• ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ...

  • Αριθμός ταινιών: 22307
  • Αριθμός συν/τών: 759912
  • Πρόγραμμα 300 Κινηματογράφων και 18 τηλεοπτικών σταθμών
Ταινίες - Κριτική από το Cine.gr


Boleiros: Era Uma Vez o Futebol... (1998)

- Μεταφρασμένος Τίτλος:
Boleiros: Μια Εποχή Ποδοσφαίρου
- Γνωστό και ως:
Boleiros

Κωμωδία | 93'
Χρώμα: Έγχρωμο
Ήχος: Mono
Γλώσσα: Πορτογαλικά
  Δημοτικότητα: 0.03 %
Αξιολόγηση: n/a (<3 ψήφοι)




 

- Κριτική από το Cine.gr:


Τρίτη 4 Ιουλίου 2006

Boleiros – Μια εποχή ποδοσφαίρου (Boleiros – Era Uma Vez o Futebol, 1998) του Ugo Giorgetti. Όταν οι Βραζιλιάνοι μιλούν για ποδόσφαιρο σωπαίνεις. Έξι πρώην παίκτες συγκεντρωμένοι σε ένα μπαρ του Σάο Πάολο ξεδιπλώνουν τις μνήμες τους, μνήμες γεμάτες ιστορίες αγάπης για το παιχνίδι, πικρές, αστείες, διανθισμένες με απρόοπτα και συγκινήσεις. Τα μάτια τους αστράφτουν από υπερηφάνεια, την ίδια υπερηφάνεια που αρνείται να παραδεχτεί ότι τα γεράματα τους επιφύλαξαν χρέη και μια μοναξιά που δεν μαλακώνει με αναμνήσεις. Με μια επίστρωση κωμική γύρω από έναν πυρήνα βαθιά μελαγχολικό, το Boleiros διαχέει την αφηγηματική του αύρα με ιστορίες φαινομενικά ασήμαντες, αλλά στην ουσία τόσο περιεκτικές για το θαύμα που ονομάζεται ποδόσφαιρο. Βυθισμένο σε μια εποχή, που η Βραζιλία δώριζε στον ποδοσφαιρικό πλανήτη από το περίσσευμα των θαυμάτων της. Γιατί και σε αυτό το Μουντιάλ…

