρίτης, ουδείς θα φανταζόταν πως έναν αιώνα μετέπειτα θα μιλούσαμε για την πιο σπουδαία ομάδα του πλανήτη: Την περίφημη Ρεάλ! Δεν χρειάζονται και περισσότερα σχόλια να κάνει κανείς, όταν αντικρίζει το παλμαρέ της ομάδας, που στολίζεται από εννέα (περισσότερες από κάθε άλλον) κύπελλα πρωταθλητριών Ευρώπης και αμέτρητους εγχώριους τίτλους. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως πάντοτε το καμάρι της Μαδρίτης, αποτελούσε πόλο έλξης για τους μεγαλύτερους σούπερ σταρς της μπάλας, με αποτέλεσμα οι εκατό και πλέον χιλιάδες οπαδοί που κατακλύζουν κάθε εβδομάδα το στάδιο «Σαντιάγο Μπερναμπέου», να αισθάνονται πως παρακολουθούν το καλύτερο δυνατό ποδοσφαιρικό θέαμα. Και όταν το αποτέλεσμα είναι θετικό η ευφορία κατακλύζει τις φλέβες τους, ενώ αντίθετα στην ήττα, κατήφεια και οδύνη σκεπάζουν τον ουρανό της Ισπανικής πρωτεύουσας.

Τι είναι όμως αυτό που στην πραγματικότητα σημαίνει στην συνείδηση των οπαδών το όνομα Ρεάλ Μαδρίτης. Όχι μόνο των Μαδριλένων, που ζουν και ανασαίνουν για την Βασιλική, όπως η ηλικιωμένη κυρία από το διπλανό διαμέρισμα, που την ώρα που αγωνίζεται η ομάδα, περιδιαβαίνει τους δρόμους της πόλης θυμούμενη τις ημέρες γιορτής στο στάδιο μαζί με τον σύζυγό της. Αλλά και ανθρώπων από όλον τον κόσμο, όπως τον μικρούλη Άκια από την Σενεγάλη, που ουδέποτε έχει δει στην ζωή του την Ρεάλ να αγωνίζεται και την φαντάζεται μόνο στα όνειρα του, την μαχητική Μέγκαν από την Νέα Υόρκη, που την ώρα του σοβαρού της τραυματισμού στο πόδι, έφερε στον νου την ανάλογη περίπτωση του ειδώλου της του Ronaldo, την ανέμελη Κότζι, που στο πολύβουο Τόκιο, ζει και αναπνέει για τον λατρεμένο της David Beckham, εκνευρίζοντας τον αγαπημένο της και τέλος για τον Μάξι, το αγόρι που ολημερίς κυκλοφορεί φορώντας την ολόλευκη στολή της Ρεάλ, κλοτσώντας μια μπάλα στους σκονισμένους και φτωχικούς δρόμους του Καράκας της Βενεζουέλας.

Πέντε διαφορετικές ιστορίες που λαμβάνουν χώρα σχεδόν ταυτόχρονα σε πέντε διαφορετικές γωνίες του πλανήτη και που έχουν όλες σαν κοινή συνισταμένη μεταξύ τους την έννοια του φαινομένου Ρεάλ. Πέντε, σχετικά συνηθισμένες στιγμές ζωής, που αποδεικνύουν την παγκοσμιοποίηση της αγάπης του κοινού για την ομάδα της Μαδρίτης, που εκτός των τίτλων είναι αποτέλεσμα ενός πολύ καλά στημένου μάρκετινγκ, με έμβλημα το περίφημο Βασιλικό λογότυπο. Το φιλμ, προχωράει σπονδυλωτά, όχι με τον κλασσικό τρόπο αφού ο τρόπος χρονοταξίας των ιστοριών δεν είναι ο ίδιος, με εμβόλιμες παρεμβάσεις τύπου ντοκιμαντέρ, στις οποίες πρωταγωνιστούν οι ίδιοι οι ήρωες που πατούν το χορτάρι του Μπερναμπέου.

Στα θετικά στοιχεία του ομολογουμένως πολύ πρωτότυπου φιλμ του άγνωστου Borja Manso, τοποθετώ τον όμορφο τρόπο εξιστόρησης, την εκπληκτική επιλογή των μουσικών θεμάτων που ταιριάζουν απόλυτα με τα πλάνα και τον σωστό της ρυθμό, που δεν κουράζει τον θεατή. Μιλώντας όμως για θεατές – ξεκινώντας την αναφορά στα αρνητικά της ταινίας - προσπαθώ να εντοπίσω ποιοι εκτός από τους υπέρμετρα φανατικούς ποδοσφαιρόφιλους θα θελήσουν να την παρακολουθήσουν. Πραγματικά είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις που μια ταινία που παίρνει διανομή, αφορά ένα τόσο υπερβολικά περιορισμένο target group. Εκτός αυτού όμως υπάρχει – για τους πιο μυημένους - και ένα χρονικό mismatch, αφού ο τρόπος που παρουσιάζονται τα αστέρια των Γκαλάκτικος, δεν είναι επίκαιρος, με συνέπεια πάμπολλοι παίκτες αλλά και ο πρώτος προπονητής να είναι ήδη παρελθόν από την Μαδρίτη.

Κατά τα άλλα, το φιλμ ρισκάρει και αρκετά θα έλεγα, αφού κυκλοφορεί σε ημέρες που η Ρεάλ έχει χάσει τα σκήπτρα μέσα στην ίδια της την χώρα, αφού η αιώνια αντίπαλος Μπαρτσελόνα του Ροναλντίνιο, κυριαρχεί σε όλα τα επίπεδα, αλλά και στην Ευρώπη δεν πηγαίνει ιδιαίτερα καλά, παρόλο που στις τάξεις της διαθέτει τους πιο ακριβοπληρωμένους παίκτες. Σε γενικές γραμμές το Real The Movie, απευθύνεται σε ειδικό κοινό που μάλιστα να υποστηρίζει την συγκεκριμένη ομάδα, αφού οι αντίπαλοι – ή οι πιο γνώστες του αντικειμένου – μπορούν να διαμαρτύρονται για τον γνωστό σε όλους τρόπο – λέγε με και δικτάτορα Φράνκο – που η Βασιλική της Μαδρίτης έγινε τόσο μεγάλη και τρανή…

Βαθμολογία: 4/10 Stars4/10 Stars4/10 Stars4/10 Stars (4/10)

Γιώργος Ζερβόπουλος





Τρίτη 20 Ιουνίου 2006

Ρεάλ, Η Ταινία (Real, la película, 2005), του Borja Manso. Πέντε ιστορίες από πέντε διαφορετικές γωνιές του κόσμου, που με κάποιον τρόπο συνδέονται με την ποδοσφαιρική Βασίλισσα της Ευρώπης - την πολυτροπαιούχο Ρεάλ Μαδρίτης. Η επιδίωξη της συγχρηματοδοτούμενης από το σύλλογο ταινίας είναι προφανής: Αποφεύγει να αναλωθεί σε ένα εξόφθαλμο παραλήρημα οπαδικών αναπαραστάσεων μέσω περιφανών νικών και κατακτήσεων τίτλων, επιχειρώντας να σκιαγραφήσει την αμφίδρομη εξάρτηση του συλλόγου με τον κόσμο της, μέσω μιας επιλογής εξιστορήσεων βαθιά προσωπικών: Η Ρεάλ που μετατρέπεται σε «κάτι περισσότερο από ομάδα», η Ρεάλ ως κοινωνός της πεζής καθημερινότητας. Συγκρατήστε τον πρώτο χαρακτηρισμό. Ο Manso ωστόσο δεν είναι αφελής. Γνωρίζει ότι το ποδοσφαιρικό κοινό δε σφυρηλατείται με δακρύβρεχτες ιστορίες και συναισθηματικά τερτίπια. Σίγουρα και στην Ιβηρική χερσόνησο θα έχουν ακουστά τη ρήση «Πατρίδα αλλάζεις, ομάδα ποτέ». Το target group, συγκεκριμένο και περιορισμένο. Δεν αποτελεί άλλωστε προϊόν ατυχούς σύμπτωσης η μη διανομή της ταινίας στη Βαρκελώνη: Κανένας επιχειρηματίας δεν επιθυμεί να δει το μαγαζί του να μετατρέπεται σε Ομονοιακό πορνοσινεμά της δεκαετίας του ’80, με πελάτες κουλουριασμένους μέσα σε καμπαρντίνες κατακαλόκαιρα, κρυμμένους πίσω από μαύρα γυαλιά και καπέλα βγαλμένα από το promotion stand της Άγριας Συμμορίας. Έτσι, δεν παραλείπει να ευχαριστήσει τους φίλους της ομάδας με μια σειρά από μονταρισμένα κλιπάκια - τον Ζιντάν, τον Ραούλ και τους λοιπούς συνήθεις υπόπτους του παρόντος και του πρόσφατου παρελθόντος. Και για να μας προσγειώσει στην πεζή αλλά όμορφη πραγματικότητα, φροντίζει να θρέψει και τα πάθη κλείνοντας με μια τεσσάρα απέναντι στους νυν και αεί μισητούς Μπλαουγκράνα από τη Βαρκελώνη. Καλό το παραμύθι κύριε Manso…