ΤΙ ΜΑΣ ΘΥΜΙΣΕΣ: …η Βραζιλία απογοήτευσε, γεγονός που δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει τους υποψιασμένους. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δε συμπάθησα την εθνική της ομάδα, και τώρα πια, στα «γεράματα», δεν υπάρχουν πολλές πιθανότητες να με κερδίσει. Ίσως να φταίνε οι υπερβολές των υποστηρικτών της, που καυχιούνται πως ό,τι και αν συμβεί, αγαπούν την κυρίαρχη ποδοσφαιρική δύναμη του πλανήτη. Ίσως να φταίει η ενορχηστρωμένη βραζιλιανόφιλη προπαγάνδα, η δεξιώθεν και αριστερώθεν, πολύ περισσότερο όταν προέρχεται από άτομα με ελάχιστη επαφή με το άθλημα. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω, πώς κάποιος ποδοσφαιρόφιλος γύρω στα 30-35 μπορεί να διαθέτει τέτοιες παραστάσεις για αυτή την εθνική ομάδα. Μην ευθύνονται οι νίκες της απέναντι σε μεγάλους αντιπάλους; Στα τελευταία 5 μουντιάλ που έχει προλάβει να παρακολουθήσει ένας τριαντάρης, έχει κερδίσει μόλις δύο: Τους Άγγλους το 2004 και τους Ολλανδούς το ’94, και τους δύο μετά κόπων και βασάνων. Ισόπαλοι με τους Ολλανδούς το ’98, τους Γάλλους το ’86, τους Ιταλούς το ’94 οπότε και κατέκτησαν το τρόπαιο στα πέναλτι. Ήττα από τους Αργεντινούς το ’90, συντριβή από τους Γάλλους το ’98, Γάλλοι οι δήμιοί τους και φέτος. Και μην αναφέρει κανείς τους Γερμανούς του περασμένου Μουντιάλ. Είπαμε, μεγάλους αντιπάλους. Μην φταίνε πάλι τα πολλά της γκολ; Και βέβαια. Η Βραζιλία λατρεύει να διασύρει τους αντιπάλους: Κάτι κοντούς και άμπαλους. Πέντε στην Κόστα Ρίκα το 2002, τέσσερα στην Κίνα την ίδια χρονιά, την Ιαπωνία φέτος, τη Χιλή το ’98 και την Πολωνία το ’86. Δεν γνωρίζω κανέναν που να έχει γίνει υποστηρικτής της Γερμανίας λόγω της οκτάρας απέναντι στους Σαουδάραβες το 2002, Ισπανόφιλος μετά το 6-1 με τους Βούλγαρους το ’98, κομμουνιστής επειδή οι Σοβιετικοί έριξαν τέσσερα στο κεφάλι των Καμερουνέζων το ’90. Αντιθέτως, αν ήμουν οπαδός της Σελεσάο θα ξεχνούσα γρήγορα κάτι Σκωτσέζικα αυτογκόλ το ’98, τους κακούς Σουηδούς που μας έβγαλαν τα άντερα δύο φορές το ’94, τους Δανούς που μας έκλεψαν την παράσταση στη Γαλλία, τους Αλγερινούς το ‘86, τους Αμερικάνους που δεν κάθονταν να το φάνε με τίποτα στο Σαν Φραντσίσκο. Ίσως τελικά να μην είναι ούτε αυτό. Μην οφείλεται στο ότι απλά λατρεύουν το ποδόσφαιρο; Αναντίρρητα, αλλά τι να πουν και οι Άγγλοι, οι Ιταλοί που δεν τους βλέπει ξένο μάτι τα μουντιαλικά καλοκαίρια, ακόμα κι εμείς με τις 40 αθλητικές εφημερίδες… Όσο για το φολκλόρ της σάμπας και των αυτοσχέδιων καρναβαλικών φιέστων στις πλατείες (όπου όλως τυχαίως πάντοτε υπάρχει μια κάμερα κοντά για πλάνα με ημίγυμνες χορεύτριες), απορώ πως θα χαρακτηριζόμασταν ως έθνος αν στο πρόσφατο Euro κατεβάζαμε σύσσωμη την Αθηνών-Λαμίας στους δρόμους της Πορτογαλίας, ξαμολώντας τις εθνικές ξοβυζοκορμάρες καβάλα σε τραπέζια. Φαιδρότητες; Πιθανώς, ίσως από την άλλη πάλι να πρόκειται καθαρά για θέμα αντίληψης. «Καλά» θα πουν, «αλλά το έχουμε σηκώσει με το σπαθί μας δύο φορές στις τελευταίες 5 διοργανώσεις.» Δε θυμούνται όμως το ακυρωμένο γκολ του καημένου Βέλγου Βίλμοτς στη φάση των 16 το 2002 (φωτο), τις βούτες στην περιοχή και τα καραγκιοζλίκια για δήθεν τραυματισμό του Ριβάλντο (φωτο) με τους Τούρκους την ίδια χρονιά, το σούπερ αμυντικό – δήθεν εξευρωπαϊσμένο - ποδόσφαιρο του ’94, οπότε και θεοποιήθηκαν δύο από τους χειρότερους μεσοεπιθετικούς που έχει παρουσιάσει ποτέ η Βραζιλία στα Παγκόσμια Κύπελλα: Ο Μπεμπέτο και ο Ρομάριο. Και μιας και ο λόγος για ποδοσφαιριστές, δεν φαντάζομαι να υπάρχει κανείς που να διαφωνεί ότι από αυτή τη γωνιά της υφηλίου προέρχονται οι καλύτεροι παίκτες που στελεχώνουν αυτή τη στιγμή τους Ευρωπαϊκούς συλλόγους. Σημασία ωστόσο έχει, τι παρουσιάζουν και ως σύνολο. Όχι, η Βραζιλία της τελευταίας γενιάς δεν είναι η ομάδα που πολλοί επιχειρούν να αναγορεύσουν ως το «σύνολο που είναι κλάσεις ανώτερο από όλους τους άλλους μαζί». Αυτό που προκαλεί δέος, είναι η λάμψη της φανέλας που μεταλαμπαδεύεται από τις εποχές εκείνες που οι περισσότεροι από μας δεν πρόλαβαν να ζήσουν: Πελέ, Γκαρίντσα, Ζίκο, Ζαϊρζίνιο, Τοστάο, Ριβελίνο. Εποχές ποδοσφαίρου…

Βρεττός Λιάπης (Αφιερωμα : ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ, μέρος 3ο)


 
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια. Στείλτε το πρώτο!

Αυτή τη στιγμή δεν είστε συνδεδεμένος. Συνδεθείτε ή κάντε εγγραφή για να σχολιάσετε.