ΤΙ (ΔΕΝ) ΜΑΣ ΘΥΜΙΣΕΣ… ...αλλά δεν μας είπες τίποτα για τον Δράκο. Δράκος στη συγκεκριμένη ιστορία δεν είναι άλλος από τον δικτάτορα Φράνκο, του οποίου η περίοδος εξουσίας (1939-1975) δεν αποτέλεσε μόνο τον κυριότερο παράγοντα αποσταθεροποίησης και οπισθοδρόμησης μιας ολόκληρης χώρας, αλλά και το λίκνο στο οποίο γιγαντώθηκε η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική έχθρα του πλανήτη. Για τους φίλους της Μπαρτσελόνα, το καμάρι της Καταλωνίας είναι mes que un club – κάτι περισσότερο από ένα σωματείο. Η λαμπρότητα όλων εκείνων, που συγκεντρωμένοι οι τίτλοι, τα αστέρια και οι πακτωλοί χρημάτων της Ρεάλ δεν μπορούν να σβήσουν, βρίσκεται εμποτισμένη σε κυανέρυθρες ρίγες: Είναι το πάθος για ελευθερία, η πρόσφυση στις ρίζες και ένα επαναστατικό πνεύμα σφυρηλατημένο μέσα από δεκαετίες καταπίεσης και ανισότητας, που μετουσιώνουν την Μπάρτσα σε βασικό εκφραστή μιας ολόκληρης εθνότητας. Οι Καταλανοί δεν θεωρούν τους εαυτούς τους Ισπανούς. Η εθνική τους ταυτότητα, διαμορφωμένη μέσα από αιώνες πολιτισμικής αλληλεπίδρασης με τη φιλελεύθερη γείτονα Γαλλία, διέφερε και εξακολουθεί να διαφέρει σημαντικά από τα συντηρητικά ιδεώδη της εδαφικά απομονωμένης Μαδρίτης. Ο εμφύλιος ωστόσο, θα κοστίσει περισσότερο από τους 30 χιλιάδες νεκρούς στην πατρίδα του Πικάσο και του Νταλί. Στην προσπάθειά του να εντάξει την αντιδραστική Καταλωνία στα φιλόδοξά του σχέδια διαμόρφωσης ενός ενιαίου κράτους, ο Φράνκο καταστέλλει κάθε μορφή έκφρασης τοπικισμού, απαγορεύοντας εθνόσημα, ενδυμασίες, μουσική, χορούς και –κυρίως- τη χρήση της Καταλανικής γλώσσας. Ο μόνος χώρος στον οποίο οι κάτοικοι της Βαρκελώνης μπορούν πλέον να αισθανθούν ελεύθεροι, να μιλήσουν τη γλώσσα τους και να εκφράσουν την αντίθεσή τους στο επιβαλλόμενο καθεστώς, είναι οι εξέδρες του Λε Κορτς –πρώτου γηπέδου της Μπάρτσα- και του Νουέβο Κάμπο αργότερα. Στην αντίπερα όχθη, η Ρεάλ ανακηρύσσεται από τον ίδιο τον δικτάτορα η κυριότερη εκπρόσωπος της Ισπανίας στην Ευρώπη και τίθεται υπό την προστασία του. Το 1943, πρόεδρος στους Βασιλικούς Μερένχες αναλαμβάνει ο Σαντιάγκο Μπερναμπέου (φωτο), πρώην παίκτης του συλλόγου: Είναι ο ίδιος Σαντιάγκο Μπερναμπέου που πολέμησε στο πλευρό του Φράνκο «για την κατάκτηση της Καταλωνίας προς χάριν του μεγαλείου της Ισπανίας», ο ίδιος άνθρωπος που θεωρούσε ότι «η Βαρκελώνη πρέπει να βομβαρδίζεται τουλάχιστον μία φορά κάθε 25 χρόνια», ο ίδιος άνθρωπος του οποίου το όνομα βάπτισε τη σημερινή έδρα της Ρεάλ Μαδρίτης… Προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός άραγε;

Πλην των εξωαγωνιστικών βέβαια, υπάρχουν και τα «ποδοσφαιρικά» ερείσματα που ενέτειναν την έχθρα… Το 1943, η Μπαρτσελόνα τίθεται αντιμέτωπη με την Ρεάλ στην ημιτελική φάση του κυπέλλου Ισπανίας, κερδίζοντάς τον πρώτο αγώνα με 3-0. Στον επαναληπτικό, ο Φράνκο επισκέπτεται τους παίκτες της στα αποδυτήρια, προτείνοντας την επισφράγιση μιας πολύ προσοδοφόρας συμφωνίας: «Αν κάνετε το καθήκον σας, η κυβέρνηση θα ξεχάσει την έλλειψη πατριωτισμού που επιδείξατε στο πρώτο παιχνίδι». Το τελικό 11-1 υπέρ των πρωτευουσιάνων, αποτελεί ως σήμερα το μεγαλύτερο σκορ σε El Clasico…

Ακόμη μία χαρακτηριστική περίπτωση κυβερνητικού παρεμβατισμού, διαδραματίστηκε στη μεταγραφή του Αλφρέντο Ντι Στέφανο το 1953, ενός από τους κορυφαίους παίκτες της εποχής του. Έχοντας συμφωνήσει σε όλα με τους Μπλαουγκράνα, η Ξανθιά Σαΐτα εντάσσεται στο δυναμικό της ομάδας και λαμβάνει μέρος στα παιχνίδια προετοιμασίας. Φοβούμενο μια αλλαγή ισορροπιών στο ποδοσφαιρικό σκηνικό της χώρας ωστόσο, το δικτατορικό καθεστώς συγκροτεί μια επιτροπή που αποφαίνεται ότι η μεταγραφή είναι παράνομη και εκδίδει μια πρωτοφανή απόφαση: Ο παίκτης καλείται να αγωνίζεται εκ περιτροπής μία χρονιά στη Ρεάλ και μία χρονιά στην Μπαρτσελόνα! Η άρνηση της δεύτερης στην αποδοχή του θεσπίσματος θα στείλει τον παίκτη στη Βασίλισσα, η οποία θα εκμεταλλευτεί την καταλυτική του παρουσία με την κατάκτηση πέντε διαδοχικών Κυπέλλων Πρωταθλητριών (1956-1960, φωτο).

Και μια μικρή επαναστατική ιστορία: Ο Γιόχαν Κρόιφ (φωτο), κορυφαίος ευρωπαίος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών, καταφθάνει στη Βαρκελώνη το 1973. Η ιδεολογία της πόλης τον επηρεάζει τόσο, που αποφασίζει να ονομάσει τον νεογέννητό του γιο Ζόρντι – το Καταλανικό αντίστοιχο του Χόρχε. «Δεν μπορείτε να επιλέξετε αυτό το όνομα! Είναι απαγορευμένο!» τον εκπλήσσει ο ληξίαρχος. «Φυσικά και μπορώ. Είμαι ο Γιόχαν Κρόιφ»… Αυτή είναι και η ουσιώδης διαφορά των δύο Ισπανικών ποδοσφαιρικών υπερδυνάμεων, πέρα από τα ιστορικά προηγούμενα και τις πολιτικές αντιπαραθέσεις: Η Μπάρτσα είναι μια ομάδα που ανήκει στο λαό της, με μια διοίκηση εκλεγμένη από τα εγγεγραμμένα της μέλη και ως τέτοια, είναι πιθανότατα ο μοναδικός επαγγελματικός σύλλογος στον κόσμο που δε φέρει διαφήμιση χορηγού στη φανέλα του. Είναι η ομάδα που σε κερδίζει με τον ψυχισμό της. Στον αντίποδα η Ρεάλ είναι η Βασίλισσα, η ομάδα με τους μεγάλους αστέρες και τα τρόπαια, η ομάδα που πουλάει το προπονητικό της κέντρο στο δήμο της Μαδρίτης για το εξωφρενικό ποσό των 480 εκ. ευρώ για να καλύψει τα ελλείμματα από τις πανάκριβες μεταγραφές της. Είναι η ομάδα που σε κερδίζει με τη λάμψη της. Η επιλογή είναι ανοιχτή…

Βρεττός Λιάπης (Αφιερωμα : ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ, μέρος 2ο)


 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.